Το τέλος του 2018 ήταν γεμάτο από ευχάριστες ειδήσεις στη γειτονιά μας.

Στην Αλβανία, ένας φοιτητικός ξεσηκωμός ενάντια στα δίδακτρα πήρε πρωτοφανείς διαστάσεις, έγινε διεθνής είδηση και προκάλεσε την συμπαράσταση από πολλές χώρες (Γαλλία, Σερβία, Πολωνία κλπ), κι ανέδειξε έμμεσα συνολικότερα ζητήματα ενάντια στη νεοφιλελεύθερη εκπαίδευση αλλά και το νεοφιλελευθερισμό γενικά. Στη Σερβία, η καταγγελία για την επίθεση ενάντια σε έναν πολιτικό εξελίχθηκε σε ένα τσουνάμι διαδηλώσεων ενάντια στον αυταρχισμό του προέδρου Βούτσιτς, ανοίγοντας ευρύτερα ζητήματα για το πολιτικό τοπίο που επικρατεί στη χώρα τα τελευταία χρόνια. Έχουμε μάθει να κοιτάμε τα Βαλκάνια ως πεδίο εθνικιστικών ανταγωνισμών και ιμπεριαλιστικής παρέμβασης (δύο ανατροφοδοτούμενα ιστορικά φαινόμενα). Πέρα από την προπαγάνδα, υπήρξε και η πραγματικότητα του αρνητικού συσχετισμού στην περιοχή. Τέτοιου τύπου εξελίξεις, όπως ένα αριστερόστροφο νεολαιίστικο κίνημα στην Αλβανία, ένα δημοκρατικό-αντιαυταρχικό κίνημα στη Σερβία, δείχνουν μια νέα δυνατότητα κι έναν άλλο τρόπο να βλέπουμε τη γειτονιά μας. Όχι ως πεδίο γεωπολιτικών ανταγωνισμών, αλλά ως πεδίο ταξικής πάλης. Αυτή άλλωστε είναι και η μόνη πραγματική προοπτική να αντιμετωπίσουμε και τον ιμπεριαλισμό και την εθνικιστική μισαλλοδοξία. Τα όσα συνέβησαν ή συνεχίζουν να συμβαίνουν είναι ευχάριστες εξελίξεις. Η αλληλεγγύη μας με τις αριστερές δυνάμεις που παρεμβαίνουν σε αυτές είναι πολύτιμη και ο συντονισμός μεταξύ μας είναι ένα κρίσιμο καθήκον. Μπροστά σε αυτά τα μεγάλα καθήκοντα, το ελάχιστο που μπορούμε να κάνουμε είναι να παρουσιάσουμε αυτούς τους αγώνες των λαών των Βαλκανίων στο κοινό στην Ελλάδα.

Συζητώντας με αγωνιστές από το Βελιγράδι
Η Σερβία σε αναταραχή

Του Πάνου Πέτρου
 

Ο πρόεδρος Αλεξάνταρ Βούτσιτς οικοδομεί ένα όλο και πιο αυταρχικό καθεστώς, αυξάνοντας ασφυκτικά τον έλεγχο στα ΜΜΕ και τις εκλογικές διαδικασίες. Παράλληλα, εφαρμόζει απόλυτα τις ευρωπαϊκές κατευθύνσεις για λιτότητα, με αποτέλεσμα η αυξανόμενη ανισότητα στη Σερβία να είναι η υψηλότερη στην Ευρώπη. Με αποτέλεσμα επίσης οι ευρωπαϊκές ελίτ να κάνουν τα στραβά τα μάτια στην αυταρχική του διακυβέρνηση, καθώς στις Βρυξέλλες θυμούνται τον «αυταρχισμό» μόνο σε περιπτώσεις ηγετών που αμφισβητούν τις οικονομικές-πολιτικές κατευθύνσεις τους.
Στην ίδια τη Σερβία όμως, αυτή η πραγματικότητα έχει δημιουργήσει σημαντική δυσαρέσκεια. Όταν στα τέλη Νοέμβρη δέχτηκε βίαιη επίθεση ο Μπόρκο Στεφάνοφιτς, πρόεδρος του κόμματος «Αριστερά της Σερβίας», στο Κρούσεβατς, για χιλιάδες ανθρώπους λειτούργησε ως «σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι» στο ζήτημα της δημοκρατίας.     
