Η «Ε.Α». και το Rproject συζήτησαν με τον Γιάννη Κουζή (καθηγητή Παντείου Πανεπιστημίου), τον συντονιστή της ομάδας* που ανέλαβε τη μελέτη για το Κ. Πολύκεντρο της ΑΔΕΔΥ, με τίτλο «Απασχόληση, αμοιβές, θεσμικές παρεμβάσεις στον δημόσιο τομέα (Περιοριστικές Πολιτικές 2013-2016)». Τη συνέντευξη πήρε η Κατερίνα Γιαννούλια και δημοσιεύεται ολόκληρη στο Rproject.gr.

Είναι νομικό το κώλυμα της κυβέρνησης που δεν μετατρέπει τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου σε αορίστου (σε ΙΔΑΧ δηλαδή) ή πρόκειται για «περιοριστική» πολιτική απόφαση;
Είναι ένας συνδυασμός και των δύο. Πρώτα γιατί η ισχύουσα νομοθεσία θέτει πολλούς περιορισμούς για τη μετατροπή των προσωρινών συμβάσεων σε σχέσεις σταθερής εργασίας, αν και η νομοθεσία πάντα στο πλαίσιο του συντάγματος θα μπορούσε να αλλάξει ώστε με ειδικό νόμο να αντιμετωπισθεί το πρόβλημα. Από την άλλη ο περιορισμός της απασχόλησης στο Δημόσιο αποτελεί γενικότερη πολιτική επιλογή των τελευταίων χρόνων, και κυρίως της εποχής των μνημονίων, με τον γνωστό κανόνα 1:5 στη σχέση προσλήψεων και αποχωρήσεων στο Δημόσιο. Παράλληλα, η αύξηση του μεγέθους της απασχόλησης των εκτάκτων έναντι του τακτικού προσωπικού στο Δημόσιο που από το 2012 μέχρι το 2016 επεκτάθηκε από το 10,3% στο 13,5% του συνολικού προσωπικού του είναι ενδεικτικό στοιχείο των ασκούμενων πολιτικών. Και μην ξεχνάμε τις εντονότατες πιέσεις που ασκούνται για την περαιτέρω ιδιωτικοποίηση λειτουργιών του δημόσιου τομέα που προφανέστατα αφορούν και στις υπηρεσίες καθαριότητας των δήμων. 
Οι «δανειστές» έχουν ζητήσει λιγότερους συμβασιούχους στο Δημόσιο. Τι σημαίνει αυτό;
Οι δανειστές ήδη από το πρώτο μνημόνιο είχαν θέσει περιορισμούς, παράλληλα με τη συνολική απασχόληση στο Δημόσιο, και στην απασχόληση του έκτακτου προσωπικού. Αυτό σημαίνει ότι και οι έκτακτες ανάγκες του Δημοσίου που συρρικνώνεται σταδιακά θα καλύπτονται από την προσφυγή σε λύσεις από τον ιδιωτικό τομέα, σε μια κατεύθυνση περαιτέρω ιδιωτικοποίησης των λειτουργιών του εναπομείναντος Δημοσίου.
Το σενάριο με το Ελεγκτικό Συνέδριο υπάρχει πιθανότητα να επαναληφθεί στους επικουρικούς γιατρούς και σε άλλες κατηγορίες συμβασιούχων, ακόμα και σε συμβάσεις έργου ή εργαζόμενους σε προγράμματα ΕΣΠΑ κ.λπ.; 
Η αρνητική εξέλιξη στην απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου εστιάζεται στη μη πληρωμή δεδουλευμένων από την παράταση των προσωρινών συμβάσεων μετά την εκπνοή του ανώτατου χρόνου απασχόλησης στο Δημόσιο. Προφανώς ως προς αυτή τη διάσταση το ίδιο σενάριο είναι ανοιχτό σε κάθε άλλη περίπτωση.
