Οδοιπορικό στον δεύτερο μεγαλύτερο καταυλισμό προσφύγων στα σύνορα Ιορδανίας-Συρίας, από τον Γιάννη Σεφεριάδη, ρεπόρτερ του ΑΠΕ-ΜΠΕ και μέλος διεθνούς δημοσιογραφικής αποστολής στην Ιορδανία

«Μ ε συνέλαβαν και με βασάνιζαν για μέρες. Κατηγορία; Ότι βοηθάω τρομοκράτες. Ύστερα από 20 μέρες με άφησαν. Όχι όμως τα αδέρφια μου. Δεν μπορώ να μάθω τίποτε γι’ αυτά. Έπρεπε να φύγουμε. Κάναμε με τη γυναίκα μου και τα δύο μου παιδιά τη διαδρομή για να περάσουμε στην Ιορδανία. Ταξιδεύαμε νύχτα για να μη μας εντοπίσουν. Τα σύνορα ήταν κλειστά και κάναμε τη διαδρομή μέσα από την έρημο για να έρθουμε στον καταυλισμό. Δώσαμε 1.500 δολάρια. Ήμασταν τυχεροί. Πριν από μία εβδομάδα άκουσα ότι το σπίτι μας βομβαρδίστηκε». Χάμεντ, 33 χρόνων. 
Ο 19χρονος Μπασάρ περιμένει τον φυσικοθεραπευτή του σε μια από τις δύο εβδομαδιαίες συναντήσεις τους. Μαζί με τον μεγαλύτερο αδελφό του και τις δύο του ανιψιές -3,5 και 7 ετών- νοικιάζουν ένα σπίτι με 2 δωμάτια και μια τουαλέτα στη μικρή πόλη Μάφραγκ σε μια φτωχή επαρχία στα βόρεια της Ιορδανίας, 10 χλμ. από τα σύνορα της Συρίας.
Μια μέρα του περασμένου Νοεμβρίου κι ενώ βρισκόταν με το κοπάδι του στην επαρχία Αλ Κουναϊτιρά της Συρίας, κοντά στα σύνορα με το Ισραήλ, κάποιος τον πυροβόλησε στο αριστερό του πόδι. Τον μετέφεραν σε νοσοκομείο της Ιορδανίας, όπου οι γιατροί προσπάθησαν μάταια να αντιμετωπίσουν τη μόλυνση κι έτσι υποχρεωτικά του ακρωτηρίασαν το πόδι.
«Στην αρχή δεν δεχόταν βοήθεια. Δεν ήθελε καν να μιλήσει. Εδώ και 3 εβδομάδες όμως ξεκινήσαμε ασκήσεις με το τεχνητό του πόδι. Αρχίζει να το συνηθίζει. Ήδη έχει πάει στο τζαμί και στο σουπερμάρκετ. Με τη θέληση που επιδεικνύει, σε 2 μήνες θα μπορεί να περπατάει χωρίς βοήθεια», λέει ο Ιορδανός φυσικοθεραπευτής του, ο Μοχάμεντ. «Έχει βρει κίνητρο, απλώς δεν το λέει».
Στις 15 Μαρτίου, ο εμφύλιος πόλεμος στη Συρία συμπλήρωσε τρία χρόνια. Και οι ανθρώπινες ιστορίες, σαν αυτή του Μπασάρ, προσπαθούν να δώσουν κάποιο νόημα στους αριθμούς. Με περισσότερους από 140.000 νεκρούς από τότε που ξεκίνησε η εξέγερση κατά του καθεστώτος του Μπασάρ Αλ Άσαντ στη Συρία, ο αριθμός των Σύρων προσφύγων υπερβαίνει τα 2,563 εκατ. και μαζί με τους 6,5 εκατ. εσωτερικά εκτοπισμένους φτάνουν τους 9,3 εκατ. Σύρους που έχουν άμεση ανάγκη ανθρωπιστικής βοήθειας.
Οι τελευταίες εκστρατείες με αφορμή τη συμπλήρωση τριών χρόνων από τον εμφύλιο, όπως κι εκείνη με τίτλο «Καμιά γενιά χαμένη» για τα 5,5 εκατ. παιδιά που έχουν επηρεαστεί από τον πόλεμο, έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τις πρακτικές του καθεστώτος Άσαντ: Πολιορκία πόλεων και «λιμοκτονία μέχρι υποταγής», σύμφωνα με την έκθεση που συνέταξε η επιτροπή έρευνας του ΟΗΕ για τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Συρία.