Στις 16 Δεκέμβρη, οργανώθηκε διαδήλωση στο Βελιγράδι με πρωτοβουλία κυρίως νεολαίων που ανήκουν στα κόμματα του πλατιού αντιπολιτευτικού συνασπισμού Συμμαχία για τη Σερβία (SzS). Η SzS είναι υπερβολικά πλατιά συμμαχία: Υπό την ηγεσία του Ντράγκαν Ντίλας, πρώην δημάρχου Βελιγραδίου, καλύπτει ένα χώρο που ξεκινά από το αριστερό συνδικάτο Sloga και την «Αριστερά της Σερβίας», περνά από κεντροαριστερά και κεντροδεξιά κόμματα και φτάνει ως το ακροδεξιό κληρικαλιστικό Dveri. Όμως το πράγμα γρήγορα ξέφυγε από τον αρχικό σχεδιασμό της αντιπολίτευσης. Καταρχήν πρόθεση των οργανωτών ήταν να καλέσουν την επόμενη διαδήλωση κάπου στις 20 Γενάρη, μόνο που βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια λαϊκή πίεση που επέβαλε τις βδομαδιάτικες διαδηλώσεις που γεμίζουν έκτοτε τους δρόμους του Βελιγραδίου κάθε Σάββατο.  
Η ηγεσία της SzS υποχρεώθηκε επίσης από λαϊκή πίεση να αποσυρθεί από την κεφαλή των διαδηλώσεων και να αποφεύγει να χρησιμοποιεί τα κομματικά της λάβαρα. Όπως έγραφε ενημερωτικό ραπόρτο Σέρβου αγωνιστή της σοσιαλιστικής οργάνωσης Marks21 και της κολεκτίβας για το δικαίωμα στη στέγη «ZA Krov nad glavom», «σε μεγάλο βαθμό ο κόσμος κατεβαίνει στο δρόμο όχι εξαιτίας της παρουσίας της SzS, αλλά παρά την παρουσία της SzS». Το κλίμα που επικρατεί είναι «αντιπολιτικό», ενώ τα αιτήματα είναι περιορισμένα σε πολύ στοιχειώδη δημοκρατικά μέτρα, όπως η ίση εκπροσώπηση όλων των κομμάτων στη δημόσια τηλεόραση και ενάντια στο κλίμα πολιτικής βίας που καλλιεργεί το καθεστώς. 
Σύμφωνα με τις αναφορές των Σέρβων συντρόφων, οι αιτίες των κινητοποιήσεων είναι τα οξυμένα κοινωνικά προβλήματα, η δυσαρέσκεια για τις πολιτικές λιτότητας και για τον αυταρχικό χαρακτήρα του σημερινού καθεστώτος. Αλλά ρόλο επίσης παίζει η έμπνευση από τα γεγονότα στη Γαλλία και η μνήμη των διαδηλώσεων ενάντια στον Μιλόσεβιτς τη δεκαετία του ’90. 
Το ίδιο μας τόνισε ο Πάβλε Ίλιτς, επίσης μέλος της Marks21, συζητώντας για τη φύση των διαδηλωτών. Σύμφωνα με τον Πάβλε, ένα σημαντικό τμήμα είναι «βετεράνοι» του κινήματος του 1996-2000 που ανέτρεψε τον Μιλόσεβιτς και είναι αυτοί που ανακινούν ζωντανά αυτές τις μνήμες μέσα στο σημερινό κίνημα. Ρωτάμε για τη συμμετοχή των κοινωνικών τάξεων: «Δεν θα έφτανα στην υπερβολή ότι οι διαδηλώσεις είναι κυρίως της μεσαίας τάξης, αλλά είναι διακριτή η παρουσία των επαγγελματιών και μικρομεσαίων που η θέση τους επιδεινώνεται. Πρόκειται για αυτούς που αποτελούσαν την κοινωνική βάση της διακυβέρνησης του Δημοκρατικού Κόμματος το 2000-2012. Τα πιο λαϊκά στρώματα της κοινωνίας δεν έχουν εξίσου ορατή παρουσία».
Όταν ρωτάμε για την πιθανότητα αυταπατών για την ΕΕ, όπως συμβαίνει περιστασιακά σε τέτοια «δημοκρατικά» κινήματα στα Βαλκάνια και την Ανατολική Ευρώπη, είναι η μόνη φορά που ο Πάβλε είναι κατηγορηματικός στην εκτίμησή του. «Κατά τη γνώμη μου, ο διχασμός φιλορώσων και φιλοευρωπαίων χάνει τη σημασία του ως διακριτός παράγοντας στην πολιτική στη Σερβία. Απόδειξη η σημερινή κατάσταση της κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης. Και οι δύο περιλαμβάνουν μέλη και των δύο στρατοπέδων». 
