Το μανιφέστο των 4 υπέρ μιας «Ευρώπης πολλών ταχυτήτων» ως προσαρμογή στη μη αναστρέψιμη πορεία αποσύνθεσής της

Δ εν δικαιούμαστε να είμαστε έκπληκτοι με τη «γραμμή» που επέλεξαν οι κατά συνθήκη τέσσερις ισχυρότερες χώρες της ΕΕ ως οδικό χάρτη αποτροπής της διάλυσής της. Η Μέρκελ είχε αρκετά νωρίτερα διακηρύξει ότι στη μετά Brexit εποχή η «Ευρώπη των πολλών ταχυτήτων» αποτελεί μοναδική επιλογή επιβίωσής της. Για τη γερμανική ηγεσία, εξάλλου, αυτός είναι και ο πιο πρόσφορος τρόπος διαιώνισης της κυριαρχίας της σε μια Ένωση κατακερματισμένη σε ομάδες εθνικών ελίτ οι οποίες σε άλλα πεδία ανταγωνίζονται για να ανακτήσουν κρατική κυριαρχία και σε άλλα για να επιτύχουν τον μέγιστο συντονισμό. 
Αυτό όμως που αποσαφήνισε η συνάντηση των Βερσαλλιών ανάμεσα στους ηγέτες Γερμανίας, Γαλλίας, Ιταλίας και Ισπανίας είναι η αμαχητί υποταγή των τριών στη στρατηγική της πρώτης. Πράγμα λογικό από πολλές απόψεις. Οι τρεις χώρες που συνωθούνται πλάι στη Γερμανία για να διατηρήσουν μια θέση, κάτω από τον ψυχρό ήλιο του Βερολίνου, στον σκληρό πυρήνα της ΕΕ είναι ταυτόχρονα το αληθινό μείζον πρόβλημα της Ευρωζώνης. Επιπλέουν σε βουνά δημόσιου χρέους, βυθίζονται σε δημοσιονομικά και εμπορικά ελλείμματα και είναι πολιτικά εκτεθειμένες σε εξελίξεις που μπορεί να προκαλέσουν σοκ πολλαπλάσιας ισχύος απ’ αυτό του Brexit. Με πρώτη τη Γαλλία φυσικά. Έτσι, οι Ολάντ και Τζεντιλόνι εγκαταλείπουν τα μαξιμαλιστικά ομοσπονδιακά οράματά τους, ενώ ο Ραχόι ακολουθεί πρόθυμα το γερμανικό σχέδιο της αλά καρτ ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης για τους λίγους και εκλεκτούς. 
Η Συνθήκη της ΕΕ διακοσμητικό κείμενο
Το μανιφέστο των τεσσάρων «ισχυρών» της ΕΕ αντιστοιχεί στο τρίτο από τα πέντε εναλλακτικά σενάρια για το μέλλον της ενοποίησης που παρουσίασε πριν από μερικές μέρες ο Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ ως «Λευκή Βίβλο» της Κομισιόν και θα απασχολήσει την πανηγυρική σύνοδο της Ρώμης, στην 60ή επέτειο από την ομώνυμη Συνθήκη (25/3). Ο εκλαϊκευτικός τίτλος του σεναρίου αυτού ήταν: «Όσοι θέλουν περισσότερα, κάνουν περισσότερα». Ο Ολάντ το προχώρησε πιο πέρα με τη φράση: «Ορισμένες χώρες θα μπορούσαν να προχωρήσουν γρηγορότερα και ισχυρότερα, χωρίς οι άλλες να αποκλείονται αλλά και χωρίς να μπορούν να αντιταχθούν». 