«Προτιμώ να πεθάνω από το να μείνω μία μέρα στον καταυλισμό»
Οι αφηγήσεις και συχνά η ίδια η εικόνα των Σύρων προσφύγων που περνούν τα σύνορα με την Ιορδανία έρχονται να επιβεβαιώσουν τις εκθέσεις και τις αναφορές των διεθνών οργανισμών. «Ολοένα και περισσότεροι πρόσφυγες που καταφτάνουν, μας αναφέρουν ότι δεν υπάρχει φαγητό, νερό και ηλεκτρικό ρεύμα μέσα στη Συρία», λέει η Αόφι Μακντόνελ από τα Ηνωμένα Έθνη στον καταυλισμό του Ζαατάρι. «Η φυσική κατάσταση των ανθρώπων είναι άσχημη. Είναι αδύναμοι και φαίνεται ότι δεν έχουν τραφεί καλά επί μεγάλο χρονικό διάστημα. Σε αρκετές περιπτώσεις τα παιδιά έρχονται με τις πιζάμες τους».
«Από το καλοκαίρι του 2012 ο αριθμός των προσφύγων που περνούν τα σύνορα στην Ιορδανία άρχισε να αυξάνεται. Την περασμένη εβδομάδα 1.000 Σύροι πέρασαν τα σύνορα, αριθμός διπλάσιος από ό,τι στην αρχή του χρόνου», λέει ο Κάρλος Αφόνσο από την Ανθρωπιστική Υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (ECHO) στο Αμάν. «Από τους 600.000 Σύρους πρόσφυγες που συνέρευσαν στην Ιορδανία μετά την έναρξη του εμφυλίου πολέμου, το 80% μένει εκτός των τεσσάρων διαθέσιμων καταυλισμών», λέει ο Αφόνσο.
«Η ιορδανική κοινωνία έχει αποδείξει και στο παρελθόν την αλληλεγγύη και τη γενναιοδωρία της: με τους Παλαιστίνιους το 1948 και το 1967, με πρόσφυγες από τον Λίβανο, την Υεμένη, τη Λιβύη και πρόσφατα το Ιράκ. Αυτήν τη φορά όμως είναι διαφορετικά τα πράγματα. Η συντριπτική πλειονότητα των περίπου 1,2 εκατ. Σύρων που μένουν συνολικά στην Ιορδανία δεν φιλοξενούνται στους καταυλισμούς», εξηγεί ο αντισυνταγματάρχης Ταουφίκ Ταουαλμπέχ, επικεφαλής της υπηρεσίας δημόσιας ασφάλειας.
Οι περισσότερες οικογένειες επιλέγουν να ζουν εκτός καταυλισμού για να έχουν την αίσθηση της κανονικής ζωής. Στο χωριό Ζαατάρι, 2 χλμ. μακριά από τον καταυλισμό, οι 15.000 Ιορδανοί κάτοικοι συμβιώνουν τα τελευταία δύο χρόνια με 7.000 Σύρους πρόσφυγες, κυρίως συγγενείς τους από τη φυλή Καλίντι που ζούσαν στην επαρχία Χομς. Άλλοι φιλοξενούνται στα σπίτια συγγενών τους, άλλοι έχουν στήσει τις σκηνές τους έξω. «Το περασμένο καλοκαίρι διακόπηκε η υδροδότηση για 14 μέρες. Χάος!» λέει ο Ιορδανός Φαλχάτ Μεφλέ Σακράν Αλ Χαλαλίντι. «Προτιμώ να πεθάνω από το να μείνω μία μέρα στον καταυλισμό», λέει ο 65χρονος δάσκαλος Αχμέτ Ταμάν, που μαζί με τη 10μελή οικογένειά του ζουν σε μια σκηνή μαζί με άλλες 35 οικογένειες από την επαρχία Χομς.
