Ένας εργάτης υποψήφιος

Στο προηγούμενο φύλλο της «Εργατικής Αριστεράς», φιλοξενήσαμε άρθρο του Μανώλη Κοζαδίνου από το Παρίσι, που παρουσίαζε την καμπάνια και το πρόγραμμα του Ζαν Λικ Μελανσόν. Συνεχίζουμε την παρουσίαση των εκλογικών προσπαθειών της γαλλικής Αριστεράς με την καμπάνια του εργάτη Φιλίπ Πουτού, του Νέου Αντικαπιταλιστικού Κόμματος (NPA).
Πρόκειται για μια υποψηφιότητα που η επικύρωσή της από το Συνταγματικό Δικαστήριο δεν ήταν καθόλου δεδομένη μέχρι την τελευταία μέρα, καθώς είχε να ξεπεράσει ένα από τα πολλά «εμπόδια» του γαλλικού πολιτικού συστήματος απέναντι στις μικρές πολιτικές δυνάμεις, αυτό της συλλογής 500 υπογραφών από εκλεγμένους αξιωματούχους που «εγκρίνουν» την υποψηφιότητα (όχι απαραίτητα συμφωνώντας πολιτικά, αλλά αναγνωρίζοντας το δικαίωμά της να δοκιμαστεί στην κάλπη). 
Υπογραφές
Σύμφωνα με τα ραπόρτα των συντρόφων, φέτος ο στόχος αποδείχθηκε δυσκολότερος από κάθε άλλη χρονιά. Σίγουρα αυτό αντικατοπτρίζει σε ένα βαθμό και τη θέση πολιτικής αδυναμίας του NPA, αλλά κεντρικό ζήτημα παραμένει ένα πολιτικό τοίχος «άρνησης» που υψώθηκε φέτος: Είναι ενδεικτικό ότι ακόμα και ο Μελανσόν δεν μάζεψε εύκολα τις υπογραφές (στη σχετική καθυστέρηση ο ρόλος του ΚΚΓ -ως η αριστερή δύναμη με τους περισσότερους διαθέσιμους εκλεγμένους- υπήρξε «ομιχλώδης»), ή ακόμη και ότι γκρούπες της ακροδεξιάς κατόρθωσαν να τις συγκεντρώσουν ταχύτερα. 
Χρειάστηκε απίστευτη ενέργεια και προσπάθεια από το δίκτυο αγωνιστών-στριών του NPA που «όργωσαν» τη Γαλλία και τελικά κατάφεραν και περιφρούρησαν το δημοκρατικό δικαίωμα να είναι παρών ο Φιλίπ Πουτού στην εκλογική αναμέτρηση.
Όπως ανέφερε και το NPA στη σχετική ανακοίνωση για την επίτευξη του στόχου, έπειτα από αυτήν την προσπάθεια ξεκίνησε ουσιαστικά και η προεκλογική του καμπάνια: «Η καμπάνια κινητοποίησε εκατοντάδες ακτιβιστές για 10 μήνες. Συνάντησαν περίπου 10.000 δημάρχους, ταξίδεψαν εκατοντάδες χιλιάδες χιλιόμετρα, δαπανήθηκαν χιλιάδες ευρώ. Οι θεσμικοί υποψήφιοι που εμπλέκονται σε υποθέσεις υπεξαίρεσης, δεν έχουν τέτοια εμπόδια να ξεπεράσουν, εμπόδια που καθυστέρησαν την προεκλογική μας εκστρατεία. Οργανώσαμε συναντήσεις και αφισοκολλήσεις, αλλά πολύ λιγότερες από όσες θα μπορούσαμε και τις οποίες πρόκειται να οργανώσουμε τις ερχόμενες βδομάδες». 
Αλλά η προεκλογική εκστρατεία ξεκίνησε με τους πιο ισχυρούς συμβολισμούς: με την παρουσία στη διαδήλωση της 19ης Μάρτη ενάντια στην αστυνομική βία και το ρατσισμό και -κυρίως- με την απεργία του Πουτού και των συναδέλφων του στο εργοστάσιο της Ford, όπου διεξάγουν ένα σκληρό αγώνα για να σώσουν τις θέσεις εργασίας τους. 
Η υποψηφιότητα ενός εργάτη σε αυτοκινητοβιομηχανία είχε πάντοτε έναν ισχυρό συμβολισμό. Γίνεται ακόμα πιο ισχυρός, σε μια συγκυρία που ενώ αποκαλύπτονται διαρκώς σκάνδαλα εκατομμυρίων ευρώ για τους περισσότερους αστούς πολιτικούς, ο Πουτού αγωνίζεται συλλογικά για να υπερασπιστεί τη δουλειά του.