Σχολιάζοντας την περιορισμένη ορατότητα των πιο λαϊκών στρωμάτων στις κινητοποιήσεις, θυμόμαστε τη συνέντευξη του Πάβλε στο περιοδικό «Κόκκινο», όπου υπενθύμιζε ότι οι τύχες του Μιλόσεβιτς και της αντιπολίτευσης κρίθηκαν από τη στάση της εργατικής τάξης. Μόνο όταν έφτασε σε γενική απεργία το κίνημα, αποδέχτηκε ο Μιλόσεβιτς την εκλογική του ήττα και παραιτήθηκε.
Ο ακτιβιστής της «ZA Krov nad glavom» στο ραπόρτο που αναφέραμε γράφει για τις σχετικές προσπάθειες που κάνει η κολεκτίβα: «Τις τελευταίες δύο εβδομάδες, οργανώσαμε ένα δικό μας μπλοκ στη διαδήλωση, παρουσιάζοντας επιπλέον αιτήματα –τον τερματισμό των εξώσεων και την εφαρμογή μέτρων εργασιακής ασφάλειας, ανακινώντας το ότι πάνω από 30 εργάτες, κυρίως οικοδόμοι, έχουν σκοτωθεί μέσα στο 2018. Στους δρόμους, ενωθήκαμε με τους εργαζόμενους στα ταχυδρομεία που διαδηλώνουν ενάντια στις εργασιακές συνθήκες. Επιχειρούμε να ενθαρρύνουμε τους εργάτες να μπουν στις διαδηλώσεις μετά τα δικά τους αιτήματα». Η προσπάθεια των συντρόφων είχε κάποιο αντίκτυπο, αν σκεφτούμε ότι ο Στεφάνοφιτς βγήκε στο τουίτερ για να δηλώσει ότι αυτά τα συνθήματα… «είναι αχρείαστα».    
Ο Πάβλε από τη μεριά του τονίζει ότι αυτή η κατάσταση είναι μόνιμη: σε όλες τις μαζικές διαδηλώσεις που έχουν ξεσπάσει με διάφορες αφορμές στη Σερβία τα τελευταία 2-3 χρόνια, πάντοτε τα κοινωνικά αιτήματα προέκυπταν μόνο μέσα από τις συνειδητές παρεμβάσεις των αριστερών δυνάμεων και αγωνιστών.       
Εν τω μεταξύ, το κίνημα από το περασμένο Σάββατο (5 Γενάρη) άρχισε να ξεφεύγει από τα όρια του Βελιγραδίου και να επεκτείνεται για πρώτη φορά και σε άλλες πόλεις. Αυτή είναι η πρώτη μορφή «κλιμάκωσης», καθώς κατά τα άλλα ο Πάβλε σημειώνει ότι δεν έχει υπάρξει κάποια άλλη πρόταση σε αυτήν την κατεύθυνση, με το κίνημα να παραμένει μαζικό και να αντέχει στο χρόνο, αλλά να περιορίζεται στις βδομαδιάτικες διαδηλώσεις. 
Αυτό επιτρέπει, προς τον παρόν, στον Βούτσιτς να υιοθετήσει την τακτική με την οποία αντιμετώπισε όλες τις μαζικές κινητοποιήσεις των τελευταίων 2 χρόνων: Ούτε καρότο, ούτε μαστίγιο, απλά «περιμένοντας θα υποχωρήσει». Επιμένει ότι «η αλλαγή δεν γίνεται στους δρόμους» και αρνείται κάθε διαπραγμάτευση, ενώ την ίδια ώρα η αστυνομική παρουσία είναι πολύ περιορισμένη και διακριτική στις διαδηλώσεις.
Προς το παρόν αυτή η στάση απλά «τροφοδοτεί» την επίμονη συνέχεια των κινητοποιήσεων, που εγείρουν για πρώτη φορά ζήτημα σοβαρής αμφισβήτησης του Σέρβου προέδρου. Πιο μακροπρόθεσμα, οι προοπτικές του κινήματος θα κριθούν από την δυνατότητα να βρει τρόπους κλιμάκωσης και από την παρέμβαση της Αριστεράς. Ο Πάβλε μας ενημερώνει ότι είναι σε εξέλιξη από καιρό διεργασίες μετωπικής ανασυγκρότησης της ριζοσπαστικής Αριστεράς, που γίνονται πιο επίκαιρες όταν προκύπτουν συγκυρίες όπως η σημερινή, αλλά γι’ αυτό το κομμάτι που είναι ευρύτερο από το σημερινό κίνημα στους δρόμους, λέμε να συζητήσουμε πιο αναλυτικά μιαν άλλη φορά… 

 

Μεγάλες φοιτητικές κινητοποιήσεις στην Αλβανία

Της Κατερίνας Καλλέργη
 

Τ ην Τρίτη 4 Δεκέμβρη, οι φοιτητές/τριες της Αρχιτεκτονικής Σχολής στα Τίρανα έμειναν έξω από τις ακαδημαϊκές αίθουσες και τα αμφιθέατρα, μποϊκοτάροντας τα μαθήματα, για να διαμαρτυρηθούν για την αύξηση στα δίδακτρα κατά 30 ευρώ για κάθε εξέταση που δεν συμμετείχαν. 
