SUBURBICON

κοινωνία / Χάρης Παπαδόπουλος / 24.11.2017

Η νέα ταινία του Κλούνεϊ, μήνυμα ενάντια στο ρατσισμό

Η τελευταία ταινία που σκηνοθέτησε ο Τζωρτζ Κλούνεϊ, σε σενάριο των αδελφών Κοέν, δεν έχει καµιά σχέση µε το άχαρο, επιτηδευµένο και βαρετό «Monuments men», το προηγούµενο έργο του.
Ο Κλούνεϊ έχει τώρα µια καλοδεµένη ιστορία να αφηγηθεί και ένα στιβαρό µήνυµα να καταλήξει.
Σε µια φανταστική αµερικάνικη πόλη του ’50, παραδεισένιο καταφύγιο του κάθε µεσοαστού, το ειδυλλιακό Suberbicon, σειρά εγκληµάτων γίνονται στο σπίτι µιας καθωσπρέπει οικογένειας. Το αίµα κυλά συνέχεια, οι προφυλάξεις που παίρνονται είναι υποτυπώδεις, όλα συµβαίνουν σχεδόν µπροστά στα µάτια της γειτονιάς και σε απόσταση – κυριολεκτικά – αναπνοής από δεκάδες αστυνοµικούς. Κι όµως κανείς και καµιά δεν παίρνει χαµπάρι το παραµικρό, επειδή όλοι οι «καλοί πολίτες» και όλες οι χαρωπές νοικοκυρές έχουν φτάσει σε παροξυσµό λύσσας µε αυτά που συµβαίνουν στο διπλανό ακριβώς σπίτι από αυτό της ιστορίας µας. Εκεί έχει µετακοµίσει πρόσφατα µια οικογένεια µαύρων. Και τούτο είναι ένα σκάνδαλο που η γειτονιά και όλο το “Σαµπέρµπικον” δεν µπορεί να το ανεχτεί!
Τα βλέµµατα γεµάτα εχθρότητα και δηλητήριο δίνουν γρήγορα τη θέση τους στις άγριες κραυγές, το µίσος κυριεύει τις συνελεύσεις πολιτών και µεταµορφώνεται σε διαδηλώσεις µίσους και επιθέσεις στο δρόµο και η ένταση ανεβαίνει στο κόκκινο.
Το “Suburbicon” υπάρχει µόνο στο χώρο της φαντασίας, όµως τα γεγονότα µε τη µαύρη οικογένεια συνέβησαν πραγµατικά. Στην Πενσυλβάνια του 1957, η πόλη Lewittown ξεσηκώθηκε ολόκληρη επειδή µια µαύρη οικογένεια πήγε εκεί να κατοικήσει. Ήταν η οικογένεια Μάγερς, και το ίδιο ακριβώς επίθετο κρατά ο σκηνοθέτης και για την οικογένεια που γίνεται πέτρα του σκανδάλου στην ταινία µας.
Τι κι αν η Lewittown ανήκε στο Βορρά, που προχώρησε στον εµφύλιο πόλεµο µε το Νότο το 1861 ενάντια στο θεσµό της δουλείας; Τι κι αν  η Πενσυλβάνια υπήρξε η πολιτεία που ίδρυσαν οι Κουάκεροι τον 17ο αιώνα ως καταφύγιο για κάθε ελεύθερο πνεύµα και βεβαίως και για κάθε µαύρο σκλάβο του Νότου που έσπαγε τα δεσµά του και το ‘σκαγε από τον αφέντη του; Τον 20ο αιώνα Βορράς και Νότος στις ΗΠΑ είναι το ενωµένο και περήφανο βασίλειο της πλαστικής ευµάρειας και της ευλαβούς παλιανθρωπιάς, και οι εξεγερµένοι νοικοκυραίοι, τόσο οι πραγµατικοί του  Lewittown όσο και οι κινηµατογραφικοί του Suberbicon, έχουν πάρει διαζύγιο από τη λογική αλλά και από την Ιστορία και διαδηλώνουν το µίσος τους ενάντια στους µαύρους µε τη σηµαία της Συνοµοσπονδίας του Νότου(!).
