Εγκλωβισμένη στο πολιτικό της αδιέξοδο, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ προσφεύγει σε μια ακατάσχετη παροχολογία που θυμίζει άλλες εποχές. Κάπως έτσι υπόσχεται γήπεδα στους πάντες.

Είναι σαφές ότι η πλήρης ενσωμάτωσή της στο μνημονιακό μονόδρομο, αλλάζει και τον τρόπο που η κυβέρνηση στήνεται επικοινωνιακά. Πλέον δεν μπετονάρει καν το εκλογικό της ακροατήριο σε μια δήθεν μάχη ενάντια στη διαπλοκή όπως έκανε π.χ. το περσινό καλοκαίρι με τους καναλάρχες. Αντιθέτως, διαπλέκεται και η ίδια προκλητικά εφαρμόζοντας το δόγμα «άρτος και θεάματα». 
Γήπεδα σε όλους
Γήπεδα σε όλους λοιπόν και με κάθε τρόπο. Χωρίς την άποψη των τοπικών κοινωνιών, χωρίς τη στοιχειώδη μέριμνα για το περιβάλλον, χωρίς αντιρρήσεις στους καπιταλιστές που θα τα εκμεταλλεύονται. Κάπως έτσι εν μέσω μιας μακράς περιόδου διαπραγμάτευσης για το κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης όπου η κυβέρνηση δίνει γη και ύδωρ στους δανειστές, μια μεγάλη μερίδα κόσμου πλήρως αποπροσανατολισμένη περιμένει γήπεδα από ευεργέτες. Στη Νέα Φιλαδέλφεια, μετά τους τραμπουκισμούς, τους ξυλοδαρμούς και τη στοχοποίηση του Δήμου από μερίδες φερόμενων οπαδών και δημοσιογράφων που είχαν κάνει κατάληψη στο κέντρο της πόλης τον τελευταίο μήνα, η κυβέρνηση έρχεται να λύσει την κατάσταση, εισάγοντας η ίδια τροπολογία που αφαιρεί από τους δήμους την υποχρέωση να έχουν λόγο σε τεράστια έργα που μπορεί να ξεκινήσουν στην επικράτειά τους.
Παράλληλα άνοιξε η γηπεδική πίτα και για μια σειρά άλλες ΠΑΕ και ΚΑΕ. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός υπό το πρόσχημα του προγράμματος ανάπλασης της Αθήνας, σε συνεργασία με τον Καμίνη, προώθησαν την ιδέα ανέγερσης γηπέδου για τον ΠΑΟ στο Γουδή. Μέσα σε μία μέρα παρουσίασαν ένα ολοκληρωμένο πλάνο που περιελάμβανε έτοιμο σχέδιο, σε συγκεκριμένη περιοχή, με έτοιμο χρηματοδότη και πρόθυμο «κολοσσό διαχειριστή» από το εξωτερικό. Όλες αυτές οι συνεννοήσεις βέβαια δεν έγιναν, ούτε με βάση κάποια διαβούλευση με την τοπική κοινωνία, ούτε στηρίχθηκαν σε κάποιες μελέτες για τις πιθανές επιπτώσεις ενός τέτοιου έργου. 
Το γήπεδο στου Γουδή όμως δεν αποτελεί το μόνο νέο στο φόντο των γηπεδικών υποσχέσεων. Μια σειρά από ολυμπιακά ακίνητα τα οποία προφανώς το ελληνικό κράτος δεν σκέφτηκε να αξιοποιήσει από το 2004 κι έπειτα ως δημόσια αθλητικά κέντρα ανοιχτά στο λαό, πλέον παρηκμασμένα και δύσκολα συντηρήσιμα, αφού πέρασαν στο υπερταμείο αποκρατικοποιήσεων, αποτελούν «φιλέτα» για τους ιδιοκτήτες ομάδων. Κάπως έτσι ο μπασκετικός Ολυμπιακός ζητάει από την Πολιτεία να του παραχωρηθεί το ΣΕΦ για 49 χρόνια για χρήση, μίσθωση και εμπορική εκμετάλλευση, ενώ το ίδιο επιδιώκει και ο μπασκετικός Παναθηναϊκός για το ΟΑΚΑ ζητώντας παραχώρηση με τους ίδιους όρους για 99 χρόνια. Πρόκειται για δημόσιες αθλητικές εγκαταστάσεις οι οποίες αντί να αξιοποιούνται προς όφελος του μαζικού λαϊκού αθλητισμού, περνούν σε μία νύχτα σε ιδιώτες. 