Μέσα σε λίγες ώρες τα νέα διαδόθηκαν σε πολλές σχολές της πόλεις, και την επόμενη μέρα εκατοντάδες βρέθηκαν έξω από τις πόρτες του Υπουργείου Παιδείας απαιτώντας την κατάργηση αυτού του μέτρου. Ο αγώνας κορυφώθηκε την επόμενες μέρες, με δεκάδες χιλιάδες φοιτητές να διαδηλώνουν. Την ώρα μάλιστα που η αλβανική κυβέρνηση δήλωνε έτοιμη να υποχωρήσει στο συγκεκριμένο αίτημα, νέα αιτήματα προκύπτανε μέσα από τις διαδηλώσεις με κέντρο την απαίτηση για μείωση ακόμα και στο μισό των ακαδημαϊκών διδάκτρων. Γρήγορα, οι διεκδικήσεις επεκτάθηκαν και σε άλλους τομείς, όπως η δημοκρατική συμμετοχή των φοιτητών στο Πανεπιστήμιο, η ανάγκη για υψηλότερη δημόσια δαπάνη για την τριτοβάθμια εκπαίδευση και για βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης στις φοιτητικές εστίες. Το αίτημα για δημόσια και δωρεάν παιδεία δεν άργησε να τεθεί στο τραπέζι και από τις πρώτες μέρες έγινε κοινός τόπος για όλους τους διαδηλωτές, αποδεικνύοντας τη σταδιακή ριζοσπαστικοποίηση του φοιτητικού κινήματος.
Ο λόγος που οι φοιτητές/τριες στην Αλβανία βγαίνουν στο δρόμο είναι ότι βιώνουν καθημερινά τα άμεσα αποτελέσματα των νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων στην παιδεία που ξεκίνησαν να εφαρμόζονται από το καλοκαίρι του 2015 και έπειτα. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές βασίζονται στην αντίληψη ότι ο ανταγωνισμός μεταξύ των πανεπιστημίων για να διεκδικήσουν χρηματοδότηση, θα οδηγούσε ποιοτική αύξηση των παροχών των πανεπιστημίων. Η μόνη αύξηση που έχουν δει όμως οι φοιτητές/τριες στην Αλβανία είναι η συνεχόμενη αύξηση των διδάκτρων τους. Είναι προφανές πως πρόκειται απλά για δικαιολογίες ώστε να μειωθεί η κρατική χρηματοδότηση και να επωμιστούν οι φοιτητές την οικονομική επιβίωση των πανεπιστημίων τους. Τα πανεπιστήμια αντιμετωπίζονται ως επιχειρήσεις, οι φοιτητές ως καταναλωτές και η γνώση ως ένα εμπορικό προϊόν. Η τελευταία αύξηση για κάθε επανεξέταση των φοιτητών ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι στη συλλογική συνείδηση. Παρά την προσπάθεια της κυβέρνησης και των ΜΜΕ να τους παρουσιάσουν ως αποτυχημένους τεμπέληδες, οι φοιτητές επιμένουν στον αγώνα τους, με αποτέλεσμα η διαδήλωση της Παρασκευής 7/12 να είναι η πιο μαζική διαδήλωση που έχει γίνει τα τελευταία 25 χρόνια χωρίς να την έχει καλέσει κάποιο κόμμα. Ένας από τους διαδηλωτές δήλωσε μάλιστα: «Ναι είμαι αποτυχημένος ακαδημαϊκά, αλλά δεν είναι δική μου ευθύνη. Είναι ευθύνη όσων με αναγκάζουν να δουλεύω 12 ώρες την ημέρα για να μπορώ να πληρώνω τα δίδακτρα του πανεπιστημίου». 