Πόσο έχει μειωθεί ο αριθμός των δημοσίων υπαλλήλων τα τελευταία χρόνια, ποια είναι η σύνθεση μονίμων - συμβασιούχων και ποια τάση ακολουθούν οι όποιες νέες προσλήψεις; 
Από την έναρξη της εφαρμογής των περιοριστικών πολιτικών στο Δημόσιο, και συγκεκριμένα από τις αρχές του 2010 μέχρι τα τέλη του 2016, το τακτικό προσωπικό στο Δημόσιο έχει μειωθεί κατά 129 χιλιάδες εργαζόμενους και σε ποσοστό18,6%. Παράλληλα παρουσιάζεται μια αύξηση του αριθμού των προσωρινών συμβάσεων και το ποσοστό που αυτές καλύπτουν στο σύνολο της απασχόλησης στο Δημόσιο. Είναι χαρακτηριστικό ότι κατά την περίοδο 2012-15 ο αριθμός των «συμβασιούχων» αυξήθηκε κατά 14 χιλιάδες και το ποσοστό των εκτάκτων κατά το ίδιο χρονικό διάστημα αυξήθηκε από 10,3% σε 13,2%. Επομένως, σε έναν σημαντικό βαθμό οι ανάγκες καλύπτονται με έκτακτο προσωπικό, ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για πάγιες ανάγκες.
Ποια είναι η πολιτική που επιλέγεται από την παρούσα κυβέρνηση για το εργασιακό καθεστώς στο Δημόσιο;
Μια σημαντική παράμετρος στο εργασιακό καθεστώς στο Δημόσιο είναι οι πολλαπλές ταχύτητες που αναπτύσσονται με την εισαγωγή στο εσωτερικό του εργασιακών πρακτικών που ευδοκιμούν στον ιδιωτικό τομέα. Επισημαίνεται ότι, με τις προσωρινές συμβάσεις, τη μερική απασχόληση, τις ατομικές συμβάσεις έργου, τις εργολαβίες και την κοινωφελή εργασία περιορίζεται ο ρόλος του τακτικού προσωπικού, που κι αυτό αποκτά νέα χαρακτηριστικά στο εσωτερικό του. Έτσι λοιπόν υποχωρεί το παραδοσιακό καθεστώς του δημοσίου υπαλλήλου, με την αυξημένη προστασία που του παρέχει το Σύνταγμα, και στη θέση του προσλαμβάνεται τακτικό προσωπικό με σχέση ιδιωτικού δικαίου (ΙΔΑΧ). Είναι χαρακτηριστικό ότι το μέγεθος αυτής της κατηγορίας αυξάνεται εντυπωσιακά και εκτοξεύεται από το 10,3% του 2013 στο 28,5% το 2015 επί του συνόλου των προσλήψεων σε τακτικό προσωπικό και με αποτέλεσμα σήμερα το 22% των τακτικών υπαλλήλων να μην έχουν το καθεστώς του δημοσίου υπαλλήλου και του δημόσιου λειτουργού. 
Ο «κανόνας» 4 αποχωρούν και 1 προσλαμβάνεται σε μόνιμη θέση στο Δημόσιο μέχρι πότε ισχύει και πώς μπορεί να ανατραπεί; 
Μετά τη σχέση 1:5, που διήρκεσε το μεγαλύτερο διάστημα των μνημονιακών χρόνων, από το 2017 ισχύει η σχέση 4:1. Στο εξής και για κάθε χρόνο η σχέση αυτή θα αλλάζει (4:3, 4:2 κ.λπ.) μέχρι και το 2020-21 που θα βρίσκεται στο 1:1, στο πλαίσιο και των δεσμεύσεων της κυβέρνησης με τους δανειστές.
Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι η ισχύουσα σχέση 1:5 μέχρι και το 2016 δεν εφαρμόσθηκε σε επίπεδο τακτικού προσωπικού, με αποτέλεσμα το ποσοστό αναπλήρωσής του για την περίοδο 2013-15 να είναι μόλις 15,6% με τα μεγαλύτερα ποσοστά αναπλήρωσης να σημειώνονται το 2015 (28%). Επισημαίνεται, ωστόσο, ότι στους κλάδους της υγείας και της παιδείας, που αποτελούν τους βασικούς πυλώνες του κοινωνικού κράτους, τα ποσοστά αναπλήρωσης μόνο για το 2015 υπολείπονταν σημαντικά του μέσου όρου και ήταν αντίστοιχα 13,8% και 5%!!!
