Οι μέρες μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας από το καταλανικό κοινοβούλιο δεν θύμιζαν σε τίποτα μια διαδικασία ανεξαρτητοποίησης -το αντίθετο: Το άρθρο 155 είχε τεθεί σε εφαρμογή, η συζήτηση κινούνταν στους ρυθμούς των εκλογών που επέβαλε ο Ραχόι, πολιτικά στελέχη του καταλανικού εθνικισμού προφυλακίζονται, η Χενεραλιτάτ (η καταλανική κυβέρνηση) δεν λειτουργεί στην ουσία, με τη μισή να βρίσκεται στις Βρυξέλλες, ενώ στους δρόμους επικρατούσε ηρεμία. Αξίζει να δούμε τώρα πώς φτάσαμε έως εδώ, γιατί τα πράγματα πήραν αυτήν την τροπή και τι εγκυμονεί το μέλλον.

Πώς φτάσαμε στο δημοψήφισμα
Η πολιτική ηγεσία της καταλανικής κυβέρνησης, αφότου μαζικοποιήθηκε το κίνημα για ανεξαρτησία (μετά το 2012), κινούνταν με ένα διπλό στόχο: να διασωθεί πολιτικά διατηρώντας επαφή με την αυξανόμενη λαϊκή διάθεση υπέρ της ανεξαρτησίας και να διαπραγματευτεί από καλύτερες θέσεις με τη Μαδρίτη μια καλύτερη διευθέτηση για την καταλανική αστική τάξη. Με αυτούς τους στόχους κατά νου, μετέτρεψε το δημοψήφισμα του 2014 σε «συμβουλευτικό» και -για να του δώσει μια συνέχεια- μετέτρεψε τις περιφερειακές εκλογές του 2015 σε «δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία» (με τη συγκρότηση του Junts Pel Si, «Μαζί για το Ναι», μεταξύ του κεντροδεξιού PdeCat και της κεντροαριστερής ERC). Τους μήνες που ακολούθησαν, ο «οδικός χάρτης» της επίσης ανεξαρτησιακής ηγεσίας, για μια «σταδιακή», ειρηνική, κατόπιν συνεννόησης εφαρμογή μέτρων αυτονόμησης, που έφταναν ως το στόχο «αποσύνδεσης» από το Ισπανικό Κράτος (μια λέξη που συμπύκνωνε τον «ομαλό» χαρακτήρα της Διαδικασίας), συνάντησε τον τοίχο της αδιαλλαξίας της Μαδρίτης. Μπροστά σε αυτά τα αδιέξοδα, έχοντας ήδη εξαντλήσει τις άλλες επιλογές το 2014 και το 2015, και υπό την πίεση της CUP (της αριστερής ανεξαρτησιακής οργάνωσης που έδινε ψήφο ανοχής στην καταλανική κυβέρνηση υπό τον όρο να προωθηθεί το σχέδιο ανεξαρτητοποίησης), οδηγήθηκε στην απόφαση για διεξαγωγή νέου δημοψηφίσματος, αυτήν τη φορά «δεσμευτικού» και «μονομερούς». Ακόμα και τότε, η ηγεσία γύρω από τον Πουτζδεμόν έδειχνε να υπολογίζει περισσότερο ότι το δημοψήφισμα θα ακυρωνόταν κάτω από το βάρος της καταστολής και η ίδια θα περιοριζόταν στο να καταγγέλλει τη Μαδρίτη -δεν υπήρξε κανένα σοβαρό μέτρο περιφρούρησης του δημοψηφίσματος, κανένας σχεδιασμός για την επόμενη μέρα. 
