Σ ε όλους όσους παρακολουθούν τα γεγονότα, είναι φανερό ότι η σύγκληση του ΠΣ της ΛΑΕ γίνεται σε στιγμές σημαντικής έντασης στις γραμμές της. Αυτό χρειάζεται ερμηνεία.

Κάποιοι σύντροφοι-φισσες προσπάθησαν να το εξηγήσουν θεωρώντας το ως αποτέλεσμα της απόφασης μιας «αντιπολίτευσης» (του Κόκκινου Δικτύου, της ΑΡΑΝ, της ΑΡΑΣ) να σηκώσει αιφνιδίως και συντονισμένα τους τόνους της αντιπαράθεσης. Δεν είναι σωστή σκέψη. Όσοι συμμετέχουμε στη ΛΑΕ, το κάνουμε υπεύθυνα, αναλαμβάνοντας το κόστος. Η αντιπαράθεση έχει ως στόχο τον αναγκαίο επαναπροσανατολισμό της ΛΑΕ, τη διόρθωση της πολιτικής της. 
Είναι γεγονός ότι η εισήγηση της ΠΓ σε κάποιο σημαντικό βαθμό επαναπροσανατολίζει τη ΛΑΕ. Υπό κανονικές συνθήκες θα γινόταν δεκτή με συνοπτικές διαδικασίες. Όμως δεν είμαστε σε κανονικές συνθήκες. Ο λόγος είναι μια σειρά από σημαντικά πολιτικά λάθη που έγιναν τους τελευταίους μήνες και δημιούργησαν πρόβλημα σύγχυσης και εμπιστοσύνης.
Τα λάθη αυτά (συνέντευξη στη ΔΕΘ όπου ειπώθηκαν θέσεις που δεν είχαμε συμφωνήσει και δεν ειπώθηκαν θέσεις που είχαμε συμφωνήσει, οι δισταγμοί για την καταγγελία των εθνικιστικών συλλαλητηρίων για το μακεδονικό, η στάση στην υπόθεση Κατσίφα, οι δισταγμοί στην καταγγελία των φασιστοκαταλήψεων στα σχολεία, η αρθρογραφία στελεχών εθνικιστικής στρατηγικής) γέρνουν όλα στην ίδια κατεύθυνση, αναδεικνύουν έναν προσανατολισμό: την αναζήτηση ακροατηρίων στα θολά νερά της «πατριωτικής», της κατά τη γνώμη μου εθνικιστικής «αντιπολίτευσης». 
Ο προσανατολισμός αυτός είναι λαθεμένος –δεν υπάρχει «χώρος» όπου τέμνεται πολιτικά η ριζοσπαστική Αριστερά και η εθνικιστική αντίθεση στην κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ– ενώ ταυτόχρονα είναι πολιτικά επικίνδυνος: Κάθε μετατόπιση προς την ατζέντα της εθνικιστικής γραμμής όχι μόνο δεν αδυνατίζει την ακροδεξιά –διεκδικώντας τάχα τα ακροατήριά της– αλλά, αντίθετα, τη νομιμοποιεί και διευρύνει τα περιθώρια για τη δράση της.
Αυτή η αυταπάτη είναι εκτός τόπου και χρόνου στη σημερινή συγκυρία που σημαδεύεται από την ενίσχυση της ακροδεξιάς διεθνώς. Αναλύσεις που κατανοούν την «παγκοσμιοποίηση» κυρίως ως μια συνειδητή επιλογή των κυρίαρχων τάξεων και του ιμπεριαλισμού προς μια «διάλυση των εθνών-κρατών», αποδεικνύονται σήμερα, στην εποχή του Τραμπ, του Σαλβίνι και της Λεπέν, ως αποπροσανατολιστικές «φούσκες». Το Brexit, όπως καθοδηγείται πλέον από τους Τόριδες της Μέι, αποδεικνύει ότι υπάρχει η δεξιά εκδοχή της «ρήξης με την ΕΕ», που συνεχίζει με δριμύτητα τις νεοφιλελεύθερες αντιμεταρρυθμίσεις. Το σύμφωνο Σαλβίνι-Λεπέν για τις ευρωεκλογές αναδεικνύει την επιστροφή στην «Ευρώπη των κυρίαρχων εθνών-κρατών» ως, τάχα, αντίπαλο δέος στη γραμμή των Μέρκελ-Μακρόν. Το ρεύμα αυτό συνδέεται στενά με τις ΗΠΑ του Τραμπ (βλ. περιοδεία του Στιβ Μπάνον στην Ευρώπη για το «συντονισμό» της ακροδεξιάς), ενώ διατηρεί στενές σχέσεις και με το καθεστώς των ολιγαρχών του Πούτιν στη Ρωσία.
