Τους τελευταίους μήνες ένας κύκλος δολοφονιών κυρίως με σεξιστικά και ρατσιστικά κίνητρα έχει ανοίξει μια μεγάλη κουβέντα εντός του κινήματος.

Κουβέντα τόσο για τις αιτίες αυτών των δολοφονιών όσο και τον τρόπο αντιμετώπισής τους. Η δολοφονία του Ζακ, του εργάτη Πετρίτ από την Αλβανία, της Ελένης από τη Ρόδο και της Αγγελικής από την Κέρκυρα έχουν ταράξει τα νερά φέρνοντας στην επιφάνεια περιστατικά βίας και κακοποίησης που συνέβαιναν χρόνια αλλά ήταν βαθιά κρυμμένα κάτω από το χαλί.
Παρ’ όλα αυτά ο όρος φασισμός κουβαλάει βαρύ και επικίνδυνο ιστορικό, πολιτικό και κοινωνικό φορτίο και γι’ αυτό πρέπει να χρησιμοποιείται με ακρίβεια και προπαντός σύνεση. Ο φασισμός δεν αποτυπώνεται κοινωνικά σε εξατομικευμένες συμπεριφορές αλλά σε ένα οργανωμένο κίνημα-κόμμα το οποίο μάλιστα καταφέρνει να ριζώσει σαν ζιζάνιο μέσα στην κοινωνία. Ένα κίνημα που εγκολπώνει αφενός οργισμένους και πολιτικά αποπροσανατολισμένους μικροαστούς και αφετέρου κομμάτια του λουμπενοποιημένου προλεταριάτου που ζώντας στο κοινωνικό περιθώριο αναζητούν διέξοδο σε λάθος δρόμους. Όμως πρωτίστως αποτελεί οργανωμένη κοινωνική κίνηση συγκροτημένη γύρω από ένα κόμμα με σκοπό το τσάκισμα των συνδικάτων, της Αριστεράς, του φεμινισμού, των προσφύγων και μεταναστών. Ιστορικά εμφανίζεται με μαζικά τάγματα τρόμου στο δρόμο. Με οργανωμένες και επώνυμες επιθέσεις σε συνδικάτα, τις αριστερές οργανώσεις, τις εθνικές και θρησκευτικές μειονότητες, τους ανθρώπους με διαφορετικό σεξουαλικό προσανατολισμό. Ο φασισμός είναι οργανωμένος σε κόμμα και αποζητά την εξουσία είτε με εκλογές (Μουσολίνι, Χίτλερ) είτε με τη βία (Φράνκο). Συνεπώς είναι άλλο πράγμα ο μαζικός εκφασισμός και άλλο πράγμα η μεμονωμένη υιοθέτηση φασιστικών πρακτικών.
Ο ξενόφοβος, ακόμη και ο ρατσιστής, ο σεξιστής, ακόμη και ο βίαιος σεξιστής, καθώς και ο εθνικιστής δεν είναι αυτόματα φασίστας. Και δεν πρέπει να ταυτίζουμε όλα αυτά τα συντηρητικά και αντιδραστικά στρώματα και συμπεριφορές με τον φασισμό. Άλλο που δεν θέλει.
Η γραμμή ανάμεσα στο φασιστικό φαινόμενο και τον ακραίο συντηρητισμό είναι πολύ λεπτή ιδιαίτερα σήμερα, όμως είναι μια γραμμή υπαρκτή. Η αγνόηση αυτής της γραμμής ενέχει σοβαρούς κινδύνους απομόνωσης της Αριστεράς και των κινημάτων σε μια περίοδο κρίσης των παραδοσιακών αστικών κομμάτων και ανόδου της ακροδεξιάς διεθνώς. Η φτωχοποίηση και η εξαθλίωση των πολιτικών της λιτότητας και των μνημονίων έχει αναδιατάξει το πολιτικό σκηνικό φέρνοντας στο προσκήνιο μια μεγάλη μερίδα κόσμου που αναζητά πολιτική διέξοδο και έκφραση. Η Αριστερά οφείλει να συνδεθεί με αυτό τον κόσμο όχι με όρους αντιμετώπισης μιας κοινωνίας που εκφασίζεται αλλά με όρους σύνδεσης με μια κοινωνία που οφείλει να συνεχίσει να παλεύει απέναντι στις πολιτικές που γέννησαν όλες τις παραπάνω δολοφονίες.
