Οι αποφάσεις του Eurogroup θα αποδειχθούν ανίκανες, όπως και οι προηγούμενες, να σταματήσουν την κρίση χρέους και αυτή η αναποτελεσματικότητα οξύνει τις διαφωνίες μέσα στην ΕΕ. Αυτές οι διαφωνίες καταγράφονται σε ένα περιβάλλον ύφεσης, η οποία αγκαλιάζει όλη την Ευρώπη. Καθώς πρόκειται για συνολική κρίση του συστήματος, οι εκπρόσωποι των καπιταλιστών αδυνατούν να βρουν μεσοπρόθεσμες λύσεις. Όμως το ταξικό τους κριτήριο, τους επιβάλει να προσπαθήσουν να εξάγουν περισσότερη υπεραξία από τους εργαζόμενους, αφού αυτή είναι η μόνη πηγή κερδών.

Πάρα πολλοί γνωρίζουν ότι η πρόσφατη συμφωνία των Βρυξελλών θα αποδειχθεί ανίκανη να σταματήσει την κρίση χρέους, καθώς αυτό είναι ορατό από τώρα για όσους δεν ομφαλοσκοπούν: Για να φτάσει στον ιδεατό στόχο του 120,5% χρέους προς ΑΕΠ το 2020, η ελληνική οικονομία πρέπει να έχει βγει από την ύφεση, να γνωρίσει ανάπτυξη, αλλά και να έχει εσαεί πρωτογενή πλεονάσματα άνω του 5% στον προϋπολογισμό, δηλ. θα πρέπει να περάσει στο χώρο της επιστημονικής φαντασίας (π.χ. το 2012 αναμένεται όχι ανάπτυξη αλλά ύφεση 7,5%). Αλλά ακόμη και να επιτευχθούν όλα αυτά στην Ελλάδα, για να έχουν «αποτέλεσμα» (δηλ. πρακτικά για να πάρουν οι δανειστές τα λεφτά τους), θα πρέπει να μην έχει ξεσπάσει νέα πυρκαγιά χρέους σε άλλη χώρα της ευρωζώνης και να μην υπάρξει περαιτέρω ύφεση παγκόσμια.

Διαφωνίες

Έτσι κι αλλιώς, στην Ευρωπαϊκή Ένωση όλες οι προηγούμενες συμφωνίες στις Συνόδους Κορυφής πετάχθηκαν στα σκουπίδια, ενώ τα δήθεν απαραβίαστα χρονοδιαγράμματα παραβιάζονται συνεχώς. Η αναποτελεσματικότητα των μέτρων αναδεικνύουν νέες διαφωνίες κάθε φορά. Τώρα είναι ο Ιταλός δοτός πρωθυπουργός Μόντι που πρωτοστατεί στο μέτωπο των κυβερνήσεων οι οποίες αντιτάσσονται στη γραμμή Μέρκελ. Μιλώντας στο Ευρωκοινοβούλιο στα μέσα Φλεβάρη ο Μόντι τόνισε πως «δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι οι ευθύνες βαρύνουν το ίδιο το κέντρο με την περιφέρεια». Ο Μόντι προειδοποίησε επίσης ότι η Ελλάδα αποτελεί «την πιο επικίνδυνη εστία φωτιάς» και πως «υπάρχει πλέον η πεποίθηση ότι έχουμε έναν όλο και μεγαλύτερο αριθμό κρατών που θα μπορούσε να επηρεασθεί αρνητικά από μια περαιτέρω αποσταθεροποίηση της οικονομικής κατάστασης». Με πρωτοβουλία του Ιταλού πρωθυπουργού, εξάλλου υπήρξε επιστολή μιας ντουζίνας περίπου Ευρωπαίων ηγετών με την οποία ζητούν από την Κομισιόν να δοθεί ουσιαστικά στήριξη στην οικονομική ανάπτυξη της Ευρώπης.

