Από την τοποθέτηση του εκπροσώπου της ΔΕΑ στην Κεντρική Επιτροπή του ΣΥΡΙΖΑ (18/5), Αντ. Νταβανέλλου

Σ υντρόφισσες και σύντροφοι,

συμφωνούμε απολύτως με όσους ισχυρίζονται ότι στο κέντρο της συνεδριακής συζήτησης πρέπει να τεθούν τα πολιτικά και όχι τα –λεγόμενα– οργανωτικά ζητήματα.

Γιατί σήμερα οι δυνάμεις μας βρίσκονται μπροστά σε κρίσιμα ερωτήματα, όπως το αν και πώς θα ανατρέψουμε την κυβέρνηση Σαμαρά, όπως το αν και πώς θα φτάσουμε σε μια κυβέρνηση Αριστεράς. Από τις απαντήσεις μας θα κριθεί επίσης το αν μια πιθανή κυβέρνηση της Αριστεράς θα έχει δυναμική και βιωσιμότητα. Γιατί κανείς δεν δικαιούται να ξεχνά ότι υπήρξαν στο παρελθόν κυβερνήσεις της Αριστεράς που κατέληξαν σε πολιτική καταστροφή για την Αριστερά.

Στο ζήτημα των προγραμματικών θέσεων –πέρα από τη συνέχεια της συζήτησης για τα κείμενα– χρειαζόμαστε 4-5 μεγάλες κοινωνικο-πολιτικές πρωτοβουλίες. Μόνο έτσι ξεκαθαρίζονται πλατιά μέσα στον κόσμο οι ιεραρχήσεις και οι προτεραιότητες ενός «προγράμματος», το κρίσιμο ζήτημα της τακτικής και των μέσων διεκδίκησης, που δείχνει καθαρά μαζί με ποιους και ενάντια σε ποιους σκοπεύουμε να κινηθούμε.
Δυστυχώς, μια τέτοια «πρωτοβουλία» πέρασε δίπλα μας και δεν ανταποκριθήκαμε. Αναφέρομαι, προφανώς, στην απεργία της ΟΛΜΕ.

Η σημερινή πρόταση του Αλ. Τσίπρα για σκληρή απάντηση στην επόμενη επιστράτευση απεργών (με απειλή γενικής πολιτικής απεργίας) είναι σωστή, όφειλε όμως να διατυπωθεί μια βδομάδα νωρίτερα, όταν κρινόταν η απεργία των καθηγητών.

Θεωρώ υποκριτική την κριτική στους συνδικαλιστές μας, όσα λάθη κι αν έκαναν. Αυτή η μεγάλη απεργία κρίθηκε από τη στάση των ηγεσιών της Αριστεράς. Το ΚΚΕ αποχώρησε ξεδιάντροπα από τη μάχη.

Στον ΣΥΡΙΖΑ: α) Υποτιμήσαμε τη δυναμική των καθηγητών, όπως εκφράστηκε με τη μεγάλη μαζικότητα των ΓΣ των ΕΛΜΕ. β)  Υπερτιμήσαμε την πίεση των «νοικοκυραίων» για τις εξετάσεις, υπερτιμήσαμε τη δυνατότητα ψηφοθηρικής εκμετάλλευσης αυτού του παράγοντα από τη ΝΔ.

Όμως σ., η σωτηρία του δημόσιου σχολείου, του δημόσιου νοσοκομείου, η απόκρουση της ιδιωτικοποίησης της ΔΕΗ και του νερού, είναι κρίσιμα «προγραμματικά» ζητήματα για τον ΣΥΡΙΖΑ και την Αριστερά. Μόνο αν υπερασπίσουμε αποφασιστικά, εδώ και τώρα, αυτά τα ζητήματα, μόνο τότε θα είμαστε ικανοί να συγκροτήσουμε ένα πλατύ πολιτικό-κοινωνικό ρεύμα από τα κάτω, που θα δίνει «εντολή» στην Αριστερά να κυβερνήσει, φέρνοντας τα πάνω-κάτω.

