1.Η περίοδος που ανοίγεται μπροστά μας καθορίζεται από τις αβεβαιότητες και τις αστάθειες που προκαλεί η παράταση της διεθνούς κρίσης του καπιταλισμού.

Η παρατηρούμενη άνοδος της κερδοφορίας μέρους των μεγάλων επιχειρήσεων, που στηρίζεται στο τσάκισμα των μισθών, την ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων και την ενίσχυση του κεφαλαίου μέσω της μείωσης της φορολόγησης και των ασφαλιστικών εισφορών, δεν είναι αρκετή για να σηματοδοτήσει την αρχή ενός νέου «φωτεινού κύκλου» του καπιταλισμού. Οι επενδύσεις και η παραγωγικότητα παραμένουν στάσιμες, ενώ η ανεργία εξακολουθεί να παραμένει σε πολύ υψηλά επίπεδα. Η κερδοφορία του κεφαλαίου εξακολουθεί να προσανατολίζεται σε παλιές και νέες φούσκες.

Το πρόσφατο κραχ στα χρηματιστήρια των ΗΠΑ και η ταχύτατη επέκτασή του στην Ασία και στην Ευρώπη, είναι προειδοποιήσεις ότι η «ανάκαμψη» παραμένει εξαιρετικά επισφαλής και ότι νέα επεισόδια κρίσης βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη.

Εκτιμήσεις που βιάζονται να μιλήσουν για σταθεροποίηση του συστήματος είναι λαθεμένες και, κυρίως, πολιτικά αποπροσανατολιστικές: στρέφουν τον προβληματισμό για τον προγραμματισμό δράσης προς την προοπτική μιας σχετικά μακράς περιόδου ομαλών εξελίξεων, έξω από τα βίαια σκαμπαναβέσματα και τις απότομες μεταβολές των συνθηκών, έξω από το συνδυασμό κινδύνων και ευκαιριών, που χαρακτήρισαν την περίοδο κρίσης του διεθνούς συστήματος κι εξακολουθούν να βρίσκονται μπροστά μας.

.Αυτή η εικόνα έλλειψης σταθερής δυναμικής του καπιταλισμού διεθνώς, είναι το υπόβαθρο για να εξηγηθεί η πρωτοφανής πολιτική αστάθεια του συστήματος.

Μετά τα μεγάλα «αναπάντεχα» γεγονότα των προηγούμενων χρόνων (Brexit, εκλογή Τραμπ), στο χρόνο που πέρασε, είχαμε την εκλογή στη Γαλλία του «αναπάντεχου» Μακρόν (σε βάρος των υποψηφίων των ιστορικών κομμάτων της Δεξιάς και της σοσιαλδημοκρατίας), την άνοδο των ακροδεξιών «ευρωσκεπτικιστικών» ρευμάτων σε όλη την Ευρώπη, την κρίση στην Ισπανία λόγω της Καταλονίας, και την αδυναμία της Μέρκελ –επί μήνες!- να σχηματίσει μια σταθερή κυβέρνηση στη… Γερμανία.

. Σε αυτό το σκηνικό πολιτικής κρίσης, οι νεοφιλελεύθερες αντιμεταρρυθμίσεις είναι η κεντρική επιλογή των καθεστωτικών δυνάμεων. Η Δεξιά, η σοσιαλδημοκρατία και η μεταλλαγμένη κεντροαριστερά συνωθούνται στο «ακραίο κέντρο», που ευθυγραμμίζεται απολύτως με τις επιταγές του κεφαλαίου.

Οι πολιτικές σκοπιμότητες της υποστήριξης των ακραίων αντιμεταρρυθμίσεων –οι ανάγκες του κεφαλαίου για διαίρεση και κατακερματισμό των εργαζομένων και των λαϊκών τάξεων- σε συνδυασμό με τις ανάγκες «νομιμοποίησης» των ιμπεριαλιστικών εξορμήσεων, στρέφουν τις κυρίαρχες παραδοσιακές πολιτικές δυνάμεις της Δεξιάς και της σοσιαλδημοκρατίας προς το ρατσισμό, την ισλαμοφοβία, τις αυταρχικές πολιτικές «εκτάκτου ανάγκης».