Κριτικοί σε βαθιά σύγχυση
Μα τι λόγο είχε να βάλει ο Κλούνεϊ τη µαύρη οικογένεια µέσα σε ένα θρίλερ τόσο ενδιαφέρον από µόνο του; Έτσι αναρωτιούνται κάποιοι κριτικοί, που βρίσκουν υπερβολική τη σύνδεση της ιστορίας της ταινίας µε το ρατσισµό.
Βέβαια, αν ο Κλούνεϊ είχε παραµείνει µόνο στο επίπεδο του θρίλερ και των επαναλαµβανόµενων φόνων:
α) θα έπρεπε ως σκηνοθέτης να στηριχτεί σε µια εντελώς άλλη ιστορία. Το σηµαντικό στο Σαµπέρµπικον είναι πως όλα είναι σχεδόν προφανή αλλά και «αόρατα», επειδή ο ρατσισµός έχει αποβλακώσει και αποπροσανατολίσει εντελώς όλη τη γειτονιά. Και δεν υπάρχει κανείς πιο τυφλός από αυτόν που δεν θέλει να δει και πιο κουφός από όποιον δεν θέλει να ακούσει.
Και β) δεν θα ήταν ο Κλούνεϊ αλλά κάποιος λοβοτοµηµένος κλώνος του, εάν θα γύριζε µια απολίτικη ταινία. Όποια άποψη και αν έχουµε για τις πολιτικές επιλογές του – είναι παθιασµένος εχθρός του Τραµπ αλλά και ανοιχτά υποστηρικτής της Χίλαρυ – ο Κλούνεϊ είναι πολιτικό όν και δεν υπάρχει περίπτωση να πάψει να µιλά και να ενεργεί πολιτικά.   
Και,  φυσικά, ο Κλούνεϊ µιλάει για το σήµερα, για την Αµερική που χάνει το µυαλό της µε το ρατσισµό και την ισλαµοφοβία, για την εξέγερση της βλακείας και της µετριότητας που έθεσε τον πιο αγροίκο και φαιδρό εκπρόσωπό της στη θέση του προέδρου των ΗΠΑ.
Οι θρησκευτικές αναφορές
«Ποτέ µου δεν χώνεψα τους Επισκοπιανούς», δηλώνει ένας ήρωας στην ταινία για την οικογένεια όπου συµβαίνουν σηµεία και τέρατα. Συνεχώς στη ροή της ταινίας οι αναφορές στις θρησκευτικές πεποιθήσεις δίνουν και παίρνουν. Ανησυχίες για το θρήσκευµα έχει διαρκώς και ο µικρός Νίκυ, το αγόρι της οικογένειας όπου λαµβάνουν χώρα τα φονικά και που είναι ο κεντρικός ήρωας της ταινίας. «Μα εµείς είµαστε Επισκοπιανοί» λέει και ξαναλέει ο µικρός σε πολλές στιγµές του έργου. 
