Λίγες μέρες πριν από τις αμερικανικές εκλογές, συζητήσαμε στην Αθήνα με τη Σάρον Σμιθ, στέλεχος της International Socialist Organization. 
Ξεκινήσαμε τη συζήτηση από το «φαινόμενο Τραμπ», το οποίο η Σάρον δεν θεωρεί κεραυνό εν αιθρία, αλλά «παράγωγο δεκαετιών δεξιάς μετατόπισης του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος». 
Αλλά ακόμα κι έτσι ήταν ένα σοκ και μια επικίνδυνη εξέλιξη: «Όταν ο Τραμπ ανακοίνωσε την υποψηφιότητά του, όλοι γελάσαμε. Και ξεκινά η εκστρατεία του, και αρχίζει να συγκεντρώνει μεγάλα πλήθη. Και δυστυχώς ο βίαιος λόγος του αποδεικνύεται ελκυστικός, γιατί το κλίμα στις ΗΠΑ είναι πάρα πολύ πολωμένο και γιατί όλοι είναι αηδιασμένοι με τη διαφθορά, με την ανισότητα κ.ο.κ. Οπότε αξιοποιεί τους φόβους της λευκής μεσαίας τάξης και τμήματος της λευκής εργατικής τάξης. Είναι το αντίστοιχο με την απήχηση που βρήκε ο Μπέρνι Σάντερς, μόνο που ο Σάντερς προσέφερε στην οργή μια αριστερή λύση ενώ αυτός προσφέρει μια δεξιά λύση».
Ωστόσο ο ωμός του λόγος αφύπνισε το αντίπαλο δέος στις ιδέες που εκφράζει: «Για παράδειγμα με το ζήτημα του μισογυνισμού και των σεξουαλικών επιθέσεων, γυναίκες σε όλη τη χώρα συζητάνε για τις δικές τους εμπειρίες παρενοχλήσεων και επιθέσεων: είναι σαν να υπήρξε μια αφύπνιση για το πώς αντιμετωπίζονται οι γυναίκες στη δημόσια σφαίρα και το πώς η βία κατά των γυναικών έχει γίνει τόσο αποδεκτή στις ΗΠΑ. Και αντίστοιχα ο ρατσισμός της προεκλογικής του εκστρατείας έχει προκαλέσει μια αντίσταση. Είναι πολύ σημαντικό ότι υπήρχε ήδη μια αυξανόμενη συνειδητοποίηση για το ρατσισμό κατά των μαύρων και την αστυνομική βία, λόγω του κινήματος Black Lives Matter (BLM)».
Απαντώντας σε ερώτηση για το πού βαδίζει η αμερικανική Δεξιά, περιέγραψε μια εικόνα άγριας κρίσης που αφήνει ανοιχτά όλα τα ενδεχόμενα μετά τις εκλογές: 
«Υπήρξε πραγματικά σοκ, ιδιαίτερα στο κατεστημένο του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, το οποίο εξεπλάγη που η διαρκής δεξιά μετατόπισή του κατέληξε σε αυτό το αποτέλεσμα. Αυτό οδήγησε πολλά ηγετικά στελέχη των Ρεπουμπλικάνων, ανάμεσά τους όλη την οικογένεια Μπους, να στηρίξουν τη Χίλαρι Κλίντον. Αλλά πρέπει να σημειωθεί πως υπάρχουν άλλα ηγετικά στελέχη του κόμματος που υποστηρίζουν τον Τραμπ. Οπότε έχει εμφανιστεί διαίρεση και χάος στην κορυφή του κόμματος και δεν ξέρουμε τι θα σημάνει αυτό για την περίοδο μετά τις εκλογές. Αν χάσει, και υποθέτουμε πως αυτό θα συμβεί, θα προκληθεί μια κρίση στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα γύρω από το “τι κάνουμε τώρα”. Παράλληλα υπάρχει ο κίνδυνος οι οπαδοί του να βγουν ακόμα περισσότερο εκτός ελέγχου. Για παράδειγμα, ένοπλοι υποστηρικτές του Τραμπ θα βρίσκονται σε εκλογικά κέντρα όπου ψηφίζουν πολλοί μαύροι ή μετανάστες, για να “ελέγξουν την κατάσταση” όπως λένε. Στην πραγματικότητα για να τρομοκρατήσουν τους μαύρους και γενικά τους έγχρωμους. Οπότε κανείς δεν ξέρει πού θα οδηγηθεί η κατάσταση και στην κορυφή, και στη βάση του κόμματος». 