Ταυτόχρονα οι ανταγωνισμοί μεταξύ των καπιταλιστικών κέντρων και χωρών, ανταγωνισμοί που οξύνονται μέσα στην παράταση της κρίσης, στρέφουν μεγάλα τμήματα των κυρίαρχων πολιτικών δυνάμεων στις πολιτικές του προστατευτισμού, του εθνικισμού και της ενίσχυσης του μιλιταρισμού.

Αυτή η «ατζέντα» των κεντρικών δυνάμεων του συστήματος, των εθνικών κυβερνήσεων και των διεθνικών οργανισμών όπως το ΝΑΤΟ και η ΕΕ, στρώνει το δρόμο στην ανάπτυξη της ακροδεξιάς και των φασιστικών κομμάτων ή οργανώσεων.

Στο χρόνο που πέρασε βρεθήκαμε μάρτυρες μπροστά σε ένα σοβαρό, διπλής όψης, πολιτικό λάθος: α) Ένα τμήμα της Αριστεράς –συνήθως σταλινογενούς προέλευσης- μπήκε στον πειρασμό να αντιμετωπίσει «φιλικά» τη στροφή στον προστατευτισμό-εθνικισμό (πχ Τραμπ, κυβέρνηση Brexit) ή ακόμα και την «ευρωσκεπτικιστική» ακροδεξιά, ελπίζοντας ότι έτσι θα διευκολυνθεί ο αγώνας ενάντια στην «παγκοσμιοποίηση», ή ότι θα εξασθενήσει το «ακραίο κέντρο» που καθοδηγεί τις νεοφιλελεύθερες αντιμεταρρυθμίσεις. Πρόκειται για τραγική αυταπάτη που διευκολύνει ιδεολογικά τις ακροδεξιές δυνάμεις. β) Όμως και ένα τμήμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς μπήκε στο συμμετρικό λάθος, ξεκινώντας από τις αντιρατσιστικές-αντιφασιστικές ευαισθησίες, για να καταλήξει σε προτάσεις που έβλεπαν το «ακραίο κέντρο» ως άμυνα απέναντι στον κίνδυνο της ρατσιστικής ακροδεξιάς ή του προστατευτισμού-εθνικισμού (πχ στον 2ο γύρο των προεδρικών εκλογών στη Γαλλία). Πρόκειται για επίσης σοβαρό λάθος που οδηγεί στον συμφιλιωτισμό με τις κυβερνήσεις και τις καθεστωτικές πολιτικές.

Η εναλλακτική λύση είναι η κίνηση με εμπιστοσύνη στις εκτιμήσεις για τη «μεγάλη εικόνα»: η επιμονή στη σύνδεση της πάλης ενάντια στη λιτότητα με την πάλη ενάντια στο ρατσισμό/εθνικισμό/μιλιταρισμό. Η επιμονή στην προσπάθεια για τη διαμόρφωση εναλλακτικών λύσεων απέναντι στις κυβερνητικές δυνάμεις του «ακραίου κέντρου», σε συνδυασμό με την πάλη για να φράξουμε το δρόμο στη ρατσιστική ακροδεξιά και στους φασίστες.

. Η περίοδος που ζούμε χαρακτηρίζεται από την υποχώρηση των μαζικών αγώνων αντίστασης, σε σύγκριση με τα υψηλότερα επίπεδα που έφτασαν στα 2010-13 (υποχώρηση των αντινεοφιλελεύθερων-αντικαπιταλιστικών εργατικών αγώνων στην Ευρώπη, των αραβικών εξεγέρσεων στην Ανατολή, των κυβερνήσεων της «λαϊκιστικής Αριστεράς» στη Λατ. Αμερική κ.ο.κ.).