Η ουσία του σχεδίου είναι ότι η ενοποίηση μπορεί να προχωρήσει χωρίς να χρειαστεί να αλλάξει λέξη από τη Συνθήκη της ΕΕ. Άρα, χωρίς να χρειαστεί να υποβληθούν ενδεχόμενες αλλαγές της στην «απεχθή» διαδικασία της δημοκρατικής έγκρισης με δημοψηφίσματα, που κατά κανόνα καταλήγουν σε φιάσκο για το ευρωπαϊκό ιερατείο. Στην πράξη, αυτή καθεαυτήν η Συνθήκη της ΕΕ θα μείνει κείμενο προαιρετικής ισχύος σε πολλά πεδία της. Η Ένωση θα λειτουργεί με «συμμαχίες προθύμων», με τη μορφή των διακυβερνητικών συμφωνιών, χωρίς οι «απρόθυμες» να μπορούν να αντιτάξουν βέτο. Έτσι, άλλωστε πορεύτηκε η ΕΕ και η Ευρωζώνη μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση. Το Δημοσιονομικό Σύμφωνο, η συνθήκη του ESM, το Σύμφωνο για το Ευρώ+, βάσει των οποίων ασκείται η δημοσιονομική επιτήρηση, είναι διακυβερνητικές συνθήκες, εκτός ευρωπαϊκού νομικού κεκτημένου. Αυτό δίνει το «πλεονέκτημα» στα θεσμικά όργανα που τις εφαρμόζουν εκτός οποιασδήποτε λογοδοσίας. Είναι χαρακτηριστική η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου αλλά και το πείραμα των Μνημονίων.
Μια επέκταση των «διακυβερνητικών συμφωνιών», αντί των ομόφωνων αποφάσεων των 27 κρατών, και σε άλλα πεδία πολιτικής σημαίνει, για παράδειγμα, ότι οι τέσσερις χώρες του Βίσεγκραντ μπορούν να αυτοεξαιρεθούν διά παντός από τη μεταναστευτική πολιτική και την πολιτική ασύλου ή να μετατρέψουν τις επικράτειές τους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης «ανεπιθύμητων». Άλλες χώρες μπορεί να εξαιρεθούν από την κοινή αμυντική πολιτική, από τη Σένγκεν, ή να αναστείλουν την ελευθερία μετακίνησης πολιτών από άλλες χώρες της ΕΕ, όπως ακριβώς ήθελε η Βρετανία, ή όπως πιθανώς θα θελήσει μια Γαλλία υπό τη Λεπέν. Γενικώς, η θεσμική κουρελοποίηση της ΕΕ ανοίγει τον ασκό του Αιόλου και καθιστά απρόβλεπτη τη μελλοντική μορφή της.
Η Ευρωζώνη αυτονομείται
Από αυτήν τη χαοτική εκ πρώτης όψεως... ενοποίηση διά της διάλυσης της ΕΕ δεν απουσιάζει ένα στοιχειώδες σχέδιο. Η μακιαβελική στρατηγική της γερμανικής ελίτ αναβιώνει το παλιό «όραμα» του Β. Σόιμπλε για μικρότερη, συνεκτικότερη και πιο ευέλικτη ΕΕ, με πυρήνα την Ευρωζώνη, όχι απαραίτητα και των 19 κρατών-μελών. Ποιοι θα περισσεύουν, με ποια κριτήρια θα επιλεγούν και με ποια διαδικασία θα εξαιρεθούν, δεν είναι σαφές. Όμως είναι σαφές ότι η Ευρωζώνη αυτονομείται νομικά ως οντότητα από την υπόλοιπη ΕΕ, ακολουθώντας ταχύτερη διαδικασία ενοποίησης. Το γεγονός ότι εξ ορισμού θα λειτουργεί ανταγωνιστικά στους υπόλοιπους «κύκλους» χωρών της ΕΕ δεν πρέπει να θεωρηθεί αστοχία αλλά επιδίωξη. 
Το ερώτημα είναι τι κάνει βέβαιους τους σχεδιαστές της «ΕΕ-Φρανκενστάιν» ότι η νέα τερατώδης κατασκευή τους είναι βιώσιμη και όχι η ληξιαρχική πράξη θανάτου της.