Αν ο Τραμπ παίζει με το φόβο και το μίσος, η Χίλαρι τι συναισθήματα προκαλεί; Η Σάρον ήταν σαφής: «Προκαλεί αηδία. Η Χίλαρι Κλίντον ανήκει στο κατεστημένο εδώ και τρεις δεκαετίες. Αυτή και ο Μπιλ Κλίντον έπαιξαν κεντρικό ρόλο στη διαρκή δεξιά μετατόπιση του Δημοκρατικού Κόμματος... Σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, η Χίλαρι Κλίντον και ο Ντόναλντ Τραμπ θεωρούνται οι πιο αντιπαθείς και λιγότερο αξιόπιστοι υποψήφιοι στις ΗΠΑ εδώ και πολλές δεκαετίες». 
Όσο για το αν η Χίλαρι εμπνέει κάποιον ενθουσιασμό ως «πρώτη γυναίκα πρόεδρος»: 
«Ναι, δεν είχαμε γυναίκα πρόεδρο, αλλά είχαμε την Μαντλίν Ολμπράιτ τη δεκαετία του ’90 να επιβλέπει τη λιμοκτονία 500.000 παιδιών στο Ιράκ, μετά είχαμε την Κοντολίζα Ράις επί διακυβέρνησης Μπους, κι έπειτα είχαμε και τη Χίλαρι Κλίντον, όλες υπουργοί Εξωτερικών των ΗΠΑ, που δεν τη λες και αδύναμη θέση!».
Αναρωτηθήκαμε τι θα σημάνει μια προεδρία Χίλαρι για την αμερικανική εξωτερική πολιτική, σε σύγκριση με την εποχή Ομπάμα:
«Κατ’ αρχάς να είμαστε ξεκάθαροι για τον Ομπάμα. Είναι ο “πρόεδρος των drones”. Είμαστε στη μεγαλύτερη ιμπεριαλιστική χώρα και η μέση συνείδηση απέχει πάρα πολύ από αυτό που χρειάζεται όσον αφορά την καταστροφή που προκαλεί ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός σε άλλες χώρες. Ο Ομπάμα λοιπόν έχει ρίξει περισσότερες βόμβες με drones από όσες είχε ρίξει ο Τζορτζ Μπους, ο λαομίσητος (για όλους τους σωστούς λόγους) Μπους. 
Η Χίλαρι Κλίντον είναι πιο πολεμοκάπηλη, πιο “γεράκι” από τον Ομπάμα. Εμφανίστηκε στο Συνέδριο των Δημοκρατικών, το οποίο είναι πάντα γεμάτο συμβολισμούς. Και έχασα το μέτρημα των στρατηγών που επέλεξε να έχει μαζί της στην εξέδρα. Αυτό ήταν ένα μήνυμα πως θα συνεργαστεί στενά με τη στρατιωτική ηγεσία και αυτό είναι μια τρομακτική προοπτική για όλους σε κάθε γωνιά του πλανήτη».
Απέναντι στο δίδυμο της συμφοράς, ρωτήσαμε τι γίνεται με την αριστερή ριζοσπαστικοποίηση:
«Το κλίμα πόλωσης που γέννησε το φαινόμενο Τραμπ, γέννησε επίσης το φαινόμενο Σάντερς. Ο Σάντερς προκάλεσε ελπίδες όχι μόνο ανάμεσα στους αριστερούς, αλλά σε ευρύτερα ακροατήρια. Το πρόβλημα είναι πως ο Σάντερς διεκδίκησε να κατέβει ως υποψήφιος των Δημοκρατικών. Θα έπρεπε να είναι φυσιολογικό οι νέοι άνθρωποι που τον στήριξαν γιατί κατέβηκε ενάντια στο κατεστημένο του Δημοκρατικού Κόμματος, που τον στήριξαν γιατί δήλωνε “σοσιαλιστής”, να στραφούν προς την υποψηφιότητα της Ζιλ Στάιν. Αλλά αυτό δεν έχει γίνει. Αυτήν τη στιγμή δημοσκοπικά βρίσκεται κάπου πάνω από το 2% και κυρίως η προεκλογική της εκστρατεία δεν έχει προκαλέσει στους νέους τον ενθουσιασμό που είχε προκαλέσει για παράδειγμα η καμπάνια του Ραλφ Νέιντερ το 2000, όταν γέμιζε γήπεδα με νέους ανθρώπους. Η υποστήριξη στη Στάιν είναι πολύ μικρότερη, η εκστρατεία της είναι πολύ πιο περιορισμένης κλίμακας.