Είναι οι ιδιωτικοποιήσεις επιλογή της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και συμφέρουν την κοινωνία συνολικά;
Ανεξάρτητα από τη ρητορική των κυβερνήσεων, οι περιοριστικές πολιτικές στο Δημόσιο συντελούν στην προ πολλού χρόνου απαξίωση του ρόλου του ώστε να επέρχεται η σταδιακή ιδιωτικοποίησή του, ενώ η ένταση των ρυθμών της εξαρτάται και από το ιδεολογικό στίγμα των κυβερνήσεων σε συνάρτηση πάντα και με τις αντιστάσεις που αντιμετωπίζουν από τα συνδικάτα και την κοινωνία. Μια κοινωνία που δοκιμάζεται έντονα από τον περιορισμό των κοινωνικών παροχών και που οι ιδιωτικοποιήσεις επιτίθενται ουσιαστικά στο δημόσιο συμφέρον. Ωστόσο, θα πρέπει να επισημανθεί ότι η απαξίωση του Δημοσίου έχει σε σημαντικό βαθμό επέλθει με πολλαπλές ενδογενείς ευθύνες ώστε να δημιουργείται το πρόσφορο έδαφος για την αντικατάσταση μεγάλου μέρους του από ιδιώτες. Και αυτό θα συνεχίζεται ενόσω δεν προτάσσεται πειστικά η αναμόρφωση του Δημοσίου με ουσιαστικούς όρους δημόσιου συμφέροντος, ώστε να μην ευδοκιμούν οι όροι επιβουλής του. Και προφανώς, εν μέσω μνημονίων και νεοφιλελεύθερης έμπνευσης πολιτικές, ένας τέτοιος στόχος είναι ανέφικτος. 
Η μισθοδοσία των δημοσίων υπαλλήλων πόσο υπεύθυνη είναι για τη σπατάλη δημόσιου χρήματος;
Η άποψη αυτή που κυριαρχεί στη νεοφιλελεύθερη επιχειρηματολογία δεν ευσταθεί. Πόσο μάλλον που, όπως δείξαμε, βασικοί άξονες του κοινωνικού κράτους όπως η υγεία και η παιδεία παρουσιάζουν κραυγαλέες ελλείψεις προσωπικού σε θέματα αναπλήρωσης των αποχωρούντων υπαλλήλων. Είναι επίσης ενδεικτικό ότι κατά την περίοδο 2010-14 η συνολική μισθολογική δαπάνη στο Δημόσιο σε τρέχουσες τιμές μειώθηκε περισσότερο από όσο μειώθηκε το ΑΕΠ της χώρας κατά το ίδιο χρονικό διάστημα. Επειδή όμως τις δαπάνες του Δημοσίου είναι μεθοδολογικά ορθό να τις υπολογίζουμε σε δυνητικό ΑΕΠ, εκτός δηλαδή περιόδου ύφεσης, οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι, όταν η ελληνική οικονομία εξέλθει από την κρίση, οι δαπάνες για τις αμοιβές στο Δημόσιο θα υπολείπονται τουλάχιστον κατά μία μονάδα του δυνητικού ΑΕΠ. Και με αυτό τον τρόπο η Ελλάδα θα βρίσκεται σε ενδιάμεση θέση σε θέματα μισθολογικών δαπανών της Γενικής Διακυβέρνησης σε σχέση με τις αναπτυγμένες χώρες της Ένωσης (Ε15). Επομένως, η όλη συζήτηση οφείλεται σε ιδεολογικές εμμονές με επίκεντρο τη συρρίκνωση του «σπάταλου» κράτους που υποκρύπτουν οικονομικούς κύκλους συμφερόντων. Αντιθέτως, τις σπατάλες του κράτους θα πρέπει να αναζητήσει κανείς στους αδιαφανείς και ανορθολογικούς όρους κατανομής των δαπανών του για την εξυπηρέτηση σκοπιμοτήτων που βλάπτουν το δημόσιο συμφέρον, καθώς και σε αδιαφανείς διαδικασίες από τις οποίες οι κύριοι ωφελημένοι είναι και πάλι επιχειρηματικά συμφέροντα. 

* Ομάδα εργασίας: Kουζής Γιάννης (καθηγητής Παντείου Πανεπιστημίου, συντονιστής), Γιούλος Γιώργος (ΜPhil Οικονομίας), Ιωακείμογλου Ηλίας (οικονομικός αναλυτής MBA), Σανιδά Φωτεινή (Msc Κοινωνικής Πολιτικής), Τσουκαλάς Σπύρος (Δρ Ψηφιακών Συστημάτων).