Απόδειξη των διαφωνιών –γαλλογερμανικών και… γερμανογερμανικών αυτή τη φορά– είναι και οι δηλώσεις του Γάλλου πρωθυπουργού Φρ. Φιγιόν που είπε:«Δεν υπάρχει διάσταση με την καγκελάριο η οποία συμμερίζεται πλήρως τη θέση μας, αλλά καμιά φορά ακούμε ανθρώπους στη Γερμανία να εκφράζουν διαφορετικές απόψεις εντός της γερμανικής κυβέρνησης». Η διαφορά Μέρκελ-Σόιμπλε –περί αυτού πρόκειται– εδράζεται στο γεγονός ότι υπάρχουν τμήματα του γερμανικού χρηματιστικού κεφαλαίου που θεωρούν ότι θα συνεχίσουν να κερδίζουν (όπως γινόταν μέχρι τώρα) από τη διατήρηση της Ελλάδας στην εντατική, ενώ άλλοι θεωρούν ότι τα κέρδη δεν θα συνεχιστούν και πρέπει να μην δίνονται άλλα λεφτά στον «ασθενή». Όμως υπάρχουν κι άλλες παράμετροι: Η Μέρκελ φοβάται ότι η εγκατάλειψη της Ελλάδας στο έλεος της χρεοκοπίας θα έχει ανυπολόγιστες μέχρι τώρα επιπτώσεις στο αξιόχρεο των άλλων χωρών της ευρωζώνης αλλά και στο πιστωτικό σύστημα της Ευρώπης και του υπόλοιπου κόσμου. Το ίδιο δηλ. που φοβάται και ο Φιγιόν αλλά και πλειάδα άλλων εκπροσώπων των Ευρωπαίων καπιταλιστών. Σε κάθε περίπτωση, όσον αφορά τη Γερμανία, οι αντιθέσεις δεν έκλεισαν με τη συμφωνία των Βρυξελλών, καθώς το θέμα της χρηματοδότησης της Ελλάδας θα έρθει στο γερμανικό κοινοβούλιο στις 27/2 και εκεί μπορεί η Μέρκελ να χρειαστεί τις ψήφους της αντιπολίτευσης για να εγκριθεί το σχέδιο: η πολιτική κρίση μεταφέρεται έτσι από την «περιφέρεια» στο κέντρο της Ευρώπης.

Ύφεση

Οι διαφωνίες δεν καταγράφονται σε ένα ουδέτερο οικονομικό περιβάλλον. Οι τίτλοι των διαφόρων κεφαλαίων της έκθεσης του ΟΟΣΑ για τις προοπτικές της παγκόσμιας οικονομίας τον Σεπτέμβριο του 2011 ήταν εύγλωττοι: «Η παγκόσμια οικονομική δραστηριότητα είναι κοντά στη στασιμότητα», «το παγκόσμιο εμπόριο έχει συρρικνωθεί και οι παγκόσμιες οικονομικές ανισορροπίες επιμένουν», «στην αγορά εργασίας, οι βελτιώσεις είναι όλο και λιγότερο αισθητές» κ.λπ.

 

Το Νοέμβρη ο ΟΟΣΑ μιλούσε πλέον για «σημαντική επιδείνωση», ενώ οι προβλέψεις της Eurostat έκαναν λόγο για οικονομική συρρίκνωση της ΕΕ, από την οποία ακόμη και η Γερμανία δεν θα αποτελούσε εξαίρεση. Η ύφεση αγκαλιάζει απειλητικά σχεδόν ολόκληρη την ήπειρο: Στο τέταρτο τρίμηνο του 2011 μόνον η Γαλλία γνώρισε μιαν –αναιμική– ανάπτυξη της τάξης του 1,4% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο, ενώ όλες οι άλλες χώρες βούλιαξαν (της Γερμανίας περιλαμβανομένης) με τη μεγαλύτερη υποχώρηση να σημειώνεται στην Ιταλία και την Ολλανδία (-0,7%). Η πορτογαλική οικονομία συρρικνώθηκε κατά 1,3% ενώ η Ελλάδα είχε ύφεση της τάξης του 5% (και 7% σε ετήσια βάση). Σύμφωνα με τον «Economist» συνολικά στη ευρωζώνη η ύφεση κυμάνθηκε κατά μέσο όρο στο 0,3% στο τέταρτο τρίμηνο του 2011. Οι εμπειρογνώμονες που συμμετείχαν σε έρευνα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ενώ κατ’ αρχάς προέβλεπαν ανάπτυξη κατά 0,8% στην ευρωζώνη το 2012, τώρα εκτιμούν ότι θα υπάρξει ύφεση 0,1%.

Σύμφωνα με τη Eurostat, η ευρωπαϊκή βιομηχανία βρίσκεται στα επίπεδα παραγωγής του 2005, 11% χαμηλότερα από το ανώτατο σημείο που είχε φτάσει σε αυτή την εξαετία.

Και οι προοπτικές δεν είναι καθόλου καλές: Στην Ιταλία, π.χ. αναμένεται να προστεθεί επιπλέον 1,5% αρνητικής ανάπτυξης το 2012, σύμφωνα με τον διοικητή της Τράπεζας της Ιταλίας Ινιάτσιο Βίσκο. Ο Βίσκο λέει ότι η κατάσταση μπορεί να αντιστραφεί το 2013 αν αλλάξουν ρότα οι τράπεζες και αρχίσουν να δανείζουν. Όμως μέχρι τώρα οι τράπεζες δεν ακούν τέτοιες εκκλήσεις και προτιμούν να διακρατούν ή να σπεκουλάρουν στον καπιταλισμό-καζίνο τα τεράστια ποσά που τους παραχωρούν τα κράτη και η ΕΚΤ.