Μας έδωσε δύο λόγους για τη χαμηλή δυναμική των Πρασίνων:
«Πρώτον γιατί ο Μπέρνι Σάντερς άφησε τους υποστηρικτές του σε σύγχυση. Προκαλεί μεγάλη σύγχυση το ότι στηρίζει τη Χίλαρι. Της έδωσε ο ίδιος το χρίσμα στο Συνέδριο των Δημοκρατικών, σε μια ισχυρή συμβολική κίνηση, και κάνει καμπάνια υπέρ της πλέον. Είναι πλάι πλάι στην προεκλογική της εκστρατεία. 
Ο δεύτερος λόγος είναι η άνοδος του Τραμπ στις δημοσκοπήσεις, που προκαλεί φόβο στους ανθρώπους ότι θα γίνει πρόεδρος και πολλοί πιστεύουν ότι είναι φασίστας. Αυτό έχει ενεργοποιήσει εκείνο που αποκαλούμε “λογική του μικρότερου κακού” στις ΗΠΑ, όπου ψηφίζεις από φόβο κι όχι από ελπίδα».
Όσο για την επόμενη μέρα; 
«Αυτό που ξέρουμε είναι πως όταν τελειώσουν οι εκλογές, η ριζοσπαστικοποίηση που υπήρξε δεν θα εξαφανιστεί –ούτε η αριστερή ούτε η δεξιά. Αν η Χίλαρι βγει πρόεδρος, θα καταπατήσει ακόμα και τις ελάχιστες υποσχέσεις που έχει δώσει. Και αυτή θα είναι η τρίτη διαδοχική θητεία των Δημοκρατικών, οπότε ο κόσμος θα αρχίσει να αντιλαμβάνεται πολύ περισσότερο το ρόλο και τη φύση του Δημοκρατικού Κόμματος, και αυτό θα μπορούσε να αυξήσει τις δυνατότητες για τη δημιουργία ενός τρίτου κόμματος ως εναλλακτικής. Αν βγει ο Τραμπ πρόεδρος, τα πάντα είναι ανοιχτά». 
Σε ερώτησή μας για το ρόλο που θα παίξουν τα κοινωνικά κινήματα, ξεχώρισε τον αγώνα των Ινδιάνων και των υποστηρικτών τους στο Standing Rock ενάντια στον πετρελαιαγωγό: 
«Ο αγώνας στο Standing Rock είναι ο πιο παρατεταμένος εδώ και πολύ καιρό στις ΗΠΑ, και είναι εξαιρετικός με όρους συμμετοχής και αγωνιστικότητας. Χιλιάδες άνθρωποι από όλη τη χώρα πηγαίνουν και κατασκηνώνουν για να εμποδίσουν να περάσει ο πετρελαιαγωγός. Το αμερικανικό κράτος απάντησε με τον κλασικό του τρόπο: παρεμβαίνει με στρατιωτικούς όρους, χρησιμοποιεί συντριπτικά ανώτερη στρατιωτική δύναμη, όπως έχει κάνει αρκετές φορές ενάντια στο BLM, με εκατοντάδες συλλήψεις, επιχειρώντας να συντρίψει έτσι το κίνημα. Μέχρι τώρα δεν τα έχει καταφέρει». 
Αλλά συνολικότερα η Σ. Σμιθ εντόπισε μια απόσταση ανάμεσα στη ριζοσπαστικοποίηση στο επίπεδο των ιδεών και την αδυναμία των κοινωνικών αντιστάσεων:
«Για παράδειγμα, στο ιδεολογικό πεδίο, ο φεμινισμός είναι ισχυρός. Οι νέες γυναίκες και γενικότερα οι γυναίκες είναι εξαγριωμένες με την κατάστασή τους. Αλλά την ίδια στιγμή οι αγωνιστικές δράσεις είναι πολύ σποραδικές και συνήθως μικρές. Οπότε υπάρχει απόσταση ανάμεσα στο ιδεολογικό πεδίο και την πραγματική πάλη από τα κάτω. Το ίδιο στην ταξική πάλη. Η ταξική συνείδηση έχει αυξηθεί αλματωδώς, αλλά το επίπεδο των απεργιών παραμένει σε ιστορικά χαμηλά. Οπότε υπάρχουν κι άλλοι παράγοντες πέρα από την ιδεολογία για να προκύψουν αγώνες, όπως η ανάκτηση της αυτοπεποίθησης ύστερα από 4 δεκαετίες υποχωρήσεων, συνθηκολογήσεων και ήττας. Και αυτό είναι το βασικό καθήκον της Αριστεράς, να χτίσει την αυτοπεποίθηση και τη διάθεση για αγώνα».