Όμως η επιμονή στη διεκδίκηση της συνολικής εναλλακτικής λύσης που περιγράψαμε παραπάνω, η επιμονή στη μαζική/μεταβατική πολιτική, η επιμονή σε ένα μεταβατικό πρόγραμμα με τη στρατηγική της συνολικότερης σοσιαλιστικής απελευθέρωσης, εξακολουθεί να είναι εφικτή. Ο λόγος είναι διπλός:

 α) Αφενός, οι αντίπαλοί μας εξακολουθούν να είναι σε κρίση. Το καλύτερο παράδειγμα, φέτος, ήταν το ξέσπασμα της κρίσης στην Ισπανία, με άξονα το αίτημα των Καταλανών για αυτοδιάθεση. Εκεί είδαμε, αιφνιδίως, όλες τις κυβερνήσεις και τους διεθνικούς «θεσμούς» να συσπειρώνονται στην ουρά του Ραχόι, υποστηρίζοντας τη βίαιη καταστολή των κινητοποιήσεων στην Καταλονία. Είδαμε όμως και ένα τμήμα της Αριστεράς με το πρόσχημα της «σοσιαλιστικής καθαρότητας» να κλείνει τα μάτια μπροστά σε μια σοβαρή πολιτική πρόκληση και ουσιαστικά να ευθυγραμμίζεται με τις αστικές κυβερνήσεις και την ΕΕ.

β) Αφετέρου, οι δυνάμεις του κινήματος διεθνώς, παρόλη την υποχώρηση, δεν έχουν υποστεί συνολική ήττα και γι’ αυτό επανεμφανίζονται, με διαφορετικά επίπεδα ανάπτυξης, από χώρα σε χώρα (τα καλύτερα παραδείγματα ήταν η «αναπάντεχη» μαζική αντίσταση στην πολιτική του Τραμπ στις ΗΠΑ, οι κινητοποιήσεις των εργατών και της νεολαίας στη Γαλλία κ.ο.κ.)

Συνολικά, εξακολουθούμε να βρισκόμαστε σε περίοδο μεγάλης αναταραχής, όπου συνδυάζονται οι κίνδυνοι με τις ευκαιρίες, όπου εξακολουθούν να είναι αναγκαία αλλά και εφικτά τα «άλματα», τόσο στο επίπεδο ανάπτυξης των αγώνων όσο και στο επίπεδο της συγκρότησης πολιτικής δύναμης της ριζοσπαστικής-αντικαπιταλιστικής Αριστεράς που θα επιχειρεί να εκφράσει την κοινωνική αντίσταση στο πολιτικό –ακόμα και στο εκλογικό- πεδίο.

3. Μέσα στις συνθήκες αυτές, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ έχει πετύχει μια νίκη: Επέβαλε την υλοποίηση του Μνημονίου 3, μειώνοντας τις εργατικές/λαϊκές αντιστάσεις, επιβάλλοντας στη χώρα, για πρώτη φορά μετά το 2010, συνθήκες σχετικής «κοινωνικής ειρήνης».

Αυτό το κατόρθωσε εκμεταλλευόμενη στο έπακρο τρεις παράγοντες: α) Τη μαζική απογοήτευση των εργατικών/λαϊκών δυνάμεων μετά το καλοκαίρι του 2015, απογοήτευση που η ίδια η κυβέρνηση δημιούργησε. β) Τη φθορά των παραδοσιακών καθεστωτικών κομμάτων στα δεξιά της κυβέρνησης –κυρίως του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ- τη φθορά που είχε προκαλέσει το μεγάλο κύμα αγώνων του 2010-13, τη φθορά που αποδεικνύεται μεγαλύτερη των επιφαινόμενων (πχ Novartis). γ) Την αδυναμία της ριζοσπαστικής Αριστεράς να διαμορφώσει στοιχειωδώς αξιόπιστη μαζική πολιτική εναλλακτική, στα αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ. Οι ευθύνες γι’ αυτό βαρύνουν κυρίως τις δυνάμεις του ΚΚΕ, της ΛΑΕ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ (με προφανώς διαφορετική διαβάθμιση και με διαφορετικές αιτίες).