Η λαϊκή αυτενέργεια 
αλλάζει το σκηνικό

Οι μέρες προς το δημοψήφισμα και η ίδια η 1η Οκτώβρη έφεραν την ανατροπή. Η λαϊκή αυτο-οργάνωση, η εισβολή του λαϊκού παράγοντα στο προσκήνιο και η μαζική ανυπακοή και άμεση δράση υπερασπίστηκε το δημοψήφισμα κι επέβαλε τη διεξαγωγή του, απέναντι στην καταστολή και την απαγόρευση. Ήταν ένα σενάριο που δεν είχε προβλεφθεί από τους Καταλανούς αστούς πολιτικούς: η Μαδρίτη διατήρησε τη σκληρή γραμμή, αλλά το δημοψήφισμα έγινε! Και ακολούθησε η απεργία στις 3 Οκτώβρη, όπου (όπως και στην υπεράσπιση του δημοψηφίσματος) κινητοποιήθηκε ένα δυναμικό πολύ ευρύτερο των οπαδών της ανεξαρτησίας, ένα πλατύ αντικατασταλτικό-δημοκρατικό κοινωνικό μπλοκ. 
Ήταν μια κατάσταση (μετωπική σύγκρουση με το Ισπανικό Κράτος, συνθήκες «αγωνιστικής συμπόρευσης» με ένα ευρύτερο κοινωνικό μπλοκ) για την οποία η πολιτική ηγεσία του καταλανικού εθνικισμού δεν είχε κανένα σχέδιο, και τις βδομάδες που ακολούθησαν κινήθηκε μεταξύ αυτοσχεδιασμών και διστακτικότητας. 
Αναδίπλωση
Από τις 3 ως τις 27 Οκτώβρη, η ηγεσία της Χενεραλιτάτ έδειξε την αμηχανία (αν όχι εχθρότητά) της απέναντι στην προοπτική μιας παρατεταμένης λαϊκής κινητοποίησης, οι επίσημες κοινωνικές ηγετικές οργανώσεις (η ANC και η Omnium Cultural) έδειξαν ανίκανες ή απρόθυμες να ξεπεράσουν μια «κάθετη» και «εθιμοτυπική» προσέγγιση απέναντι στο κίνημα (επετειακές διαδηλώσεις, υπόκλιση στην πρωτοκαθεδρία των πολιτικών εθνικιστικών κομμάτων), τα συνδικάτα δεν είχαν σαφή προσανατολισμό απέναντι στο ζήτημα. Ενώ οι ηγεσίες έδειχναν αιφνιδιασμένες ή και τρομοκρατημένες από όσα συνέβησαν στις μέρες του δημοψηφίσματος, οι δυνάμεις που έκαναν εφικτό το δημοψήφισμα έδειξαν ότι δεν είχαν αποκτήσει τη δυνατότητα να παίξουν αυτόνομο πολιτικά ρόλο, «παρά» ή και «ενάντια» στις προθέσεις των ηγεσιών. Το «αυθόρμητο» κίνημα από τα κάτω ήταν σε θέση να απαντά σε προκλήσεις του κράτους, αλλά όχι να δράσει από μόνο του «επιθετικά» και πρωτοβουλιακά. Όπως σημείωνε ο Γιοζέπ Μαρία Αντέντας, τις μέρες μετά το δημοψήφισμα, η αυτο-οργάνωση εμφανίστηκε πολύ καθυστερημένα στο προσκήνιο. Αυτό λειτούργησε ανασταλτικά μπροστά στην αποπροσανατολιστική δράση και τη σύγχυση που προκαλούσε η στάση των επίσημων ηγεσιών, που άφησαν το θετικό «μομέντουμ» να περάσει.
Όταν η λύση των εκλογών (με όρο να αποσυρθεί το 155) δεν έγινε δεκτή από τη Μαδρίτη, η ηγεσία Πουτζδεμόν οδηγήθηκε στην ανακήρυξη της ανεξαρτησίας. Μια ανακήρυξη που αποδείχτηκε τελείως συμβολική -και προεκλογικό «εφόδιο» για να διατηρήσει ο Πουτζδεμόν την ηγεσία στο ανεξαρτησιακό μπλοκ, το οποίο απειλούταν με κατάρρευση. Η φυγή στις Βρυξέλλες και η ουσιαστική αποδοχή του 155 από την Χενεραλιτάτ ήταν η λογική συνέχεια. Η καταλανική ηγεσία δεν ήθελε ούτε μπορούσε να υλοποιήσει πρακτικά την ανεξαρτησία. Αυτό θα απαιτούσε μέτρα σχεδόν «επαναστατικά», τα οποία προφανώς απεύχεται ένα κόμμα όπως το συντηρητικό PdeCAT και τα οποία είναι απρόθυμο ή ανίκανο να οργανώσει ένα κόμμα όπως η ERC, ειλικρινά ανεξαρτησιακή, αλλά «μονοθεματική», χωρίς κανέναν άλλο κινηματικό-ριζοσπαστικό προσανατολισμό. Αυτές οι δυνάμεις αποδέχτηκαν την εκλογική πρόκληση του Ραχόι ως μοναδική διέξοδο και προσανατολίζονται πλέον στην εκλογική μάχη του Δεκέμβρη. 