Οι δολοφονίες αυτές λοιπόν αποτελούν τις συνέπειες ενός συστήματος που αναπαράγει το ρατσισμό, το σεξισμό και την εκμετάλλευση ως μέσο επιβίωσής του σε καιρούς κρίσης. Αυτό το σύστημα και αυτές τις πολιτικές έχουμε απέναντί μας και όχι φανταστικούς εχθρούς. Όποιος δεν το βλέπει αυτό είναι καταδικασμένος στην απομονωμένη «καθαρότητα» που δεν επιχειρεί να συγκρουστεί με το σύστημα αλλά με αυτούς που μπορούν να το τσακίσουν. Για τις γυναικοκτονίες δεν ευθύνονται οι άντρες γενικώς αλλά ένα ανδροκρατούμενο σύστημα που αντικειμενοποιεί και αναπτύσσει ιδιοκτησιακές αντιλήψεις για το γυναικείο σώμα. Όπως και για τις ρατσιστικές επιθέσεις δεν φταίνε οι μικροαστοί ελληναράδες γενικώς αλλά η ανοχή αν όχι καλλιέργεια, από το ίδιο το σύστημα, εθνικιστικών και ξενοφοβικών συμπεριφορών. Το σύστημα γεννάει τους δολοφόνους βιαστές ή τους ρατσιστές τραμπούκους και όχι το αντίστροφο.
Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι αστικές ή σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις αξιοποιούν την αντιφασιστική ρητορική ως τελευταίο αποκούμπι. Π.χ., σήμερα στην Ελλάδα ο ΣΥΡΙΖΑ αυτοπροβάλλεται ως το δυνατότερο προπύργιο άμυνας απέναντι στην άνοδο της ακροδεξιάς και του εθνικισμού προκειμένου να αποκομίσει εκλογικά οφέλη αλλά και για να διατηρήσει συνδέσεις με ακροατήρια που, μπροστά στον «κίνδυνο του εκφασισμού», θα προτιμήσουν τη συνέχεια των μνημονίων και της λιτότητας. 
Κάπως έτσι το επιχείρημα του εκφασισμού δεν συσπειρώνει ένα αριστερό δυναμικό κόσμου γύρω από ένα αριστερό ριζοσπαστικό πρόγραμμα αλλά γύρω από το φαινομενικά λιγότερο συστημικό κακό. Λειτουργεί δηλαδή ως δεκανίκι μιας μνημονιακής «Αριστεράς» που εφαρμόζει σκληρές νεοφιλελεύθερες πολιτικές όπως και οι προκάτοχοί της. Αυτό δείχνει ότι η συζήτηση περί εκφασισμού σε εγχώριο και ευρωπαϊκό επίπεδο, είτε σπρώχνει φοβικά τον κόσμο στη λύση των υπαρχόντων συστημικών κομμάτων είτε κλωτσάει αντιδραστικά τον κόσμο στη λύση της ακροδεξιάς. Αν το «δημοκρατικό τόξο» στα μάτια του κόσμου ταυτίζεται με το «τόξο της λιτότητας, των ιδιωτικοποιήσεων» κ.λπ. τότε είναι εύκολο κάποιος να διαλέξει κάτι εκτός «δημοκρατικού τόξου». 
Η πραγματική κουβέντα όμως βρίσκεται στην οικοδόμηση ενός αριστερού πολιτικού ρεύματος που θα αμφισβητεί και τους μεν και τους δε. Που θα παλεύει ενάντια στις ρατσιστικές, εθνικιστικές και σεξιστικές ιδέες και πρακτικές. Αλλά που ταυτόχρονα θα απαντάει στην «αντιφασιστική ομπρέλα» των «δημοκρατών της λιτότητας» ότι όσο υπάρχουν πολιτικές που φτωχοποιούν και διαχωρίζουν τους ανθρώπους, τόσο οι δολοφονίες, όπως αυτές που αναφέραμε στην αρχή, θα αυξάνονται. Αυτός είναι και ο λόγος που ο κίνδυνος που έχουμε μπροστά μας δεν είναι ο εκφασισμός της κοινωνίας αλλά η τυφλή υποταγή της σε ένα δρόμο που δεν έχει επιλέξει.