 

Συμμαχίες
Ανάλογο πρόβλημα υπάρχει και στην τακτική των συμμαχιών. Ακούγεται η πρόταση για ένα φάσμα «από την αριστερά της Αριστεράς, μέχρι την αριστερή σοσιαλδημοκρατία». Δυστυχώς είναι μια αλγεβρική φόρμουλα που δεν λέει τίποτα συγκεκριμένο. Διότι επιτρέπει, στην καθημερινή πολιτική πρακτική, να μην αναλαμβάνει κανείς ούτε μια συγκεκριμένη πρωτοβουλία προς την κατεύθυνση της Αριστεράς, ενώ –ταυτόχρονα!– να στρώνει «κόκκινο χαλί» προς τους άστεγους σοσιαλδημοκράτες.

Επίσης, είναι μια φόρμουλα που δεν μας εξηγεί τι εννοεί ως «αριστερή σοσιαλδημοκρατία». Υπάρχει περίπτωση να εντάσσουμε σε αυτόν τον ομιχλώδη όρο ομάδες και πρόσωπα που κάποτε άσκησαν μια κάποια κεϊνσιανή πολιτική (μεταξύ 1981-85) και στη συνέχεια εντάχθηκαν στα τανκς του «εκσυγχρονισμού» ή ακόμα και της μνημονιακής πολιτικής και επετέθησαν ξεδιάντροπα σε μεγάλα τμήματα του εργατικού κινήματος;

 

Ενιαίος Φορέας
Στη συζήτησή μας σήμερα κάποιοι ζωγραφίζουν έναν «εσωτερικό εχθρό» (τάχα, τις «συνιστώσες») που (επίσης τάχα) εμποδίζει τη μετεξέλιξη του ΣΥΡΙΖΑ σε πολιτικά ενιαίο φορέα, σε αυτό που ο σ. Αλ. Τσίπρας περιέγραψε ως μεγάλη παράταξη της Αριστεράς.

Τις πραγματικά αναγκαίες αποφάσεις για τη μετατροπή του ΣΥΡΙΖΑ σε πολιτικά ενιαίο φορέα –όσο μας αφορά– τις έχουμε πάρει.

Συμφωνήσαμε (μεταξύ Μάη-Ιούνη του 2012) να ξεπεραστεί το καθεστώς «ΣΥΡΙΖΑ συνιστωσών» και να βαδίσουμε προς τον «ΣΥΡΙΖΑ των μελών του». Συμφωνήσαμε στην κατάργηση του veto, στην κατάργηση των «προνομίων» προστασίας των συνιστωσών («αριστίνδην», εκπροσώπηση σε όργανα), στην αρχή «1 μέλος–1 ψήφος», στη λήψη αποφάσεων δια πλειοψηφίας (και σε κεντρικά θέματα ενισχυμένης πλειοψηφίας), δεχθήκαμε την κατάργηση κάθε «προνομιακής» (και εγγυημένης…) συμφωνίας για την κατανομή της κρατικής επιχορήγησης. Τα μέλη μας είναι –όλα– ταυτοχρόνως μέλη του ΣΥΡΙΖΑ και συμμετέχουν στις οργανώσεις του.

Οι αποδοχές αυτές δεν ήταν πράξεις καλής θέλησης. Ήταν αποτελέσματα της πολιτικής εκτίμησης ότι στις συνθήκες της σημερινής κρίσης ο κόσμος μας χρειάζεται τον ΣΥΡΙΖΑ, ως μάχιμο πολιτικό φορέα των αντιστάσεων, των κινημάτων, των μελών του. Με την έννοια αυτή θεωρούμε ότι οι «συνιστώσες» –και ειδικότερα η ΔΕΑ– έχουμε ολοκληρώσει τα καθήκοντά μας απέναντι στην αναγκαία και εφικτή σήμερα «ενιαιοποίηση» του ΣΥΡΙΖΑ.

Τι έγινε από τότε; Θα δώσω ένα ενδεικτικό παράδειγμα: Στον ΣΥΡΙΖΑ αναδείχθηκαν μετεκλογικά 65 νομαρχιακοί γραμματείς. Δεν είναι μόνον όλοι μέλη του ΣΥΝ, είναι οι ίδιοι που ήταν προεκλογικά! Στον ΣΥΡΙΖΑ έχει υψωθεί ένα ψιλό δίχτυ και από τα βρόχια του δεν περνά ούτε μαρίδα, αν δεν έχει την «εμπιστοσύνη» της ηγεσίας. Συντρόφισσες και σύντροφοι, αυτή η διαπίστωση αναδεικνύει άλλα καθήκοντα αλλαγών και όχι την πίεση για «αυτοδιάλυση» των συνιστωσών.