«Αυτή δεν είναι η κρίση στη Συρία. Είναι ένα μικρό παράθυρο στην κρίση»
«Ύστερα από 25 χρόνια εμπειρίας σε διεθνείς ανθρωπιστικές κρίσεις, δεν πηγαίνω πλέον στο κέντρο υποδοχής να ακούω τις φριχτές ιστορίες των ανθρώπων που έρχονται. Αυτή δεν είναι η κρίση στη Συρία. Είναι ένα μικρό παράθυρο στην κρίση. Είναι η πιο σοκαριστική κρίση στον κόσμο», λέει ο Γερμανός «δήμαρχος» του καταυλισμού Ζαατάρι και υπεύθυνος συντονισμού διεθνών ανθρωπιστικών οργανισμών, Κίλιαν Κλάινσμιτ.
Δεκαπέντε χιλιόμετρα από τα σύνορα, ο καταυλισμός Ζαατάρι, που η ιορδανική κυβέρνηση δεν τον αναγνωρίζει ως «πόλη», είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος καταυλισμός του κόσμου. «Πού τελειώνει αυτή η αχανής έκταση από σκηνές; Μάλλον στη Γενεύη», όπως λέει και ο Μασούτ από τα Ηνωμένα Έθνη. 
 «Στην αρχή είχαμε πρόβλημα με τα ποντίκια. Σκοτώσαμε 150.000. Μόλις το κάναμε, οι πρόσφυγες μας κατηγόρησαν ότι προσπαθούμε να τους δηλητηριάσουμε. Μετά είχαμε διαμαρτυρίες για το νερό. Κάναμε χημικές αναλύσεις για να τους αποδείξουμε ότι το νερό είναι κατάλληλο. Ως υπεύθυνος της αποστολής βλέπω τους ανθρώπους ως αριθμούς. Τόσοι άνθρωποι, τόσα λίτρα νερό, τόσες ποσότητες φαγητού, τόσες ενέσεις. Αλλά δεν είναι έτσι. Έχεις να κάνεις με ανθρώπους. Γι’ αυτό και αρχίσαμε διάλογο μαζί τους. Έπρεπε να τους πείσουμε ότι δεν αντιμαχόμαστε την εμμονή τους για ελευθερία. Αλλά θέλουμε να συνεργαστούμε για πρακτικά ζητήματα. Και τα καταφέραμε», λέει ο Κλάινσμιτ.
Αυτήν τη στιγμή, στον καταυλισμό υπάρχουν 2.500 μαγαζιά, 3 σχολεία και κάποια νοσοκομεία. Το 75% των «κατοικιών» (σκηνών και τροχόσπιτων) έχει ηλεκτρικό ρεύμα, το 71% τουαλέτες, υπάρχουν 2.000 σημεία υδροδότησης και το 50% έχει δορυφορικές κεραίες. Και οι δρόμοι βελτιώθηκαν. Στην κεντρική αγορά, «Σανζ Ελιζέ», το κόστος για να ανοίξεις ένα μαγαζί ανέρχεται σε 5.000 δολάρια. «Το να ανοίξεις ένα κατάστημα σου δίνει μια αίσθηση συνέχισης της ζωής», λένε τα αδέλφια Αλ Χάλετ που κρατούν εδώ και 15 μήνες ένα από τα 100 κουρεία του καταυλισμού. 
«Στην αρχή προμηθεύαμε τους κατοίκους του καταυλισμού με τρόφιμα, αλλά πλέον τους δίνουμε κουπόνια ώστε να πηγαίνουν να ψωνίζουν μόνοι τους ό,τι θέλουν από τα δύο σουπερμάρκετ που άνοιξαν στον καταυλισμό». Το να πηγαίνει η οικογένεια να κάνει τα ψώνια της έχει να κάνει με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια», εξηγεί ο Κλάινσμιτ.
Πενήντα βαθμοί Κελσίου το καλοκαίρι μέσα στις σκηνές
«Αποφασίσαμε να φύγουμε όταν βομβαρδίστηκε το σπίτι του γείτονά μας. Στην αρχή σκεφτήκαμε ότι θα λείψουμε για λίγους μήνες», λέει ο 31χρονος Άχμετ, που μαζί με τη σύζυγό του, την 5χρονη κόρη και το 6 μηνών κοριτσάκι του ζει τον τελευταίο 1,5 χρόνο στον καταυλισμό. «Η υπόλοιπη οικογένεια μου λείπει περισσότερο. Οι περισσότεροι έχουν συλληφθεί και πολλοί αγνοούνται. Μόνο σε μια Συρία χωρίς τον Άσαντ θα επιστρέψουμε».
