Τρεις βασικές "πτέρυγες" έχουν εμφανιστεί στο κίνημα αντίστασης. Το Συριακό Εθνικό Συμβούλιο, οι Τοπικές Συντονιστικές Επιτροπές και ο Ελεύθερος Συριακός Στρατός. Η σύνθεσή τους, ο ρόλος τους και οι σχέσεις μεταξύ τους.

Το Συριακό Εθνικό Συμβούλιο (SNC) είναι μια ομπρέλα που εμφανίστηκε το καλοκαίρι του 2011 και επιδιώκει να λειτουργήσει ως «εκπρόσωπος» της εξέγερσης. Πράγματι το εύρος των πολιτικών τάσεων που συνυπάρχουν είναι πλατύ (πρώην καθεστωτικοί, ισλαμιστές, φιλοδυτικοί, φιλελεύθεροι, εθνικιστές, αριστεροί). Όμως οι πολιτικές διαφορές δεν μπορούν να καλυφθούν από μια οργανωτική ένωση σε μια ομπρέλα και στο εσωτερικό του υπάρχουν μεγάλες διαμάχες.

 

Οι μικρές και διάσπαρτες δυνάμεις της επαναστατικής Αριστεράς που στηρίζουν την εξέγερση (η παραδοσιακή Αριστερά δυστυχώς στηρίζει το Μπάαθ), έχουν καταγγείλει σωστά την εμμονή στην «ενότητα» ως μαγική φόρμουλα που θα εξαφανίσει τις βαθιές και κρίσιμες διαφορές μέσα στην αντιπολίτευση. Στην πράξη, η πολιτική που βγάζει το SNC προς τα έξω κυριαρχείται από τους Αδελφούς Μουσουλμάνους και από εξόριστες φιλοδυτικές ομάδες. Αυτοί είναι οι προνομιακοί συνομιλητές των δυτικών κυβερνήσεων, και των ΜΜΕ. Όμως, καθώς η πλειοψηφία των μελών του είναι εξόριστοι, έχει ελάχιστη πραγματική επιρροή στη συριακή εξέγερση. Στην πραγματικότητα όλη η αγωνιστική δραστηριότητα στο συριακό έδαφος δεν έχει κανένα απολύτως έλεγχο από το SNC. Το Συμβούλιο αυτό, ή τουλάχιστον τα πιο «επώνυμα» στελέχη του, έχει ρίξει όλο το βάρος στην συγκέντρωση υποστήριξης από τη Δύση και τους Άραβες ηγέτες.

Τοπικές Επιτροπές

Η πραγματική ηγεσία του κινήματος είναι οι Τοπικές Συντονιστικές Επιτροπές. Δημιουργήθηκαν από τις πρώτες μέρες της εξέγερσης για να οργανώσουν τις διαδηλώσεις, και πλέον αγγαλιάζουν 14 πόλεις και επαρχίες σε όλη τη χώρα, αν και χωρίς κάποιο μόνιμο κεντρικό συντονισμό. Ξεπήδησαν από τη βάση της εξέγερσης, και είναι αυτές που ρίχνουν τα συνθήματα, οργανώνουν την καθημερινή ζωή του κινήματος και το συντονισμό του. Σε αντίθεση με το SNC, δεν έχουν «προβεβλημένα» στελέχη, αλλά δραστηριοποιοούνται στο εσωτερικό της Συρίας και είναι η πιο αναγνωρισμένη ηγεσία του κινήματος. Βρίσκονται «με το ένα πόδι» στο SNC, συμμετέχοντας σε κάποιες διαδικασίες του, αλλά αρνούμενες να το αναγνωρίσουν ως ηγεσία του κινήματος ή ως σώμα με αποφασιστικές εξουσίες. Έχουν υιοθετήσει την πλειοψηφική θέση των «τριών όχι»: Όχι στο διάλογο με το καθεστώς, όχι στον εμφύλιο πόλεμο, όχι στην ξένη επέμβαση.

Ελεύθερος Συριακός Στρατός

Η τρίτη δύναμη είναι ο Ελεύθερος Συριακός Στρατός (FSA). Δημιουργήθηκε από τους στρατιώτες που αυτομόλυσαν και πέρασαν στην αντίσταση. Είναι αρκετές χιλιάδες και πληθαίνουν. Ο ελαφρύς προσωπικός τους οπλισμός δεν τους κάνει ικανή στρατιωτική απειλή για το καθεστώς, αλλά ο αριθμός τους είναι ικανός να λειτουργεί ως ασπίδα προστασίας των εξεγερμένων.

Η δημιουργία του FSA προκάλεσε μεγάλη συζήτηση μέσα στο κίνημα. Σε μια πρώτη φάση, το SNC με το λιβυκό μοντέλο στο μυαλό του, εμφανίστηκε πιο κοντά στον FSA, ζητώντας να εξοπλιστεί καλύτερα, να στηριχτεί από τη Δύση κλπ. Τότε οι Συντονιστικές Επιτροπές ήταν πιο επιφυλακτικές απέναντι στον FSA, από φόβο να μην υποκατασταθεί η μαζική δράση από ένοπλες συγκρούσεις στις οποίες το καθεστώς έχει το πάνω χέρι, να μη συσπειρωθούν οι φαντάροι γύρω από το καθεστώς και σταματήσει το κύμα αυτομολύσεων, να μην ανοίξει ο δρόμος σε μια ξένη επέμβαση.  

Σήμερα η εικόνα δείχνει διαφορετική. Ο FSA συνεργάζεται πιο στενά με τις Επιτροπές και κρατά αποστάσεις από το SNC (αρνήθηκε να συμμετέχει και στα συνέδριά του). Η δράση του FSA δείχνει πως λογοδοτεί στις ανάγκες και τις ανησυχίες των Τοπικών Επιτροπών: Πέρα από κάποιες επιθετικές ενέργειες, κυρίως συμβολικού χαρακτήρα ενάντια σε κτίρια-σύμβολα του καθεστώτος, τα βασικά τους καθήκοντα είναι η υπεράσπιση των γειτονιών από τη δράση των διαβόητων Σαμπίχα (φαντάσματα), τα τάγματα θανάτου του καθεστώτος που απαγάγουν και δολοφονούν ανθρώπους εκτός διαδηλώσεων, και η ένοπλη περιπολία των κηδειών των μαρτύρων. Είναι μια τακτική που υπερασπίζεται τον απλό κόσμο ενάντια στην τρομοκρατία, χωρίς όμως να στρατιωτικοποιεί τη σύγκρουση και να υποκαθιστά τις μαζικές διαδηλώσεις.