Η ηγετική ομάδα Τσίπρα έχει επιτύχει αυτή τη νίκη, μετατοπιζόμενη με ταχύτητα προς τα δεξιά, ολοκληρώνοντας τη σοσιαλφιλελεύθερη μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ («υιοθεσία» της μνημονιακής πολιτικής), και οικοδομώντας στηρίγματα στο εσωτερικό της κυρίαρχης τάξης αλλά και σχέσεις εμπιστοσύνης με τα ιμπεριαλιστική κέντρα, τις ΗΠΑ και την ΕΕ.

Παρόλο που η κυβέρνηση Τσίπρα υπήρξε η μακροβιότερη της μνημονιακής εποχής, εξακολουθεί να είναι μια αδύναμη και ασταθής κυβέρνηση: παραμένει στην εξουσία υπό τον όρο της πλήρους «εφαρμογής» των Μνημονίων, παίρνοντας στήριξη από την ντόπια κυρίαρχη τάξη και τους δανειστές, αλλά διευρύνοντας το χάσμα που την χωρίζει με τις επιθυμίες και τις ανάγκες της κοινωνικής βάσης που την εξέλεξε το 2015.

Η προοπτική αυτής της πολιτικής είναι ταυτισμένη με μια σοσιαλφιλελεύερη «ανασύνθεση», δημιουργίας ενός κεντροαριστερού πολιτικού πόλου (μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ-ΠΑΣΟΚ-Ποτάμι και λοιπών) που θα προσπαθεί να απαντά στα προβλήματα «κυβερνησιμότητας» του ελληνικού καπιταλισμού είτε αυτόνομα, είτε σε συνεργασία με τη ΝΔ, αν μια εκδοχή ελληνικού «μεγάλου συνασπισμού» καταστεί αναγκαία από τις εξελίξεις μέσα στην κρίση.

Σε αυτήν την πορεία του ΣΥΡΙΖΑ προς τα δεξιά, ξεχωρίζει η ταύτισή του με τις ΗΠΑ («άξονας» με Ισραήλ, βάσεις κλπ) και η ανάληψη του ρόλου του μπράβου για λογαριασμό του ΝΑΤΟ στα Βαλκάνια και στην Ανατολική Μεσόγειο. Στα πλαίσια αυτής της πολιτικής ο ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί μια συσπείρωση γύρω από την «εθνική γραμμή της κυβέρνησης» του λεγόμενου «πατριωτικού χώρου» (κυρίως πασοκικής προέλευσης, αλλά όχι μόνο).

3α. Το Μακεδονικό είναι κεντρικό στις εξελίξεις γιατί αποτελεί τον πρόλογο της γενικότερης διεύρυνσης του ΝΑΤΟ στα Βαλκάνια. Με την πλήρη υποστήριξη της Αμερικανικής Πρεσβείας στην Αθήνα, η κυβέρνηση Τσίπρα διεκδικεί να επιβάλει ρόλο οικονομικού/πολιτικού/διπλωματικού επικυρίαρχου στη Δημοκρατία της Μακεδονίας και να αναδειχθεί ως η σημαντικότερη υπο-ιμπεριαλιστική δύναμη στην περιοχή, αξιοποιώντας τη συμμετοχή της στην ΕΕ, τις άριστες σχέσεις της με την κυβέρνηση Τραμπ και το ρήγμα στις σχέσεις μεταξύ ΝΑΤΟ και Τουρκίας του Ερντογάν.

