Στη δύση του 2016 και την αυγή του 2017, ο κόσμος γίνεται πιο «σκοτεινός», ασταθής και επικίνδυνος. Αυτή η διαπίστωση δεν ισχύει μόνο γενικά, αλλά και συγκεκριμένα για την Ευρώπη και ακόμη πιο συγκεκριμένα για τη νοτιοανατολική Μεσόγειο.

Η Ελλάδα, αδύναμος κρίκος της Ευρωζώνης όσον αφορά την οικονομική κρίση και χώρα σε μνημονιακή διαχείριση μιας ντε φάκτο χρεοκοπίας, από τα μέσα του 2015 και το 2016 έγινε και χώρα-αδύναμος κρίκος της ευρωπαϊκής διαχείρισης του προσφυγικού ρεύματος, αλλά και χώρα που γειτνιάζει και εμπλέκεται με τη ζώνη αστάθειας της Μ. Ανατολής και ιδιαίτερα της Συρίας, ζώνη αστάθειας η οποία απειλεί πλέον να «καταπιεί» και την Τουρκία. 
Εκτός από τις οδύνες του διαρκούς μνημονίου (βρισκόμαστε ήδη μεταξύ τρίτου και τέταρτου), εκτός από το αντιδημοκρατικό καθεστώς «έκτακτης ανάγκης» και ιμπεριαλιστικής επιτροπείας που τα συνοδεύει, για την εργατική τάξη, τα φτωχά λαϊκά στρώματα και τη νεολαία συσσωρεύονται τώρα και άλλοι κίνδυνοι: η εμπλοκή σε πολεμικά παιχνίδια και τυχοδιωκτισμούς στην περιοχή, η καλλιέργεια νέων, πιο επιθετικών μορφών ρατσισμού και ισλαμοφοβίας, η ενίσχυση της ακροδεξιάς και η «επάνοδος» της νεοφασιστικής Χρυσής Αυγής. 
Σε ένα τέτοιο φόντο εντεινόμενων απειλών για τις δυνάμεις της εργασίας και τα κοινωνικά και πολιτικά τους δικαιώματα και κατακτήσεις, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και ο «εν αναμονή πρωθυπουργός» Κυριάκος Μητσοτάκης, ο νυν και ο επαγγελλόμενος νέος μνημονιακός διαχειριστής, «καταλληλότεροι» και οι δύο ως «βασανιστές» της εργαζόμενης πλειοψηφίας, μοιάζουν ταυτόχρονα με αθύρματα που παρασύρονται από τις πολύ ισχυρότερες, «τυφλές» δυνάμεις της αστάθειας που διαπερνούν το διεθνές σύστημα. 
Ναι στα υψηλά πλεονάσματα - όχι σε μέτρα «τώρα»...
Στην πραγματικότητα, η «αντίσταση» του Αλέξη Τσίπρα και της κυβέρνησής του στις απαιτήσεις των δανειστών ενόψει της δεύτερης αξιολόγησης του ελληνικού μνημονιακού προγράμματος συνίσταται σε τούτο: όχι ψήφιση από τώρα συγκεκριμένων νέων μέτρων για τα χρόνια ύστερα από τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος το 2018. Το αίτημα αυτό, ενώ δεν σημαίνει απολύτως τίποτε για τη ζωή και τα δικαιώματα της εργαζόμενης πλειοψηφίας, σημαίνει πολλά για την κυβέρνηση, αφού μπορεί να τη διατηρήσει στη ζωή. Η κυβέρνηση υπογράφει «ευχαρίστως» τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ από το 2018 και ύστερα, επομένως αποδέχεται το πλαίσιο παράτασης της σκληρής λιτότητας και μετά το 2018. Για να επιτευχθούν τέτοια πλεονάσματα θα απαιτηθούν νέα μέτρα. Για να το πούμε καλύτερα: υπογράφοντας τέτοια πλεονάσματα, η κυβέρνηση αποδέχεται τη λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων για την επίτευξή τους. 