Είναι σε αυτό το οικονομικό περιβάλλον που η διαβόητη Moody’s υποβάθμισε την πιστοληπτική ικανότητα της Ισπανίας, της Ιταλίας, της Πορτογαλίας, της Σλοβακίας, της Σλοβενίας και της Μάλτας, ενώ προειδοποίησε για το ενδεχόμενο απώλειας της αξιολόγησης «ΑΑΑ» για τη Βρετανία, τη Γαλλία και την Αυστρία. Ταυτόχρονα από τα μέσα Φλεβάρη τέθηκαν σε επιτήρηση 114 ευρωπαϊκές τράπεζες, ανάμεσά τους οι πυλώνες του ευρωπαϊκού πιστωτικού συστήματος, όπως οι Deutsche Bank, Commerzbank (Γερμανία), BNP Paribas, Societe Generale, Credit Agricole (Γαλλία), Royal Bank of Scotland, Barclays, HSBC (Βρετανία), ING (Ολλανδία), Santander (Ισπανία), UBS (Ελβετία).

Επίθεση

Η κρίση χρέους (δημόσιου και ιδιωτικού, γιατί το δεύτερο σκόπιμα συγκαλύπτεται από τα αστικά μέσα ενημέρωσης, παρότι είναι το μεγαλύτερο τμήμα του παγκόσμιου χρέους) είναι αντανάκλαση της συστημικής κρίσης του καπιταλισμού. Επειδή πρόκειται ακριβώς για συστημική κρίση, οι εκπρόσωποι των καπιταλιστών δυσκολεύονται ή και αδυνατούν να βρουν μεσοπρόθεσμες λύσεις. Το ταξικό τους κριτήριο, ωστόσο τους επιβάλει να πάνε στα έγκατα της λειτουργίας του συστήματος, δηλ. να προσπαθήσουν να εξάγουν περισσότερη υπεραξία από τους εργαζόμενους, αφού αυτή η υπεραξία είναι η μόνη πηγή κερδών.

Γι’ αυτό οι άρχουσες τάξεις προχωρούν σε άγριες επιθέσεις στους μισθούς και τις κοινωνικές παροχές: Στον ιδιωτικό τομέα επιβάλλουν νομοθετικές ρυθμίσεις που εξαφανίζουν συλλογικές συμβάσεις και διαπραγματεύσεις. Οι μειώσεις μισθών στον δημόσιο τομέα και οι περικοπές κοινωνικών παροχών ελαφρύνουν το κράτος από δαπάνες και έτσι επιτρέπουν να μειωθεί ακόμη περισσότερο η φορολογική ελάφρυνση των πλούσιων (δηλ. των καπιταλιστικών επιχειρήσεων) η οποία οδήγησε στην πρώτη φάση της κρίσης χρέους. Το ίδιο σχέδιο εφαρμόζεται σε Ελλάδα, Ισπανία, Πορτογαλία, ενώ τον Μάρτιο ο Μόντι φέρνει και στην Ιταλία την αντιμεταρρύθμιση που κατεδαφίζει μισθούς και δικαιώματα. Παρόμοιες πολιτικές εμφανίζονται ήδη σε Γαλλία και Βρετανία, ενώ τα χτυπήματα έχουν ήδη συντελεστεί σε μια σειρά χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.

Για να επιβάλουν αυτή την πρωτοφανή στην ιστορία υποτίμηση μισθών, οι καπιταλιστές είναι αναγκασμένοι να προσφύγουν σε περιστολή των δημοκρατικών δικαιωμάτων. Οι δυνάμεις καταστολής αναλαμβάνουν κεντρικό ρόλο (πλάι στα ΜΜΕ) όπως αυτό φαίνεται ξεκάθαρα στην Ελλάδα, την Ισπανία, την Αγγλία. Τα ίδια τα συντάγματα αρχίζουν να ξαναγράφονται, θεσμοθετώντας ως απόλυτη αξία την… υπεραξία που πρέπει να καρπώνονται οι καπιταλιστές.

Χωρίς αντίπαλο δέος, χωρίς φόβητρο, τα αφεντικά δεν θα σταματήσουν. Είναι το απόλυτο καθήκον, είναι ζήτημα ζωής ή θανάτου για την ευρωπαϊκή εργατική τάξη να συγκροτήσει αυτό το φόβητρο.