Σε μία άλλη οικογένεια, οι τρεις έφηβοι γιοι δείχνουν φωτογραφίες στα κινητά τους με τον ελεύθερο σκοπευτή που σκότωσε τα δύο τους αδέλφια.
«Το καλοκαίρι μετρήσαμε θερμοκρασίες μέχρι 50 βαθμούς Κελσίου μέσα στη σκηνή. Και σκεφτείτε ότι τα μέρη απ’ όπου έρχονται πολλοί από αυτούς τους ανθρώπους είναι ορεινά και δροσερά. Και τώρα ζουν στην έρημο», λέει η Μακντόνελ.
«Ναι. Θέλω να γυρίσουμε πίσω. Αυτό περιμένω», λέει ο 33χρονος Χάμεντ, που με την 31χρονη γυναίκα του Ζαχάρ και τα τέσσερα παιδιά τους έφτασαν από τις αρχές Νοεμβρίου στο Ζαατάρι. Έναν μήνα πριν πληροφορήθηκαν ότι βομβαρδίστηκε το σπίτι τους στην Νταράα.
«Ζούμε μέρα τη μέρα χωρίς να μπορούμε να δουλέψουμε, χωρίς να έχουμε αρκετά χρήματα για να αγοράσουμε αυτά που θέλουμε. Στην αρχή έπιασα δουλειά να μαζεύω τα σκουπίδια και έπαιρνα 12 με 30 ιορδανικά δηνάρια την εβδομάδα. Αλλά υπάρχει τόσος ανταγωνισμός που δεν μπορούσα να συνεχίσω να πληρώνομαι. Για να ζήσεις σε μια κοινότητα μέσα στην Ιορδανία χρειάζεσαι περίπου 400 ιορδανικά δηνάρια το μήνα», λέει ο Χάμεντ.
Οι τιμές στα ενοίκια από την αρχή του πολέμου τριπλασιάστηκαν σε πολλές περιοχές. «Αν οι αρχές σε πιάσουν να δουλεύεις, σε στέλνουν πίσω στη Συρία».
Σε κάθε γωνιά του καταυλισμού μικρά παιδιά κρατούν από ένα καροτσάκι. «Δύο πράγματα ονειρεύονται. Είτε να γίνουν χτίστες ή να κρατήσουν όπλο», τονίζει ο Κλάινσμιτ.
«Όταν κοιτάς τα παιδιά, δεν βλέπεις παιδιά...».

 

Στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Ελλάδα

Της Έφης Γαρίδη

Στα «προαναχωρησιακά κέντρα κράτησης», όπως αποκαλεί η κυβέρνηση τα στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών, αρχικά το ανώτατο όριο κράτησης ήταν 6 μήνες, το οποίο μετά παρατάθηκε με νέο νόμο στους 12, ύστερα στους 18 και τώρα μεταβλήθηκε σε επ’ αόριστον κράτηση με γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (και κατόπιν παραγγελίας του τότε υπουργού ΠροΠο Νίκου Δένδια). 
Στα στρατόπεδα συγκέντρωσης οδηγούνται οι μετανάστες που συλλαμβάνονται χωρίς χαρτιά, αδιάφορο αν δικαιούνται να κάνουν αίτηση ασύλου. Εκεί πιέζονται να υπογράψουν τον «εθελοντικό επαναπατρισμό» τους, που είναι πολύ φθηνότερος για το κράτος από τη διοικητική απέλαση. Ωστόσο, ακόμα και για το 10% που πείθονται να το κάνουν, τις περισσότερες φορές δεν είναι δυνατό, καθώς δεν μπορεί να ταυτοποιηθεί η υπηκοότητά τους από τη χώρα προέλευσης. 