Ταυτόχρονα και συμπληρωματικά με το κυρίαρχο σχέδιο του ελληνικού υπο-ιμπεριαλισμού, στη βάση του “ονόματος” ξεδιπλώθηκε και θα εξακολουθήσει να επιχειρείται με κάθε ευκαιρία, μια ευρύτερη ιδεολογική και πολιτική εθνικιστική καμπάνια που αξιοποιεί την μνημονιακή μετάλλαξη του πάλαι ποτέ αριστερού ΣΥΡΙΖΑ σε βάρος των λαϊκών στρωμάτων, επιχειρώντας να τροποποιήσει την βασική ατζέντα: από τις επιπτώσεις των μνημονίων στα λαϊκά στρώματα, προς τα λεγόμενα “εθνικά θέματα”. Αυτή η καμπάνια ξεδιπλώθηκε τις μέρες των εθνικιστικών συλλαλητηρίων για το Μακεδονικό και ενισχύθηκε από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ που υποκλίθηκε στον ελληνικό εθνικισμό, συνηγορώντας υπέρ βασικών ακροδεξιών επιχειρημάτων (άρνηση αυτοπροσδιορισμού , «αλυτρωτισμός των γειτόνων», ανυπαρξία εθνικής μειονότητας στην Ελλάδα κλπ). Έτσι άνοιξε η συζήτηση για δεξιά «ανασύνθεση» του πολιτικού σκηνικού, ακόμα και πολιτικής εκπροσώπησης μιας ευρύτερης ακροδεξιάς που θα μπορούσε να περιλαμβάνει τμήματα της λαϊκής δεξιάς εντός της ΝΔ, ενός ευρύτερου ακροδεξιού ακροατηρίου, καθώς και της πολιτικής επιρροής της Χρυσής Αυγής. Πρόκειται για επικίνδυνη υπενθύμιση των ειδικών καθηκόντων που έχει η αντικαπιταλιστική αριστερά σήμερα. Για να υπερασπιστεί την ειρήνη και τη φιλία των λαών, να παλέψει κατά του εθνικισμού, του πολέμου και των εξοπλισμών, έχει να μπολιάσει με αυτές τις αιχμές τους αντιμνημονιακούς αγώνες, όσο και να αναλάβει ιδιαίτερες θεματικές πρωτοβουλίες

Πολύ περισσότερο όταν οι διαπραγματεύσεις για το Μακεδονικό συνδυάζονται με την όξυνση του πιο μεγάλου και επικινδύνου μετώπου στην περιοχή, του μετώπου του ελληνοτουρκικού ανταγωνισμού. Σε αυτό η κυβέρνηση Τσίπρα επιχειρεί, επίσης σε πλήρη ταύτιση με τις ΗΠΑ και την ΕΕ, να καταγράψει συγκεκριμένες νίκες αντιστροφής του συσχετισμού ισχύος μεταξύ του Ελληνικού και Τουρκικού κράτους (στη θάλασσα, στις ΑΟΖ, στην Κύπρο, στα σχέδια για τους αγωγούς στην Αν. Μεσόγειο). Αυτή η πολιτική συνδυάζεται  με την ασύστολη ενίσχυση του μιλιταρισμού και των εξοπλισμών, αλλά και με τον κίνδυνο του πολέμου, γιατί η Τουρκία αποτελεί ένα κατά πολύ πιο αξιόμαχο αντίπαλο απ’ ότι η Δημοκρατία της Μακεδονίας.

Η αντιπολεμική, αντιεθνικιστική αιχμή στην πολιτική μας θα έχει αναντικατάστατη αξία σε όλη την επόμενη περίοδο και θα πρέπει να επιχειρούμε σταθερά να την συνδέουμε με την αντιιμπεριαλιστική και αντικυβερνητική αιχμή, όπως και με τις διεκδικήσεις για την ανατροπή της λιτότητας και των Μνημονίων, έχοντας εμπιστοσύνη ότι «το κοινωνικό ζήτημα» θα είναι, τελικά και σε αυτήν την περίοδο ο καθοριστικός παράγοντας για τις εξελίξεις.

. Συνολικά, στις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις, το κεντρικό ερώτημα είναι το προς τα πού θα στραφεί πολιτικά, η μεγάλη δυσαρέσκεια των εργατικών/λαϊκών στρωμάτων απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ. Η πολιτική του Τσίπρα στρώνει το χαλί για μια πολιτική νίκη του Κυρ. Μητσοτάκη στις επόμενες εκλογές και έχει στρέψει το ενδιαφέρον της στο να περιορίσει τις εκλογικές απώλειες, για να αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο ανάκαμψης στις μεθεπόμενες εκλογές (μια τακτική «δεξιάς παρένθεσης» που ξεχνά τη μοίρα του πατέρα της «αριστερής παρένθεσης» Αντ. Σαμαρά…). Σε αυτόν τον άθλιο τζόγο, από τη σκοπιά των συμφερόντων των εργαζομένων και των λαϊκών τάξεων, το κρίσιμο ερώτημα είναι: τι ποσοστό της φθοράς του ΣΥΡΙΖΑ θα σταθεί στη σκοπιά της ριζοσπαστικής Αριστεράς, δίνοντας τη δυνατότητα για μια μαζική-ριζοσπαστική-αντικαπιταλιστική αντιπολίτευση στη μνημονιακή συναίνεση, στην ευθυγράμμιση με τον ιμπεριαλισμό, στη ρατσιστική πολιτική και στη φιλοπόλεμη μιλιταριστική πολιτική.