Η εργαζόμενη πλειοψηφία, λοιπόν, δεν έχει τίποτε να κερδίσει από την «αντίσταση» της κυβέρνησης, διότι ήδη η σπάθη των θηριωδών πλεονασμάτων 3,5% αιωρείται πάνω από το κεφάλι της. Η κυβέρνηση όμως ελπίζει ότι έτσι θα κερδίσει κάτι σημαντικό: την παραμονή της στην εξουσία. Διότι τα νέα μέτρα τώρα για το διάστημα μετά το 2018 θα ήταν το τελειωτικό πολιτικό χτύπημα σε αυτήν. Ο κυβερνών ΣΥΡΙΖΑ είναι θύμα μιας διαδικασίας πολιτικής κατάρρευσης που εξελίσσεται τόσο ραγδαία όσο η πολιτική κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ από το φθινόπωρο του 2011. Ο κίνδυνος της πολιτικής κατάρρευσης είναι που κάνει υπαρξιακής σημασίας την «κόκκινη γραμμή» όχι νέα μέτρα τώρα. Ο ίδιος κίνδυνος εξηγεί και τη «μονομερή ενέργεια» της κυβέρνησης να μοιράσει τμήμα από το υπερβάλλον πλεόνασμα του 2016 με τη μορφή εφάπαξ χριστουγεννιάτικου βοηθήματος στους συνταξιούχους και αναστολής για το 2017 της αύξησης του ΦΠΑ στα νησιά.
Ωστόσο, όπως τεκμηριώνει σε άλλη σελίδα αυτού του φύλλου ο Γιάννης Κιμπουρόπουλος, η γερμανική ατμομηχανή της καπιταλιστικής Ευρώπης εφαρμόζει με συνέπεια το δόγμα της «δημιουργικής καταστροφής» και ουδόλως συγκινείται από τα διαβήματα του δεμένου χειροπόδαρα από τις ίδιες του τις υπογραφές Αλέξη Τσίπρα. 
Ήδη οι εξελίξεις προϊδεάζουν για αργόσυρτες διαπραγματεύσεις μέχρι βαθέος ανοίξεως, ίσως και μέχρι την παραμονή των υποχρεώσεων αποπληρωμής μεγάλων δόσεων χρεολυσίων τον Ιούνιο –με το πιστόλι του «πιστωτικού γεγονότος» για άλλη μια φορά στον κρόταφο. Το ΔΝΤ αποσύρεται προσωρινά από τις διαπραγματεύσεις μέχρι να ενημερωθεί ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ και να δώσεις τις δικές του κατευθύνσεις, κανείς δεν διαθέτει την αυτοπεποίθηση να βεβαιώσει πως στα Eurogroup της 26ης Ιανουαρίου ή της 20ής Φεβρουαρίου θα υπάρξει συμφωνία, ενώ η οριστική διευθέτηση της υπόθεσης του έκτακτου βοηθήματος συνδέεται με την οριστική ανακοίνωση από τη Eurostat των ελληνικών στατιστικών στοιχείων του 2016, στις αρχές Απριλίου... 
Κάθε μέρα παραμονής στην εξουσία που κερδίζει με τέτοιες «παρατάσεις» η κυβέρνηση, τη φέρνει πιο κοντά σε νέα, ακόμη μεγαλύτερα αδιέξοδα, σε νέες, ακόμη πιο ντροπιαστικές κυβιστήσεις. 
Το πρόγραμμα Μητσοτάκη 
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έρχεται με την υπόσχεση ότι θα ολοκληρώσει, αλλά σε συνθήκες «ώριμου» μνημονίου, τη θατσερική (αντ)«επανάσταση» του πατέρα του. Πίσω από την παραπλανητική προπαγάνδα της «απαλλαγής της κοινωνίας από το βάρος των φόρων», κρύβεται ένα πρόγραμμα δραστικών φοροαπαλλαγών για το κεφάλαιο (και όχι για την εργασία), σε αναπόφευκτο συνδυασμό με ένα πρόγραμμα ευρύτερων περικοπών στις κοινωνικές δαπάνες, αλλά και πλήρους «απελευθέρωσης» της εργοδοτικής αυθαιρεσίας. Ο συνδυασμός αυτός, τυπικός για το πρόγραμμα της θατσερικής αντεπανάστασης στη δεκαετία του ’80, στην περίοδο των μνημονίων ισοδυναμεί με θατσερισμό στον κύβο. 