Το καθεστώς
Το καθεστώς έδειξε όλο το προηγούμενο διάστημα το πιο σκληρό του πρόσωπο -από την καταστολή στο δημοψήφισμα, ως την εφαρμογή του 155 και τις συλλήψεις των Καταλανών πολιτικών ηγετών. Επιχειρεί να αξιοποιήσει την καταλανική κρίση για να «πυκνώσει τις γραμμές του» και να ανασυνταχθεί το καθεστωτικό μπλοκ και το Ισπανικό Κράτος σε συντηρητική κατεύθυνση, συντρίβοντας-απομονώνοντας κάθε αμφισβήτηση (είτε από τα εθνικά κινήματα είτε από το Ποδέμος και το γενικότερο κίνημα αντίστασης). Σε αυτήν τη φάση, ο Ραχόι δείχνει να ανακτά την πρωτοβουλία κινήσεων, να κερδίζει πολύτιμο χρόνο και «ηρεμία» ως το Δεκέμβρη και να κάνει προς ώρας σαφές ότι η «νομιμότητα» του Ισπανικού Κράτους παραμένει αναμφισβήτητη. Όμως την ίδια ώρα, η «χειρουργική» εφαρμογή του 155 και η προκήρυξη εκλογών στέλνουν ένα άλλο μήνυμα: Αφενός, τη δυνατότητα ελιγμών από τη μεριά του καθεστώτος (που αποφεύγει να «κεντρίσει» το κίνημα και να προκαλέσει νέες κρίσεις). Αφετέρου, τα όρια της δύναμής του, που κάνουν υποχρεωτικούς και τέτοιους ελιγμούς. Ο Ραχόι παίρνει προφανώς υπόψη τον «φρανκισμό» που ζει μέσα στο κόμμα του, αλλά πρέπει να λειτουργήσει και ως «ηγέτης όλης της Ισπανίας»  -αυτό είναι το όριο που του επιβάλει ελιγμούς, όπως η προκήρυξη εκλογών, που παρουσιάζεται ως μια «δημοκρατική διέξοδος που θα βάλει τέλος στην ανωμαλία του 155». Το καθεστώς δεν έχει την αυτοπεποίθηση να συντηρήσει το 155 (και να εφαρμόσει τη σκληρή του εκδοχή) ως μόνιμη κατάσταση, αν θέλει να διατηρήσει μια νομιμοποίηση πέρα από τις γραμμές των συντηρητικών οπαδών του Λαϊκού Κόμματος -σε όλο το Ισπανικό Κράτος, και πολύ περισσότερο στην Καταλονία. 
Η Αριστερά
Σε όλη αυτήν τη διαδρομή, η Αριστερά δεν πέτυχε τον βασικό στόχο: να συνδέσει τη διαδικασία της ανεξαρτητοποίησης με την ευρύτερη αμφισβήτηση απέναντι στο καθεστώς του 1978, να ενώσει τους οπαδούς της ανεξαρτησίας με τους υπερασπιστές του δικαιώματος στην αυτοδιάθεση. 
Η CUP επιχείρησε να παίξει ρόλο μέσα στο κίνημα, να στηρίξει δράσεις ή και να προκαλέσει γεγονότα, όπως και να δώσει το δικό της, αριστερό, στίγμα στο στόχο της «Καταλανικής Δημοκρατίας». Όμως σε ένα βαθμό εγκλωβίστηκε στο ρόλο που είχε επιλέξει ως συνεπέστερη «εγγυήτρια» της διαδικασίας ανεξαρτητοποίησης, που την απομόνωνε από ευρύτερες δυνάμεις έξω από το «ανεξαρτησιακό» μπλοκ. 