Αντίστοιχα, η μπασκετική ΑΕΚ αξιώνει να της παραχωρηθεί το γήπεδο τένις του ΟΑΚΑ προκειμένου να το αναπλάσει αφού η υπόθεση του ποδηλατοδρομίου δεν τελεσφόρησε λόγω της πεισματικής άρνησης της ομοσπονδίας ποδηλασίας να μείνει χωρίς στέγη. 
Οι ορέξεις βέβαια ανοίγουν σε κάθε λογής επιχειρηματίες που βλέπουν την επικοινωνιακή τακτική της κυβέρνησης ως μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για επενδύσεις και κέρδη. Στον τρελό γηπεδικό χορό προστέθηκε και το όνομα του Ιβάν Σαββίδη που αγοράζει τα πάντα στη Βόρεια Ελλάδα τα τελευταία χρόνια. Έτσι λοιπόν άνοιξε η συζήτηση και για νέο γήπεδο στον ΠΑΟΚ ή στη χειρότερη περίπτωση για ανάπλαση της Τούμπας. Τι μπορεί να πει κανείς όμως αν σκεφτεί ότι ο υπουργός Αθλητισμού Γιώργος Βασιλειάδης συζητάει μέχρι και για ανέγερση γηπέδου του Εθνικού (!) στην περιοχή του Πειραιά…
Συμφέροντα
Είναι σαφές ότι η κυβέρνηση προσπαθεί να χτίσει σχέσεις με κομμάτια του εφοπλιστικού και επιχειρηματικού κεφαλαίου στην Ελλάδα την ίδια στιγμή που συσπειρώνει εκλογικά ακροατήρια πάνω στα συμφέροντά τους. Οι ομάδες λειτουργούν ως προσωπεία πίσω από τα οποία κρύβονται ακριβές μπίζνες για τους καπιταλιστές και πολιτικά οφέλη για τους κυβερνώντες. Το αθλητικό success story που προωθεί η κυβέρνηση είναι άλλη μία προσπάθεια αποπροσανατολισμού της κοινής γνώμης από τα σκληρά προβλήματα της μνημονιακής πραγματικότητας και οικοδόμησης συμπαγών σχέσεων με σημαντικά κομμάτια του ελληνικού αστισμού.
Κάπως έτσι το νέο πολιτικό κατεστημένο το οποίο υποτίθεται θα συγκρουόταν με τα μεγάλα συμφέροντα, δεν διστάζει να τα εξυπηρετεί αποσπώντας κοινωνική νομιμοποίηση μέσα από τα εμβλήματα και τα χρώματα των ομάδων. 
Συνεργός σε αυτή τη μεταστροφή είναι και ένας ολόκληρος δημοσιογραφικός μηχανισμός ο οποίος δεν διστάζει να δημοσιοποιεί ονόματα όσων διαφωνούν με τα φαραωνικά αρχιτεκτονικά πλάνα και προσφεύγουν στη δικαιοσύνη, να δημοσιεύει φωτογραφίες τους από προσωπικούς λογαριασμούς στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και να προβάλλει τους τραμπουκισμούς και τις απειλές ως ειρηνικές διαμαρτυρίες. Μια δημοσιογραφία στην υπηρεσία του κεφαλαίου με όπλα το οπαδιλίκι, το σεξισμό και το παραμύθι της «επενδυτικής ανάκαμψης» πουλάει ακριβές αυταπάτες σε πρόθυμα φτηνά ακροατήρια. Σε αυτή τη δημοσιογραφία δίνουν ραπόρτο αρκετά κυβερνητικά στελέχη και βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ.
Απάντηση
Η ριζοσπαστική-αντικαπιταλιστική Αριστερά πρέπει να απαντήσει σε αυτή τη γελοιότητα. Οφείλει πρωτίστως να αναδείξει ότι η συζήτηση που έχει ανοίξει δεν είναι οπαδική και δεν σχετίζεται με τις ομάδες. Είναι επιχειρηματική και σχετίζεται με τους επιχειρηματίες και εφοπλιστές που κρύβονται από πίσω τους. Η λύση στην κρίση δεν είναι τα ακριβά επιχειρηματικά σχέδια αλλά η σύγκρουση με τους επιχειρηματίες και τα συμφέροντά τους. Η διασφάλιση της δημοκρατίας στις γετονιές, ο αγώνας για επανανοηματοδότηση του δημόσιου χώρου, η πάλη για την προστασία του περιβάλλοντος και η επιμονή στο να μην παραδοθούμε ολοκληρωτικά στις εκάστοτε ορέξεις των ιδιωτών είναι ένα στοίχημα που δεν πρέπει να το αφήσουμε να χαθεί στη ζοφερή μνημονιακή πραγματικότητα.