Αν ο μνημονιακός ΣΥΡΙΖΑ και ο Αλέξης Τσίπρας κινδυνεύουν με πολιτική κατάρρευση από το μείγμα φοροεπιδρομής και περικοπών που περιέχεται στο Μνημόνιο 3, ο Κυριάκος Μητσοτάκης αδυνατεί να πουλήσει πειστικά στην κοινωνία το προϊόν της δικής του δεύτερης απόπειρας για θατσερική επανάσταση. Κανενός είδους ανερχόμενο ρεύμα ακραίου νεοθατσερισμού δεν εντοπίζεται στις διαθέσεις της κοινωνίας. Το δημοσκοπικό προβάδισμα της ΝΔ δεν οφείλεται σε ένα τέτοιο ρεύμα που δεν υπάρχει, αλλά στην κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ. Που με τη σειρά της οφείλεται στη μνημονιακή στροφή του, στην ψήφιση και υλοποίηση σκληρών μνημονιακών πολιτικών. Με αυτή την έννοια, είναι ο μνημονιακός ΣΥΡΙΖΑ και ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας που ανοίγουν το δρόμο στον Μητσοτάκη. Αλλά και αντίστροφα: είναι ο «φόβος του Κούλη» που διατηρεί ακόμη κάποια αξιοσημείωτη συσπείρωση για το κυβερνών κόμμα. 
Ο κίνδυνος δεν είναι γενικώς «να έρθει ο Κούλης», αλλά να έρθει πάνω στα συντρίμμια που θα έχει δημιουργήσει ο ΣΥΡΙΖΑ, και να βρει το κίνημα και την Αριστερά σε κατάσταση αποθάρρυνσης και διασκορπισμού. 
Η αστάθεια και η απάντηση της Αριστεράς
Αν ο κόσμος στο σύνολό του διακρίνεται από όλο και εντεινόμενη αστάθεια, η Ελλάδα, «αδύναμος κρίκος των αδύναμων κρίκων», βρίσκεται ξανά μπροστά στο φάσμα επικίνδυνης αστάθειας. Η «δημιουργική καταστροφή» και ολιγαρχική ανασύνταξη της Ευρώπης, η πλήρης μνημονιακή ομηρία και ταυτόχρονα η πολιτική κατάρρευση της κυβέρνησης, η έλλειψη πραγματικής δυναμικής για μια πολιτική εναλλακτική της Νέας Δημοκρατίας του Κυριάκου Μητσοτάκη, το ζήτημα των προσφύγων, η γειτνίαση με τη μεσανατολική ζώνη της αστάθειας και η επιλογή της κυβέρνησης να εμπλέξει την Ελλάδα με τη «συμμαχία των νικητών» (Ισραήλ, Αίγυπτος, Κύπρος, Ελλάδα), όλα αυτά «μυρίζουν» όχι απλώς αστάθεια αλλά και «μπαρούτι» –τουλάχιστον μεταφορικά... 
Σε τέτοιες συνθήκες, είναι καιρός η ριζοσπαστική και αντικαπιταλιστική Αριστερά να βγει από τον κύκλο του «χωνέματος της ήττας», από τον κύκλο του «πολιτικού πένθους» και της πολιτικής απραξίας. Ένα μέτωπο δυνάμεων της ριζοσπαστικής και αντικαπιταλιστικής Αριστεράς είναι και αναγκαίο και εφικτό, για να παλέψει για την «άλλη λύση»: κατάργηση μνημονίων και ανατροπή της λιτότητας –στάση πληρωμών και διαγραφή του χρέους–, σύγκρουση με Ευρωζώνη και ΕΕ και επιστροφή στο εθνικό νόμισμα - εθνικοποίηση των τραπεζών και σημαντικών επιχειρήσεων και τομέων της οικονομίας. Αν στις προδιαγραφόμενες εξελίξεις μεγάλης αστάθειας, σκληρών διλημμάτων και δοκιμασιών, δεν υπάρξει ένα τέτοιο μέτωπο και ένα τέτοιο πρόγραμμα, οι πολιτικοί εκπρόσωποι του συστήματος, παρότι αδύναμοι και φθαρμένοι από την έλλειψη συναινέσεων και κοινωνικών στηριγμάτων, θα αποδειχτούν για άλλη μια φορά επικίνδυνες ύαινες για τα δικαιώματα και τις κατακτήσεις της εργαζόμενης πλειοψηφίας.