Η πλειονότητα της καταλανικής Αριστεράς (όπως εκφράζεται κυρίως από το συμμαχικό Catalunya en Comu με επικεφαλής την Άντα Κολάου) εντόπισε τα προβλήματα της Διαδικασίας (την προβολή του στόχου της ανεξαρτησίας ως «πανάκεια», την παντελή έλλειψη σχεδίου για την εφαρμογή της, την πόλωση που προκαλούσε με βάση τις εθνικές ταυτότητες, το πέρασμα των κοινωνικών ζητημάτων σε δεύτερο πλάνο), αλλά απέναντι σε αυτά, αντί να εμπλακεί, επέλεξε έναν αναχωρητισμό που στην ουσία έκλεινε τα μάτια στην πραγματικότητα και απλά ευχόταν το καταλανικό ζήτημα να εξαφανιστεί με κάποιο μαγικό τρόπο. Όπως σημειώνει ο Γιοζέπ Μαρία Αντέντας, αυτό λειτουργεί ως το «παράδοξο της παθητικότητας», όπου οι αντιφάσεις και οι αρνητικές πτυχές μιας κατάστασης, οι οποίες δικαιολογούν μια παθητική πολιτική, τελικά καταλήγουν μόνο να παροξύνονται ακριβώς ως συνέπεια αυτής της παθητικότητας. 
Δυνάμεις όπως οι Anticapitalistas, που επιχείρησαν να κινηθούν σε αυτό το δύσκολο τοπίο με βάση μια προσπάθεια να συνδεθεί το καταλανικό ζήτημα με την αμφισβήτηση του καθεστώτος του 1978, να βρεθεί κοινός τόπος ανάμεσα στους «ανεξαρτησιακούς» και τον δημοκρατικό κόσμο της «υπεράσπισης της αυτοδιάθεσης», καθώς και να αποκτήσει κοινωνικό περιεχόμενο η «Διαδικασία», δεν είχαν το μέγεθος να καθορίσουν την πορεία των πραγμάτων.
Με ποια πολιτική;
Αυτά που δεν έγιναν, περιγράφουν αυτά τα οποία πρέπει να γίνουν. Οι δυνάμεις που στέκονται ενάντια στην καταστολή του Ραχόι, υπέρ του δικαιώματος στην αυτοδιάθεση, αλλά διατηρούν σκεπτικισμό απέναντι στην ανεξαρτησία, οφείλουν να αναγνωρίσουν ότι μια διαδικασία αυτοδιάθεσης είναι ήδη σε εξέλιξη στην Καταλονία και πρέπει να την υπερασπιστεί κανείς ως την τελική της συνέπεια. Κυρίως, πρέπει να αναγνωρίσουν ότι η ρήξη με το καθεστώς του 1978 θα περάσει και μέσα από τέτοιες «μονομερείς» ενέργειες και δεν θα γίνει μέσω διαλόγου, μεταρρυθμίσεων και σεβασμού στο στάτους κβο. Οι δυνάμεις που μάχονται για ανεξαρτησία (από αριστερή σκοπιά) οφείλουν να προετοιμαστούν για σοβαρή μάχη, η οποία για να είναι νικηφόρα χρειάζεται μια διευρυμένη κοινωνική βάση στην Καταλονία και -κυρίως- συμμαχίες στο υπόλοιπο Ισπανικό Κράτος. 
Ο συνδυασμός των «μονομερών ενεργειών» με μια πολιτική συναδέλφωσης είναι κρίσιμος. Η υπεράσπιση της Καταλανικής Δημοκρατίας, συνδυασμένη με μια προοπτική συναδέλφωσης, ανοιχτής στους υποστηρικτές της «ομόσπονδης» λύσης, μπολιασμένη με τα δημοκρατικά-κοινωνικά αιτήματα ενάντια στη λιτότητα και τον αυταρχισμό, μπορεί να συγκροτήσει το αναγκαίο κοινωνικό-πολιτικό μπλοκ που θα αναμετρηθεί με το καθεστώς. Ο στόχος των «συντακτικών διαδικασιών» που προτείνουν οι Anticapitalistas, ως πρόταση που θα εμπλέξει τη λαϊκή αυτενέργεια στην διαμόρφωση «αντι-θεσμών» και θα ενώσει δυνάμεις δείχνει μακρινός, αλλά παραμένει κρίσιμος. 