Σε ό,τι μας αφορά, δεν πρόκειται να «αυτοδιαλύσουμε» τη ΔΕΑ. Οι ταυτότητες των οργανώσεων της επαναστατικής Αριστεράς (και όχι μόνο) που βρίσκονται στον ΣΥΡΙΖΑ, προέκυψαν μέσα από παλαιότερα του ΣΥΡΙΖΑ ιδεολογικοπολιτικά διλήμματα. Καμιά σοβαρή ανάλυση δεν έχει κατατεθεί που να πείθει ότι αυτά τα ζητήματα δεν θα έχουν σημασία στο μέλλον.

Η στάση μας αυτή έρχεται σε αντίθεση με τα καθήκοντα μετατροπής του ΣΥΡΙΖΑ σε μάχιμο, ανοιχτό, μαζικό, δημοκρατικό και πολυτασικό «κόμμα»; Κάθε άλλο. Επικαλούμαστε την ευρωπαϊκή εμπειρία: Στο πορτογαλικό Μπλόκο, το καθεστώς «διπλής ένταξης» των τροτσκιστών, των μαοϊκών και των προερχόμενων από το ΚΚΠ αγωνιστών-στριών, είναι απολύτως αποδεκτό. Το γερμανικό Linke χρειάστηκε πάνω από 10 χρόνια μετά την ίδρυσή του, για να μετατρέψει ανεξάρτητες οργανώσεις ή ρεύματα σε εσωκομματικές «τάσεις». Όμως, ακόμα και εκεί, η μετατροπή ήταν επιφανειακή και όλοι γνωρίζουν ότι οι διαφορές εξακολουθούν (με εγγυήσεις ελευθερίας) να υπάρχουν στη βάση.

Επικαλούμαι όμως, κυρίως, την εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ, όπου οργανώσεις όπως η ΑΚΟΑ, η ΔΕΑ, η ΚΟΕ (και όχι μόνο) σε κρίσιμες στιγμές απέδειξαν ότι αποτελούν πολύτιμα συστατικά της λύσης και όχι του προβλήματος, που συχνά μπορεί να προέκυπτε από το εσωτερικό του ΣΥΝ.

Σήμερα τα αυστηρά μηνύματα περί «ενοποίησης» και «ωρίμανσης» δεν πρέπει να απευθυνθούν στις συνιστώσες, αλλά σε κάποιους από τους «βαρόνους» του ΣΥΡΙΖΑ, που συχνά παραβιάζουν τις πολιτικές συμφωνίες και προκαλούν τον ίδιο τον κόσμο του ΣΥΡΙΖΑ. Και ο νοών, νοείτω…

 

Τάσεις
Πολλή συζήτηση γίνεται επίσης για το ζήτημα των τάσεων, με στόχο, τάχα, να «τσακιστούν οι μηχανισμοί» και οι αναμφισβήτητα αναγκαίες τάσεις να περιοριστούν στον ιδεολογικοπολιτικό ρόλο τους. Αυτό επιχειρείται με την πρόταση για αλλαγή του εκλογικού συστήματος σε όλα τα επίπεδα και όργανα του ΣΥΡΙΖΑ.

Συντρόφισσες και σύντροφοι, το «ενιαίο ψηφοδέλτιο» απ’ όπου γίνεται επιλογή «προσώπων», η απαγόρευση της ψήφου σε τάση και κατά συνέπεια η κατάργηση της αναλογικής εκπροσώπησης των τάσεων, δεν αποτελούν «πανηγύρι δημοκρατίας», αλλά αντιδημοκρατικό-πλειοψηφικό εκλογικό σύστημα. Οι προτάσεις αυτές δεν οδηγούν σε τσάκισμα των μηχανισμών, αλλά σε αποθέωση ενός μηχανισμού: του ηγετικού, πλειοψηφικού «στρατοπέδου». Το είδαμε, άλλωστε, στην πρόσφατη Πανελλαδική Συνδιάσκεψη, όπου στο «ενιαίο ψηφοδέλτιο», που επέλεξαν πολλοί σ., τακτοποιήθηκαν με το σύστημα της «λίστας μέσα στη λίστα» αυτοί οι μηχανισμοί, οι συμμαχίες και οι υποσχέσεις τους.

Οι προτάσεις αυτές πρέπει να απορριφθούν τόσο στην πορεία προς το συνέδριο όσο και στη συνέχεια του ΣΥΡΙΖΑ.