Οι συνθήκες που επικρατούν μέσα στα κέντρα αυτά είναι άθλιες. Οι κρατούμενοι καταγγέλλουν ότι τους δίνεται ελάχιστο φαγητό, ίσα ίσα για να παραμένουν ζωντανοί, ελάχιστο σαπούνι, ενώ οι χώροι δεν καθαρίζονται ούτε υπάρχουν καθαριστικά. Γιατροί δεν υπάρχουν, ούτε φάρμακα, και για οποιαδήποτε ασθένεια το μόνο που τους δίνουν είναι ντεπόν. Όπως είπε χαρακτηριστικά κρατούμενος στο κέντρο της Κορίνθου, δεν τους πηγαίνουν στο νοσοκομείο αν δεν δουν αίμα. Πέρυσι πέθανε κρατούμενος στο κέντρο Κορίνθου από πνευμονικό οίδημα, ενώ θα μπορούσε να είχε σωθεί αν είχε μεταφερθεί νωρίτερα στο νοσοκομείο. Άγνωστος παραμένει ο αριθμός εκείνων που αυτοκτονούν ή αποπειρώνται να αυτοκτονήσουν μέσα στα κέντρα. 
Μπορούμε μόνο να φανταστούμε την απόγνωση που πρέπει να νιώθει ένας άνθρωπος όταν ζει έγκλειστος σε τόσο άσχημες συνθήκες, χωρίς να έχει διαπράξει κανένα αδίκημα και χωρίς να γνωρίζει αν και πότε θα αφεθεί ελεύθερος. Η γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου δεν αποτελεί μόνο μνημείο ρατσιστικής και απάνθρωπης συμπεριφοράς, αλλά παραβιάζει και την ευρωπαϊκή και την εθνική νομοθεσία. Είναι πλέον σαφές ότι στην προσπάθεια να μειωθούν οι μεταναστευτικές ροές προς την Ευρώπη και στην εκπλήρωση του ρόλου του πορτιέρη που έχει αναλάβει η Ελλάδα, δεν τηρούνται πια ούτε τα στοιχειώδη. 
Στην Αμυγδαλέζα και την Κόρινθο οι κρατούμενοι έχουν ξεκινήσει απεργία πείνας ως διαμαρτυρία για την παράνομη και απάνθρωπη επ’ αόριστον κράτησή τους. Στην ανακοίνωσή τους οι κρατούμενοι απεργοί πείνας της Κορίνθου αναφέρουν σχετικά με την επ’ αόριστον κράτηση: «Αυτή η κίνηση ήταν μια ρατσιστική απόφαση. Είναι αδικία. Ο μόνος σκοπός της είναι να σταματήσει εμάς τους πρόσφυγες να ερχόμαστε στην Ελλάδα, εμάς που αναγκαστήκαμε να αφήσουμε τις χώρες μας γιατί υποφέραμε. Τώρα είμαστε υποχρεωμένοι να υποφέρουμε στην Ελλάδα». Την περασμένη εβδομάδα πραγματοποιήθηκε μια πρώτη δράση από συλλογικότητες και πολιτικές οργανώσεις της Αθήνας και της Κορίνθου, μια συγκέντρωση και πορεία προς το στρατόπεδο της Κορίνθου. Συγκεντρώθηκαν αρκετές εκατοντάδες άνθρωποι, ενώ συμμετείχε και η Νεολαία ΣΥΡΙΖΑ Κορίνθου και η Κίνηση Απελάστε το Ρατσισμό. 
Το επόμενο ραντεβού ενάντια στα στρατόπεδα συγκέντρωσης είναι την Πέμπτη 26 Ιούνη στις 7:00 στο νοσοκομείο Αγία Βαρβάρα, τμήμα του οποίου έχει παραχωρηθεί στο ΠροΠο για τη δημιουργία ενός ακόμα στρατοπέδου συγκέντρωσης. Οι κάτοικοι, οι τοπικοί φορείς και οι δημοτικές παρατάξεις έχουν πετύχει την καθυστέρηση της μετατροπής αυτής και συνεχίζουν να αγωνίζονται για την επαναλειτουργία του νοσοκομείου και ενάντια στη δημιουργία στρατοπέδου. Με σύνθημα «Κλείνουν νοσοκομεία – ανοίγουν φυλακές» καλείται η συγκέντρωση που συνδέει τους αγώνες ντόπιων και μεταναστών, όχι μόνο γιατί το κλείσιμο των νοσοκομείων μάς αφορά όλους, αλλά και γιατί αν ανεχτούμε τώρα τα στρατόπεδα συγκέντρωσης για τους μετανάστες, ποιος θα έχει μετά σειρά;

 

Ένας που ήταν ήδη 12 μήνες σε κράτηση, τη μέρα που ήταν να φύγει του είπαν ότι άλλαξε ο νόμος και θα κρατηθεί άλλους έξι μήνες. Αυτός τρελάθηκε, σταμάτησε να τρώει και έραψε το στόμα του. Οι αστυνομικοί δεν έδιναν σημασία για 2-3 μέρες. Όταν λιποθύμησε, τον έβγαλαν έξω με χειροπέδες και με ένα μαχαίρι του «ξέραψαν» με το ζόρι το στόμα.