Σε αυτό το πεδίο οι μέχρι σήμερα αδυναμίες των «μετώπων» της ριζοσπαστικής Αριστεράς που όφειλαν να πάρουν πρωτοβουλίες, είναι καθοριστικές.

4. Για τη μετωπική πολιτική μας

. Στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ, διαμορφώνονται οι όροι για μια νέα πολιτική κρίση, μέσα από την ενίσχυση των σεχταριστικών λογικών και τη μεγέθυνση των αποκλίσεων μεταξύ των βασικών πολιτικών οργανώσεων που τη συγκροτούν (ΝΑΡ-ΣΕΚ).

Η απόφαση του συνεδρίου του ΝΑΡ, είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα της υπεκφυγής απέναντι στα πραγματικά προβλήματα της περιόδου (ενότητα δράσης στο κοινωνικό κίνημα – πολιτική συνεργασία στον πολιτικό αγώνα) μέσω της καταφυγής στα «ιστορικά προβλήματα». Η απόφαση του ΝΑΡ «να χτίσει το κόμμα» (Κόμμα πότε; Κόμμα σε ποια προγραμματική βάση; Κόμμα σε ποια σχέση με την τάξη;) και μάλιστα να εντάξει σε αυτήν τη διαδικασία της (κάποτε) κομματικής οικοδόμησης την τακτική του στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αλλά και στα ΕΑΑΚ, οδηγεί στη σκλήρυνση της γραμμής του τόσο στο πολιτικό, όσο και στο κινηματικό πεδίο.

Η τακτική του ΣΕΚ, που επιδιώκει μια κάποια «ενιαιομετωπική συνεργασία» με τον ΣΥΡΙΖΑ στο κοινωνικό πεδίο και ιδιαίτερα στο αντιφασιστικό κίνημα, ενώ την ίδια στιγμή διστάζει να σπάσει την πειθαρχία στη σεχταριστική πολιτική που επιβάλει το ΝΑΡ στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ, είναι μια παράδοξη αντιστροφή των προτεραιοτήτων που οδηγεί σε αδιέξοδα.

Αυτή η αρνητική εξέλιξη στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν πρέπει να θεωρηθεί ως τετελεσμένο γεγονός.

Η ΔΕΑ πρέπει να λειτουργήσει ως καταλύτης για να παραμένουν ανοιχτές οι δυνατότητες επικοινωνίας και, τελικά, της επίτευξης της αναγκαίας πολιτικής συνεργασίας. Γι’ αυτό ήταν θετικό βήμα η συνυπογραφή της ανακοίνωσης ενάντια στα εθνικιστικά συλλαλητήρια. Γι’ αυτό θα πρέπει να γίνουμε πιο πιεστικοί απέναντι σε λαθεμένες ενέργειες της πλειοψηφίας της ΛΑΕ που ενισχύουν τις τάσεις περιχαράκωσης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

. Η ΛΑΕ, μετά την ιδρυτική συνδιάσκεψή της, μπήκε σε καθοδική πορεία με προβλήματα αποσυσπείρωσης. Η ερμηνεία βρίσκεται στα προγραμματικά, πολιτικά και οργανωτικά κενά, όπως και στα προβλήματα δημόσιας εκπροσώπησης, που η ΔΕΑ και το ΚΔ έχουν δημόσια καταγράψει με το σύνολο των κριτικών μας που συνοψίστηκαν στην απόφαση για το «βήμα στο πλάι».

