Η  ταινία «Σουφραζέτες», που στην Ελλάδα προβλήθηκε τρεις μήνες μετά την εμφάνισή της στον βρετανικό και αμερικανικό κινηματογράφο, περιγράφει τη συναρπαστική ιστορία του αγγλικού κινήματος των γυναικών στις αρχές του 20ού αιώνα και ιδιαίτερα των αρχών της δεύτερης δεκαετίας (1913).

Πρόκειται για δείγμα καλού βρετανικού κινηματογράφου: ρεαλισμός, απλότητα, αποδραματοποίηση. Η σκηνοθέτιδα Σάρα Γκράβον και η σεναριογράφος Άμπι Μόργκαν καταφέρνουν να μας μεταφέρουν σε αυτό που συχνά αγνοείται. Στη βάση των γυναικείων κινημάτων. Μας θυμίζουν ότι οι αγώνες των γυναικών δεν δόθηκαν μόνο από τις γυναίκες σύμβολα, αλλά κυρίως από απλές, καθημερινές γυναίκες, εργάτριες και πλύστρες όπως η Μοντ (Κάρεϊ Μάλιγκαν), που για να γίνουν στρατιώτες του αγώνα τους, όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στην ταινία, είναι αναγκασμένες να κάνουν μεγάλες θυσίες, να απομονωθούν από τις υπόλοιπες συναδέλφους, να κατηγορηθούν από τους συζύγους τους ως «άκαρδες» και «υστερικές», ως αυτές που ντροπιάζουν την οικογένεια, να φυλακιστούν, να αποχωριστούν τα παιδιά τους όπως ακριβώς η Μοντ, να χάσουν τη ζωή τους όπως η Έμιλι Γουάιλντινγκ Ντέιβισον.
Δικαίωμα ψήφου
Έτσι η Έμελιν Πάνκχερστ (Μέριλ Στριπ), ηγετική φυσιογνωμία των Σουφραζετών, εμφανίζεται ελάχιστα στην ταινία, αρκετά ώστε να θέσει το πολιτικό πλαίσιο «Καλύτερα εξεγερμένες παρά σκλάβες» γύρω από το οποίο αναπτύχθηκε το κίνημα για το δικαίωμα ψήφου, στην πιο άγρια μορφή του, την περίοδο της ημι-παρανομίας, όταν πολλές γυναίκες κατέφυγαν στην ατομική βία για να εκφράσουν την οργή για τον αποκλεισμό τους από τη δημόσια σφαίρα και να διεκδικήσουν το αυτονόητο δικαίωμα ψήφου.
Οι πλύστρες, κορίτσια από 10 μέχρι 25 ετών, έχουν σύντομη ζωή, δουλεύουν ατέλειωτες ώρες, δέχονται σεξουαλική παρενόχληση από το αφεντικό και, όταν τελικά πηγαίνουν σπίτι, τρέχουν να ετοιμάσουν το φαγητό για την οικογένειά τους. Οι γυναίκες, όπως εμφανίζονται στην ταινία, δεν είναι περιποιημένες, δεν φορούν ωραία φουστάνια και δεν έχουν λαμπερά μαλλιά. Παρατηρούμε τα χέρια της Μοντ όταν κοιμάται. Γεμάτα εγκαύματα και τραύματα από τις βάρβαρες συνθήκες εργασίας.
Στον αγώνα συμμετέχουν και γυναίκες των ανώτερων στρωμάτων, που έχουν την οικονομική δυνατότητα και το χρόνο να ασχοληθούν με την πολιτική. Γυναίκες που επίσης πληρώνουν το τίμημα της ανεξαρτησίας τους: άλλες αρρωσταίνουν, άλλες αναγκάζονται να γυρίσουν στο σπίτι ηττημένες, άλλες θυσιάζουν τη ζωή τους μια ηλιόλουστη μέρα στον ιππόδρομο για το σκοπό. Η κραυγή των γυναικών από τις αρχές του αιώνα φτάνει μέχρι σήμερα: «Δεν θα παραδοθούμε, δεν θα εγκαταλείψουμε ποτέ τον αγώνα». 