Αγόρι, 16 ετών, 9 μήνες σε κράτηση (από μαρτυρία στους Γιατρούς του Κόσμου)
 
 
Η Παγκόσμια Ημέρα Προσφύγων καθιερώθηκε με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ στις 4 Δεκεμβρίου 2000 και γιορτάστηκε για πρώτη φορά το 2001, με αφορμή τα 50 χρόνια από την υπογραφή της Συνθήκης για το Καθεστώς των Προσφύγων. Ωστόσο, σήμερα η Παγκόσμια Ημέρα μοιάζει με κακόγουστο αστείο, τη στιγμή που χιλιάδες άνθρωποι από χώρες όπως η Συρία, το Αφγανιστάν, η Σομαλία, η Ερυθραία εγκαταλείπουν τις πατρίδες τους ακολουθώντας επικίνδυνους δρόμους προσπαθώντας να φτάσουν στην Ευρώπη, μόνο για να ανακαλύψουν ότι δεν είναι ευπρόσδεκτοι.
Ο φράχτης του Έβρου οδηγεί τους πρόσφυγες να προσπαθούν να μπουν στην Ευρώπη είτε από τα ελληνικά νησιά είτε από το ιταλικό νησί Λαμπεντούζα, και έτσι «Γενάρη μήνα βάζουν τα παιδιά τους σε μια βάρκα», όπως είπε ο γνωστός ανθρωπιστής Πρετεντέρης. Η απελπισία οδηγεί τους ανθρώπους να αναζητούν οποιονδήποτε τρόπο να φτάσουν στην Ευρώπη, όπου ελπίζουν ότι θα έχουν μια καλύτερη ζωή. Η Ευρώπη-φρούριο όμως φροντίζει να είναι όσο το δυνατόν λιγότεροι αυτοί οι άνθρωποι που το καταφέρνουν. Από το 1993 έως σήμερα έχουν καταγραφεί πάνω από 20.000 θάνατοι στα σύνορα της Ευρώπης, με τον πραγματικό αριθμό να υπολογίζεται πολύ υψηλότερος. 
Οργανώσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα σε έκθεσή τους που δημοσιοποιήθηκε στις 20 Ιουνίου, καταγγέλλουν ότι οι ελληνικές αρχές παραβιάζουν τα δικαιώματα των προσφύγων στα σύνορα με την Τουρκία και ότι η ευρωπαϊκή εταιρεία Frontex είναι συνεργός τους. Σύμφωνα (και) με την έκθεση αυτή, αλλά και άλλες που έχουν προηγηθεί, πολυάριθμες μαρτυρίες επιβεβαιώνουν την πρακτική των ομαδικών επαναπροωθήσεων, «συχνά με βίαιο τρόπο, χωρίς να αναγνωρισθεί η ταυτότητα των προσφύγων», ενώ η Frontex παραδέχεται ότι της «έχουν γνωστοποιηθεί 27 αναφορές για ομαδικές απελάσεις».
Αλλά και για όσους καταφέρνουν τελικά να φτάσουν ζωντανοί στην Ελλάδα τα πράγματα δεν είναι καθόλου ρόδινα. Η νεοσύστατη Υπηρεσία Ασύλου, που υποτίθεται ότι δημιουργήθηκε για να διευκολύνει τους πρόσφυγες, αντιμετωπίζει προβλήματα υποστελέχωσης και υποχρηματοδότησης, και πρακτικά η λειτουργία της βρίσκεται στον αέρα. Η Ελλάδα είναι η χώρα με το χαμηλότερο ποσοστό αναγνώρισης προσφυγικού καθεστώτος, περίπου 1% επί των αιτήσεων, ενώ η διαδικασία είναι μακροχρόνια. Παράλληλα, πολλοί πρόσφυγες είναι έγκλειστοι στα κέντρα κράτησης, συχνά αγνοώντας τα δικαιώματά τους.