Το ιδιαίτερο γνώρισµα των Επισκοπιανών είναι η έλλειψη συγκεκριµένων χαρακτηριστικών. Εκεί που η µετριοπάθεια συναντά τη χλιαρότητα εκεί βρίσκονται οι γεωγραφικές τους συντεταγµένες.  Στο κεφάλαιο 3 της Αποκάλυψης του Ιωάννη, και στους στίχους 15 και 16 αναφέρονται εκείνα τα λόγια που θα µπορούσαν να είχαν γραφτεί για τους Επισκοπιανούς: «Γνωρίζω τα έργα σου, ότι δεν είσαι ούτε κρύος ούτε ζεστός… Επειδή, λοιπόν, είσαι χλιαρός και ούτε ζεστός ούτε κρύος, πρόκειται να σε εξεµέσω από το στόµα µου»
Το µήνυµα του σκηνοθέτη
Τα βέλη του Κλούνεϊ, µέσω των συνεχών αναφορών στους Επισκοπιανούς, κατευθύνονται ενάντια στους ανθρώπους που αποφεύγουν τις αιχµές, που ιδιωτεύουν, που «κοιτάνε τη δουλειά τους» όταν δίπλα τους θεριεύει η µισαλλοδοξία. Οι γονείς του µικρού Νίκυ δεν είναι ρατσιστές – σχεδόν τον υποχρεώνουν να πάει να παίξει µε το παιδάκι της µαύρης οικογένειας - αλλά ούτε και αντιρατσιστές. Όταν ολόκληρη η πόλη περικυκλώνει και τραµπουκίζει τη µαύρη οικογένεια, αυτοί απλώς ακολουθούν το γενικό κλίµα – χωρίς κανένα πάθος, χωρίς ιδιαίτερο µίσος για τους µαύρους, χωρίς καµιά ψυχή.  Πάνε µε την κυρίαρχη άποψη για να ξεµπερδεύουν µια ώρα αρχύτερα και να επιστρέψουν στα του οίκου τους.
Ο Κλούνεϊ διάλεξε αυτό το ξεχασµένο από πολλά χρόνια σενάριο των αδελφών Κοέν ακριβώς για να µιλήσει για τη σηµερινή απειλή του ρατσισµού.
Η µισαλλοδοξία είναι τροµακτικά επικίνδυνη, µας λέει ο σκηνοθέτης γιατί µας κάνει τυφλούς απέναντι στον πραγµατικό κίνδυνο. Η κοινωνία καταρρέει, εξαιτίας εκείνων των ανθρώπων που δεν διστάζουν µπροστά σε κανένα έγκληµα αρκεί να εξασφαλίσουν την ήσυχη ζωούλα τους, τη νωθρή και βορβορώδη µακροηµέρευσή τους. Και όσο περισσότερο τα πράγµατα ξεφεύγουν τόσο πιο πολύ ανεβαίνει το κρεσέντο του ρατσιστικού µίσους.
Αν δούµε την ταινία «Suburbicon» από µια απόσταση, είναι τελικά πολύ πιο περιορισµένη πολιτικά από το «Detroit» της Μπίγκελοου. Για παράδειγµα, η αστυνοµία στην ταινία του Κλούνεϊ δεν είναι το όργανο της συντριβής των αδυνάτων, το µεγαλύτερο συνδικάτο του εγκλήµατος, ο στρατός των πιο άθλιων καθαρµάτων, όπως παρουσιάζεται στην ταινία της Μπίγκελοου. Στον Κλούνεϊ η αστυνοµία δυσκολεύεται να βρει τη θέση και το στίγµα της. Οι αστυνοµικοί είναι χοντροκέφαλοι και αµήχανοι γραφειοκράτες περισσότερο παρά επικίνδυνοι, και απέναντι στη ρατσιστική έκρηξη είναι απλώς ολίγοι και ανίκανοι.
Όµως το µήνυµα του Κλούνεϊ είναι τόσο ξεκάθαρο: Όσο ανεχόµαστε το ρατσισµό θα χάσουµε την κριτική µας ικανότητα αλλά και την ψυχή µας. Και όσο θεωρούµε φυσικό φαινόµενο τους νοικοκυραίους και τους ιδιωτεύοντες, θα αφήνουµε περιθώριο για να διαπραχθούν τα πιο φριχτά εγκλήµατα µέχρι που θα είναι πάρα πολύ αργά.
Και η ταινία στέκεται πολύ πιο ψηλά από το ίδιο το πικρό και «µαύρο» χιούµορ της. Δεν αποτελεί µια ραφιναρισµένη επίδειξη πνεύµατος αποστασιοποιηµένη από τα κοινά,  αλλά µεταµορφώνεται -  µε τον τρόπο αυτού του ιδιαίτερου ανθρώπου που είναι ο σκηνοθέτης της – σε ένα κάλεσµα για έγερση και µάχη!