Στην ταινία οι άντρες είναι πάντα εναντίον των γυναικών, όχι μόνο ο βιαστής-αφεντικό, όχι μόνο οι κακοί και οι καλοί μπάτσοι, αλλά τελικά και ο σύντροφος της φαρμακοποιού που «αναγκάζεται» να κλειδώσει τη γυναίκα του για να μη συμμετάσχει στον ακτιβισμό κατά του βασιλιά. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το γεγονός ότι στην πρεμιέρα της ταινίας η Μέριλ Στριπ και η Κάρεϊ Μάλιγκαν φόρεσαν μπλουζάκια που έγραφαν «I’d rather be a rebel than a slave» (προτιμώ να είμαι αντάρτης παρά σκλάβος), πράγμα που δημιούργησε ένα κύμα επικρίσεων, αφού πολλές και πολλοί έσπευσαν να πουν ότι δεν μπορεί να εξισώνεται ο ρατσισμός με το σεξισμό, ή να θυμίσουν ότι στην ταινία δεν γίνεται λόγος για τη συμμετοχή των μαύρων γυναικών στον αγώνα. 
Αδυναμίες
Πράγματι από την ταινία λείπει η παρουσία των μαύρων γυναικών περισσότερο γιατί στη Βρετανία δεν ήταν κυρίαρχη η παρουσία τους όπως στις ΗΠΑ. Παρ’ όλα αυτά στην ταινία δεν αναφέρονται οι αγώνες των Ινδών γυναικών που συνέδεσαν τον αντιαποικιακό αγώνα με το αίτημα για ψήφο. Αντίθετα όλες οι γυναίκες της ταινίας είναι λευκές και Βρετανίδες.
Το μεγαλύτερο όμως πρόβλημα της ταινίας δεν είναι αυτό. Μας δείχνει βέβαια τον κόσμο των εργατριών, αλλά εξιδανικεύει το ρόλο των αστών Σουφραζετών που, ενώ υπέφεραν πολλά, περιόριζαν τα αιτήματά τους στο δικαίωμα ψήφου και μάλιστα σε πολλές περιπτώσεις όχι για όλες τις γυναίκες, αλλά μόνο για τις πλούσιες και εγγράμματες. Επίσης είναι γεγονός ότι πολλές Σουφραζέτες ήταν, αν όχι ρατσίστριες, σίγουρα επιφυλακτικές απέναντι σε γυναίκες διαφορετικών φυλών. 
Την ίδια στιγμή στην ταινία η ατομική βία, η ανατίναξη κτιρίων, οι βόμβες και το σπάσιμο βιτρίνων παρουσιάζονται σαν μονόδρομος και σαν η μόνη ταχτική που χρησιμοποιούνταν από το γυναικείο κίνημα, με τα λόγια της Έμιλι Πάνκχερστ: «Με πράξεις και όχι με λόγια θα κερδίσουμε την ψήφο». Ένα όμως από τα πιο τολμηρά της συνθήματα για την εποχή εκείνη ήταν: «Δεν θέλουμε να είμαστε παραβάτες του νόμου. Θέλουμε να ειμαστε νομοθέτες». 
Ταξικότητα
Η ταινία παραλείπει να αναφέρει την πλούσια παράδοση των γυναικείων συλλογικών αγώνων, τις απεργίες, τις προσπάθειες των σοσιαλιστών και μαρξιστών ανδρών και γυναικών για τη συμμετοχή των γυναικών στα σωματεία, για την καταπολέμηση του αναλφαβητισμού, για την εξίσωση ανδρών και γυναικών σε όλα τα επίπεδα. Στους τίτλους τέλους, υπενθυμίζεται ότι ο αγώνας συνεχίζεται, αφού βλέπουμε τις χρονολογίες που σε κάθε χώρα οι γυναίκες απέκτησαν το δικαίωμα ψήφου. 1917 στη Ρωσία, 1920 στις ΗΠΑ, 1934 στην Τουρκία, 1971 στην Ελβετία, 2015 στη Σαουδική Αραβία. 
Αντίθετα με τις κριτικές που δεν βλέπουν διακυμάνσεις, η ταινία έχει πολλές καλές στιγμές. Ξεχωρίζει η σκηνή στο δικαστήριο, όταν η Μοντ απέναντι στους άντρες δικαστές λέει την αλήθεια: «Η ζωή είναι πολύ σύντομη στο εργοστάσιο». Ή όταν αντιμετωπίζει τον «καλό» αστυνομικό, την αντρική εξουσία, λέγοντας: «Δεν αξίζω λιγότερο, δεν αξίζω περισσότερο από εσένα. Δεν θα προδώσω το σκοπό μου. Εσύ θα τον πρόδιδες;».