Ξεχωριστή θέση στην προεκλογική εκστρατεία είχε και η παρουσία του σε διαδήλωση 2.000 ατόμων για την απελευθέρωση Βάσκων πολιτικών κρατουμένων. 
Πρόγραμμα πάλης
Ως προς το πρόγραμμα πάλης, μέσα από σχετική αρθρογραφία αναδεικνύονται κάποιοι κεντρικοί στόχοι:
• Απαγόρευση των απολύσεων, μείωση ωραρίου (32 ώρες την εβδομάδα) χωρίς μείωση μισθών, για να αντιμετωπιστεί η ανεργία. 
• Ανάκτηση των τραπεζών και των μεγάλων επιχειρήσεων, για σχεδιασμό της οικονομίας.
• Μέτρα εκδημοκρατισμού του πολιτικού συστήματος και μορφές «άμεσης» δημοκρατίας που θα δίνουν αποφασιστικό λόγο στους εργαζόμενους.
• Αλληλεγγύη και ισότητα, με τερματισμό της «έκτακτης ανάγκης», αφοπλισμό της αστυνομίας, κατάργηση ρατσιστικών και ισλαμοφοβικών νόμων, άνοιγμα των συνόρων, ελευθερία μετακίνησης και εγκατάστασης. 
Περισσότερο από το πρόγραμμα και τους συμβολισμούς της καμπάνιας του NPA, αυτό που αξίζει κατά τη γνώμη μας περισσότερο είναι το «πολιτικό κεφάλαιο» των αγώνων και των (συχνά μοναχικών) απόψεων μιας προηγούμενης δύσκολης περιόδου –ιδιαίτερα στα ζητήματα της πάλης ενάντια στην κατάσταση εκτάκτου ανάγκης και την ισλαμοφοβική τρομοϋστερία, στα ζητήματα του αντιρατσισμού, του διεθνισμού, της εναντίωσης στις εξορμήσεις του γαλλικού ιμπεριαλισμού (στην Αφρική), δηλαδή «δύσκολα» ζητήματα στα οποία η πλειοψηφία της γαλλικής Αριστεράς πάντοτε αντιμετωπίζει πρόβλημα στο να τα διαχειριστεί. 
Στη μάχη των προεδρικών, ο Μελανσόν θα είναι η μαζική, «χρήσιμη» επιλογή για τον κόσμο που θα θελήσει να «μαυρίσει» τους Σοσιαλιστές από τα αριστερά και να ενισχύσει ένα μαχητικό αντίπαλο δέος στη Δεξιά και την ακροδεξιά. Είναι κυρίως η δική του υποψηφιότητα που από την επιτυχία (ή μη) της οποίας θα κριθεί αν και τι «αριστερό ρεύμα» υπάρχει στη γαλλική κοινωνία. Το NPA και κάποια λάθη του πρόσφατου παρελθόντος δεν είναι άμοιρο ευθυνών γι’ αυτήν την εξέλιξη.
Ωστόσο η υποψηφιότητα του Φιλίπ Πουτού παραμένει μια επιλογή για όσους ενοχλούνται από κάποιες προβληματικές πτυχές της εκστρατείας του Ζαν Λικ Μελανσόν (που αφορούν κυρίως τα «δύσκολα» ζητήματα που αναφέραμε και παραπάνω).
Αλλά κυρίως, η τύχη της υποψηφιότητας Πουτού έχει κι έναν άλλο συμβολισμό, για τη χώρα όπου η επαναστατική Αριστερά απολάμβανε την εκλογική υποστήριξη ενός μαζικού ρεύματος στο πρόσφατο παρελθόν. Τις μέρες που φαινόταν δύσκολο να συγκεντρωθούν οι 500 αναγκαίες υπογραφές, η δεξιά εφημερίδα «Φιγκαρό» έσπευσε να προδικάσει το αποτέλεσμα και να βγάλει τον χαιρέκακο τίτλο «Ο θάνατος της ακραίας Αριστεράς». Θα είναι κρίμα να δοθεί στα δεξιά ΜΜΕ η δυνατότητα να επανέλθουν σε τέτοιες θριαμβολογίες μετά το αποτέλεσμα της κάλπης…
Μετά την κάλπη, κι όποιο κι αν είναι το αποτέλεσμα, ένα είναι σίγουρο: ότι πρέπει να γίνουν και να αλλάξουν πολλά στην «Αριστερά της Αριστεράς» για να αλλάξει το τοπίο…