Ο αυθορμητισμός και η αυτοοργάνωση είναι τα βασικά χαρακτηριστικά του κινήματος αυτού. Οι φοιτητές/τριες επέλεξαν να μην κάνουν καταλήψεις στα πανεπιστήμια αλλά να τα εγκαταλείψουν, ως μία συμβολική κίνηση, δείχνοντας ότι αρνούνται να τα αναγνωρίσουν ως δικούς τους χώρους, ακόμα και ως χώρους που παρέχουν τη δυνατότητα ριζοσπαστικοποίησης μέσα σε αυτούς. Κυριαρχεί μια γενικευμένη άρνηση για διαπραγματεύσεις με την κυβέρνηση. Ακόμα και όταν ο πρωθυπουργός της Αλβανίας δήλωσε ότι θα δεχτεί όλα τα αιτήματα των φοιτητ(ρι)ών αν σταματήσουν τις διαδηλώσεις και δεχτούν να ξεκινήσουν διαπραγματευτικές διαδικασίες, το κίνημα δεν υπέκυψε. Η αλήθεια, βέβαια, είναι ότι και να ήθελε να μπει σε διάλογο με την κυβέρνηση δεν υπάρχουν άτομα ή θεσμοί που να μπορούν να εκπροσωπήσουν αυτό το κίνημα καθώς καμία πολιτική οργάνωση δεν έχει κυρίαρχο ρόλο, ενώ δεν υπάρχει κάποιο κεντρικό συντονιστικό όργανο. Αντιθέτως, θα μπορούσε να πει κανείς πως επικρατεί μια γενική προσπάθεια να μην υπάρξει καμία σύνδεση με κανένα πολιτικό κόμμα, αν και η ανεξάρτητη φοιτητική οργάνωση LPU (Κίνηση για το Πανεπιστήμιο), που έχει υπάρξει ο μεγαλύτερος αντίπαλος της κυβέρνησης στην απόπειρα της να εφαρμόσει ακόμα πιο νεοφιλελεύθερες πολιτικές στο πανεπιστήμιο, φαίνεται να έχει μία σχετική επιρροή, κυρίως στη συνθηματολογία.
Για το μεγαλύτερο μέρος όσων συμμετέχουν στις διαδηλώσεις ο εχθρός έχει συγκεκριμένο πρόσωπο: αυτό του υπουργού Παιδείας, παραβλέποντας το γεγονός ότι οι ευθύνες δεν μπορούν να καταλογιστούν προσωπικά, στο συγκεκριμένο άτομο που εφαρμόζει τις πολιτικές επιθέσεις στο πανεπιστήμιο, αλλά πρέπει να εντοπίσουν τη ρίζα του προβλήματος, δηλαδή την συνολική διαχείριση του πολιτικού και κοινωνικού συστήματος. Η εξέγερση ενάντια στον υπουργό Παιδείας δεν μπορεί να είναι μακροπρόθεσμη. Όλοι όσοι, προερχόμενοι από το καπιταλιστικό μπλοκ, θα βρεθούν, ή βρέθηκαν, στη θέση του εφάρμοσαν και θα εφαρμόσουν τις ίδιες πολιτικές επιλογές, με την ίδια συνέπεια. Η μόνη εναλλακτική είναι το φοιτητικό κίνημα μέσω των πιέσεων που θέτει να προκαλέσει κάποια ριζική αλλαγή.
Οι πιέσεις αυτές είναι όντως μεγάλες. Μπορεί μέχρι τώρα να μην έχει υπάρξει το αίτημα να πέσει η κυβέρνηση, όμως το γεγονός ότι για διαδοχικές βδομάδες οι φοιτητές/τριες βρίσκονται στους δρόμους –κερδίζοντας σιγά σιγά και την κοινή γνώμη– έχει αρχίσει να δημιουργεί πολιτικές ρωγμές. Το κίνημα αυτό έχει δημιουργήσει πολλές ελπίδες για αλλαγή σε κόσμο που έχει απογοητευτεί από την συνολικότερη πολιτική κατάσταση και από το αλβανικό status quo. Το στοίχημα είναι το κατά πόσο το φοιτητικό κίνημα θα εκμεταλλευτεί τις ευκαιρίες και τις δυνατότητες που του δίνονται ώστε να πραγματοποιηθούν αυτές οι ελπίδες. Είναι πολύ κρίσιμο να ξεπεράσει το αυθόρμητο και αυτοοργανωμένο στάδιο και να ξεκινήσει να δομεί τους τρόπους για τη συνέχισή του. Για να υπάρξει μια οποιαδήποτε θετική παρακαταθήκη πρέπει να συγκληθούν συνελεύσεις, να προκύψουν χώροι πολιτικής συζήτησης και οργάνωσης που θα δώσουν στο κίνημα οξυγόνο για να συνεχίσει αλλά και θα συνδέσουν τους φοιτητές με τα υπόλοιπα κομμάτια της κοινωνίας και τους μαχόμενους ανθρώπους.