Το ρεύμα αυτό πρέπει να αναγνωρισθεί ως θανάσιμος αντίπαλος του εργατικού κινήματος και κάθε εκδοχής της Αριστεράς, χωρίς καμιά επιφύλαξη, δισταγμό ή υποσημείωση. Τα καθήκοντα εδώ είναι η πλήρης αντιπαράθεση στο πεδίο των ιδεών, της πολιτικής, του δρόμου. Και αυτό πρέπει να γίνεται από νωρίς, γιατί αλλιώς η «ποινή» είναι βαριά: η Βραζιλία του Μπολσονάρο είναι το πιο πρόσφατο παράδειγμα. 
Αυτός ο νέος κίνδυνος είναι η καλύτερη απόδειξη ότι το μεταβατικό πρόγραμμά μας δεν είναι δυνατό να γίνεται κατανοητό ή να προβάλλεται τεμαχισμένο σε «στάδια». 
Σήμερα το κοινωνικό-ταξικό ζήτημα έχει απόλυτη προτεραιότητα. Είναι πράγματι συνδεδεμένο με το ζήτημα της «λαϊκής κυριαρχίας», δηλαδή του δικαιώματος της λαϊκής πλειοψηφίας να αποφασίζει για το μέλλον της (π.χ. προϋπολογισμοί, δημοψήφισμα κ.ο.κ.). Όμως αυτό σημαίνει υπεράσπιση των δημοκρατικών δικαιωμάτων, σημαίνει ρήξη με τις λογικές της «εθνικής κυριαρχίας», τις πολιτικές που συνδέονται με τους εθνικούς ανταγωνισμούς, τους εξοπλισμούς κλπ, που αποτελούν πυλώνα της ακροδεξιάς πολιτικής. Τέλος, κρίσιμος παραμένει πάντα ο αντιιμπεριαλισμός. Που όμως σημαίνει αντίσταση στο πραγματικό «πρόγραμμα» του ιμπεριαλισμού στην περιοχή (π.χ. «άξονας» με το Ισραήλ, εξορύξεις και ΑΟΖ στην Ανατολική Μεσόγειο, επέκταση ΝΑΤΟ στα δυτικά Βαλκάνια) και όχι σε υποθετικές και παραπειστικές «κατασκευές» (όπως ο «αλυτρωτισμός» των γειτόνων μας). Που σημαίνει, επίσης, σύνδεση μεταξύ του αντιιμπεριαλιστικού και του κοινωνικού στοιχείου στην πολιτική μας, σύνδεση που είναι απολύτως υποχρεωτική στην εποχή μας. 
Η ειλικρίνεια σε αυτή την ενιαία κατανόηση του μεταβατικού προγράμματος, της μεταβατικής πολιτικής ως πορείας προς τη σοσιαλιστική απελευθέρωση, οφείλει να αποδεικνύεται στο ζήτημα των πολιτικών συμμαχιών. Δεν υπάρχει κανένα περιθώριο για αλληθωρισμούς προς έναν κάποιο «πατριωτικό-αντιμνημονιακό» χώρο. Οι αποδέκτες των προτάσεών μας έχουν ονοματεπώνυμο: Είναι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, δυνάμεις που αποσπάστηκαν από τον ΣΥΡΙΖΑ το 2015, άλλες δυνάμεις της κινηματικής και ριζοσπαστικής Αριστεράς. Στην προσπάθεια για ένα τέτοιο «μέτωπο» έχουν κάνει ζημιά ο σεχταρισμός, αλλά και τα σοβαρά λάθη της ηγεσίας της ΛΑΕ. Δεν πρέπει να θεωρήσουμε τη ζημιά ανεπανόρθωτη και το αδιέξοδο οριστικό. Με άξονα τις αυτοδιοικητικές πρωτοβουλίες, ίσως και το ευρωψηφοδέλτιο, η ΛΑΕ οφείλει να επιμείνει στην κατεύθυνση αυτή, που δεν έχει άλλη ριζοσπαστική εναλλακτική.
Για να υπηρετηθούν όλα αυτά, χρειάζεται συστηματική επιμονή στη συλλογικότητα, στον πιο «μετωπικό» χαρακτήρα στη λειτουργία της ΛΑΕ, σε πλουραλισμό και ανανέωση στις εκπροσωπήσεις και στο δημόσιο λόγο. Η έκφραση «ο τρώσας και ιάσεται» περιέχει σοφία και υποδεικνύει ευθύνες.