Η «στροφή» του φθινοπώρου του 2017 προς το «κοινωνικό κίνημα», που εκφράστηκε με την έμφαση στον αγώνα κατά των πλειστηριασμών, την προσπάθεια κατά των ιδιωτικοποιήσεων και την πιο «ανοιχτή» οργάνωση του Unity και των εκδηλώσεων για την Οκτωβριανή, ήταν ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση και γι’ αυτό το δεχθήκαμε. Όμως προειδοποιήσαμε ότι δεν θα είναι αρκετό.

Αυτή η αντιφατική διαπίστωση, επιβεβαιώθηκε πλήρως στη συνέχεια. Στην πάλη κατά των πλειστηριασμών –που είναι μια κεντρική προϋπόθεση της μνημονιακής αξιολόγησης, ταυτισμένη με τη «σωτηρία» των Τραπεζών-  αναδείχθηκε η δυνατότητα της ΛΑΕ να μεταφέρει στο κεντρικό πολιτικό πεδίο ένα μέτωπο της κοινωνικής αντίστασης. Αυτός ο προσανατολισμός πρέπει να επιβεβαιωθεί στο πιο δύσκολο- αλλά και πολύ σημαντικό- μέτωπο των ιδιωτικοποιήσεων που έρχονται άμεσα: ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ, αλλά και Ελληνικό και αεροδρόμια που έχουν ήδη δρομολογηθεί. Η εμπειρία έδειξε ότι αυτός ο δρόμος, της εμπλοκής στις συγκεκριμένες μάχες, έχει θετικές συνέπειες και για τους αγώνες και για τη ΛΑΕ.

Όμως το άνοιγμα της δημόσιας συζήτησης για το Μακεδονικό και τα ελληνοτουρκικά, έφερε ξανά στο προσκήνιο τις ιδεολογικές- προγραμματικές και πολιτικές αδυναμίες της ΛΑΕ, που ξεκινούν από κεντρικές πολιτικές θέσεις του Αριστερού Ρεύματος.

. Σήμερα είναι σαφές ότι στη ΛΑΕ κάποιες κρίσιμες αλλαγές είναι προϋποθέσεις για τη βιωσιμότητα και πολύ περισσότερο για την πολιτική αποτελεσματικότητα.

Στο προγραμματικό πεδίο, είναι αναγκαία τα ξεκαθαρίσματα, ώστε να είναι καθαρή η «αντιπολίτευση» στον ΣΥΡΙΖΑ από τη σκοπιά της ριζοσπαστικής Αριστεράς:

*Η μεγαλύτερη σύνδεση του μεταβατικού προγράμματος με την αντικαπιταλιστική στρατηγική,

*Η απαγκίστρωση από τις πολιτικές «παραγωγικής ανασυγκρότησης-ανάπτυξης»,

*Η απόρριψη ενός διαταξικού φετιχισμού του «νομίσματος» και η υποστήριξη του συνθήματος για έξοδο από το ευρώ, ως αναντικατάστατου μέσου-εργαλείου για την ανατροπή της λιτότητας και των μνημονίων,

* η αναβάθμιση του αντιρατσιστικού/αντιφασιστικού μετώπου και η σαφέστερη σύνδεση του αντι-ιμπεριαλιστικού με την αντιπολεμική/διεθνιστική πολιτική.

Αυτή η αντιπαράθεση για το πρόγραμμα συνδυάζεται με την ήδη διατυπωμένη από τη μεριά μας απαίτηση για μια πιο «μετωπική» λειτουργία της ΛΑΕ, για πλουραλισμό και ανανέωση στη δημόσια εκπροσώπησή της.