Αυτά αφορούν το κρίσιμο μεσοδιάστημα έως τις εκλογές, όπου τίθεται το ζήτημα του να σπάσει η παθητικότητα. Η απεργία στις 8 Νοέμβρη, η διαδήλωση στις 11 Νοέμβρη για απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων, είναι κρίσιμες στιγμές όπου θα μετρηθεί η δυνατότητα του κινήματος να παρέμβει και πάλι στις εξελίξεις.  
Προς τις εκλογές
Αφορούν επίσης τις ίδιες τις εκλογές. Η πιθανότητα μποϊκοτάζ δεν προκύπτει: Ο τρικομματισμός θα δώσει σκληρή μάχη να αναλάβει τον έλεγχο της Χενεραλιτάτ και απέναντι σε αυτήν την πρόκληση, τα κόμματα του Junts Pel Si δήλωσαν εξαρχής ότι θα συμμετέχουν και το ίδιο μάλλον προσανατολίζονται να κάνουν και οι αριστεροί σχηματισμοί.
Σε αυτήν τη μάχη ένα μέτωπο «όλων ενάντια στο 155» δεν μπορεί να λειτουργήσει προωθητικά. Θα λειτουργήσει απωθητικά στους αριστερούς μη-ανεξαρτησιακούς, θα είναι κενό θετικού συνεκτικού περιεχομένου (πέρα από το «αρνητικό» πρόσημο ενάντια στο 155), και θα υποτάσσει μαχητικές δυνάμεις στην ηγεσία Πουτζδεμόν, η οποία πέρα από τα υπόλοιπα προβλήματά της, δεν έχει καταθέσει καν σοβαρό σχέδιο που να δείχνει ότι εννοεί σοβαρά την υπεράσπιση της Καταλανικής Δημοκρατίας σε περίπτωση εκλογικής νίκης. 
Όμως θα χρειαστεί προσοχή απέναντι σε μια λογική «τρίτου πόλου» που μπορεί να καθορίζεται από μια προσκόληση στους υπάρχοντες θεσμούς και μια «εξ αριστερών» υπεράσπιση της ακεραιότητας του Ισπανικού Κράτους. 
Το ιδανικό σενάριο θα ήταν να βρεθεί κοινός τόπος μεταξύ δυνάμεων όπως η CUP και η Catalunya en Comu και το Podem (Podemos Καταλονίας), που θα σηματοδοτεί τη ρήξη και με την «επίσημη» ηγεσία της ανεξαρτησίας και με τη ρουτινιάρικη υπεράσπιση του στάτους κβο, σε μια λογική «ρήξης με το καθεστώς του 1978». Μια τέτοια δύναμη θα μπορούσε από καλύτερες θέσεις, και ανεξάρτητα, να παίξει ρόλο στη μάχη ενάντια στον τρικομματισμό του «155». 
Η κρίση θα συνεχιστεί
Γιατί επόμενη μέρα θα υπάρξει. Το καθεστώς δεν μπορεί να επιλύσει την κρίση -ακόμα και οι προσωρινές του επιτυχίες μεσοπρόθεσμα μάλλον υποσκάπτουν ακόμα περισσότερο τη συνοχή του. Η πολιτική ηγεσία του καταλανικού εθνικισμού επίσης δεν μπορεί να ξεπεράσει τα όριά της -και θα βρίσκεται διαρκώς αντιμέτωπη με τον «δαίμονα» τον οποίο απελευθέρωσε άθελά της. Οι εκλογές μπορεί να δείχνουν ως «σωσίβιο» σήμερα για τα αστικά κόμματα σε Μαδρίτη και Βαρκελώνη, αλλά μπορεί εύκολα να αποδειχθεί λύση πολύ σύντομης διάρκειας. 
Η ανάπαυλα που χαρίζει η κάλπη μπορεί να οδηγήσει σε νέα, ακόμα πιο άλυτα (χωρίς την επιλογή της κάλπης πια...) αδιέξοδα...