Παρ’ όλες τις ελλείψεις της, η ταινία μας προσφέρει μια πολύ καλή εικόνα των συνθηκών ζωής των εργατριών των αρχών του 20ού αιώνα στη Βρετανία, όπως επίσης μια ακριβή περιγραφή του τρόπου με τον οποίο οι ηρωικές Σουφραζέτες αγωνίζονταν. Δεν μπορεί παρά γυναίκες και άντρες αγωνιστές-τριες, που θα την παρακολουθήσουν, να νιώσουν περήφανες-οι για τη δύναμη και την αξιοπρέπεια των εργατριών.
Είναι κρίμα που η συντριπτική πλειοψηφία των κριτικών στην Ελλάδα  θάβει την ταινία, με κρίσεις όπως «η ταινία παραδίδεται σε απλοποιήσεις και συναισθηματικές ευκολίες» (Αθηνόραμα) ή «σε ένα φιλμ που κατά τα άλλα πνίγεται στα χαρτομάντιλα χωρίς ούτε ένα δάκρυ» (Εφημερίδα Συντακτών).

 

8 Μάρτη: Παγκόσμια ημέρα της γυναίκας

Η 8η Μάρτη, η παγκόσμια ημέρα της γυναίκας, ήταν πρόταση της   γερμανίδας επαναστάτριας Κλάρα Τσέτκιν, στη Διεθνή Διάσκεψη Γυναικών, μετά από την απεργία στα κλωστοϋφαντουργεία του Λόρενς το 1910. Πρωτογιορτάστηκε το 1917 στη Ρωσία μετά από πρόταση της Αλεξάνδρας Κολοντάι, με τις διαδηλώσεις των γυναικών να σηματοδοτούν την έναρξη της επανάστασης.  
Και τώρα; Οι γυναίκες στη Σαουδική Αραβία κέρδισαν το δικαίωμα ψήφου το 2015. Εκατοντάδες χιλιάδες γυναίκες, θύματα πολέμου από τη Συρία, μεταναστεύουν με μικρά μωρά στην αγκαλιά, για να συναντήσουν τους δολοφονικούς φράχτες και τον πνιγμό στις θάλασσες του Αιγαίου. Στην Ελλάδα, κάθε χρόνο, γίνονται περίπου 4.500 βιασμοί, από τους οποίους μόνο το 6% καταγγέλλεται στην Αστυνομία. Στην Ελλάδα της κρίσης των μνημονίων, το ποσοστό ανεργίας των γυναικών στο πρώτο τρίμηνο του 2015 ήταν 30,6%, έναντι 23,5% των ανδρών, ενώ στην Ευρώπη αμείβονται με 16%, τουλάχιστον, χαμηλότερους μισθούς απ’ ό,τι οι άντρες για ίση εργασία και με συντάξεις μεσοσταθμικά κατά 39% χαμηλότερες έναντι των ανδρών. Στο νέο πεδίο του διαδικτύου, οι γυναίκες παρουσιάζουνται ως χαζές, με το σώμα τους να γελοιοποιείται και να κομματιάζεται καθημερινά. 
Έχουν περάσει 100 χρόνια από τους πρώτους εορτασμούς των γυναικών και συνεχίζουμε να είμαστε οι πρώτες που χτυπιούνται, που σηκώνουμε στις πλάτες μας την κρίση και τις συνέπειες της, που δολοφονούμαστε, που μεταναστεύουμε, που δεχόμαστε σεξιστικές επιθέσεις, που σε πολλές χώρες ακόμα δεν έχουμε ούτε το δικαίωμα ψήφου. 
Δεν θα υπάρξει δικαίωση μέχρι όλες οι γυναίκες να έχουν ίσα δικαιώματα με τους άντρες, αλλά και όλοι μαζί να έχουμε τον έλεγχο πάνω στις ζωές μας. Οι γυναίκες είναι στην πρώτη γραμμή του αγώνα ενάντια στα μνημόνια όλα αυτά τα χρόνια. Χρειάζεται όμως ο αγώνας για «Ψωμί και Τριαντάφυλλα» να γίνει ορατός και να αγκαλιαστεί από την Αριστερά.