Οι κρίσιμες επιλογές θα είναι στο πεδίο των συμμαχιών. Οποιαδήποτε σχέση με το ΕΠΑΜ και κεντρικά στελέχη του «πατριωτικού χώρου» θα πρέπει να αποκλειστεί. Η «Πλεύση», μετά τη συμμετοχή στο συλλαλητήριο της Αθήνας, δείχνει ότι έχει κάνει άλλες επιλογές. Μόνο στη βάση ενός σοβαρού και ειλικρινούς επαναπροσδιορισμού μπορεί να ξαναμπεί στο κάδρο των διεργασιών. Οφείλουμε να κεντράρουμε το ζήτημα των συμμαχιών στη σχέση μεταξύ ΛΑΕ –ΑΝΤΑΡΣΥΑ και των άλλων δυνάμεων της ριζοσπαστικής Αριστεράς που αποσπάστηκαν από τον ΣΥΡΙΖΑ το καλοκαίρι του 2015 . Αυτός ο στόχος πρέπει να υποβοηθηθεί με πρωτοβουλίες «από τα κάτω» (αυτοδιοίκηση – αντιιδιωτικοποιήσεις – αντιρατσιστικό – αντισεξισμός – νεολαία κ.ο.κ.) που ξεκινώντας από το εσωτερικό της ΛΑΕ (έστω, αρχικά, από έναν πόλο των «προθύμων») απευθύνονται στους ΔΙΡΙΖΑ, ΑΡΚ, ΟΝΡΑ κ.ά. και κυρίως σε ένα ευρύτερο ανένταχτο δυναμικό, με στόχο να σπάσει η σεχταριστική περιχαράκωση και να επιβληθεί η συνεργασία στο κίνημα και στο πολιτικό πεδίο. Σε αυτήν την τακτική θα συγκεντρώσουμε τις δυνάμεις μας, αξιοποιώντας τις καλύτερες δυνατότητες συνεννόησης που έχουμε σήμερα με τους συντρόφους της ΑΡΑΝ, της ΑΡΑΣ και κόσμο του Αριστερού Ρεύματος. Σε αυτή την κατεύθυνση, οφείλουμε να αναλάβουμε άμεσα πρωτοβουλία για την παρέμβαση στην τοπική αυτοδιοίκηση: συνεργασία με υπάρχοντα σχήματα ή δημιουργία καινούργιων, σε ρήξη με τον παραγοντισμό, με προωθημένο πολιτικό πλαίσιο (με αιχμή τις αντι-ιδιωτικοποιήσεις και την αντιλιτότητα), με συλλογική ηγεσία και συσπειρωτική-δημοκρατική λειτουργία, με στόχο τον κόσμο που αποσπάται από την κρίση του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτή η προσπάθεια θα είναι μια από τις πρώτες ευθύνες στα καθήκοντα της νέας ΚΕ.

4δ. Είναι σαφές ότι στο εσωτερικό της ΛΑΕ, είμαστε πλέον σε συνθήκες πολύ πιο ενεργητικής αντιπαράθεσης από τη μεριά μας, σε σύγκριση με την τακτική «βήμα στο πλάι». Θα το παλέψουμε, γνωρίζοντας ότι η επιτυχία θα εξαρτηθεί και από τα αντανακλαστικά άλλων δυνάμεων πέρα από εμάς. Από την εξέλιξη αυτής της μάχης, που μετριέται συγκεκριμένα στο ζήτημα των συμμαχιών μεταξύ των δυνάμεων της Ριζοσπαστικής Αριστεράς θα εξαρτηθεί η δυνατότητα για την εκλογική παρέμβαση μας.

Σε κάθε περίπτωση, εκτιμάμε ότι έχουμε μπει σε μια περίοδο αναδιάταξης δυνάμεων, σχέσεων και συσχετισμών. Από τη στάση που θα κρατήσει ο καθένας σε αυτήν την περίοδο, θα κριθούν και θα διαμορφωθούν οι δυνατότητες και οι σχέσεις για την επόμενη, αν τα παρόντα «μετωπικά» σχήματα αποτύχουν στις μάχες και στις αναμετρήσεις που έρχονται. Προδρομικά σημάδια έχουν ήδη φανεί σε συνδικαλιστικά και τοπικά σχήματα αντίστασης και αναπόφευκτα θα επεκταθούν στο κεντρικό πεδίο, αν η ΛΑΕ και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ αποτύχουν στο καθήκον να συγκροτήσουν ενωτική πολιτική/και εκλογική απάντηση.