Ομιλίες από την εκδήλωση της Κίνησης Απελάστε το Ρατσισμό

Στις 21 Σεπτέμβρη, στο Σύλλογο Ελλήνων Αρχαιολόγων πραγματοποιήθηκε με μεγάλη επιτυχία η εκδήλωση της Κίνησης «Απελάστε το Ρατσισμό» με θέμα «Αντίσταση στον πόλεμο κατά των προσφύγων και των φτωχών». 
Ομιλητές ήταν ο Π. Λίλλης από την Κίνηση «Απελάστε το Ρατσισμό», η Μάνια Μπαρσέφκσι από την Επιτροπή Δικαιωμάτων της Λαϊκής Ενότητας και ο Νίκος Τζαχρήστας, μέλος της Πρωτοβουλίας Αλληλεγγύης Χαλκίδας προς τους πρόσφυγες-μετανάστες/στριες. 
Ο Ν. Τζαχρήστας ξεκίνησε λέγοντας πως τα λεγόμενα «κέντρα φιλοξενίας» έχουν γίνει «στρατόπεδα συγκέντρωσης». Περιέγραψε την τραγική κατάσταση στο στρατόπεδο της Ριτσώνας (στοίβαγμα ευπαθών ομάδων όπως ηλικιωμένοι, έγκυες και μικρά παιδιά, κακής ποιότητας φαγητό για βδομάδες, ύδρευση από γεώτρηση σε βιομηχανική περιοχή με ό,τι συνεπάγεται αυτό, απαράδεκτες συνθήκες υγιεινής που προκάλεσαν 50-60 κρούσματα ηπατίτιδα Α’, αλλά και τη στοχοποίηση των αλληλέγγυων από τους διαχειριστές του στρατοπέδου (με παρακολουθήσεις σπιτιών, με φυλλάδια που απαγόρευαν στους πρόσφυγες τις πολιτικές συζητήσεις και τις «δοσοληψίες» με αλληλέγγυους κ.λπ). 
Μίλησε για τους αγώνες των προσφύγων (με εμβληματική την απεργία πείνας και δίψας από έγκυες γυναίκες), αλλά και τον πόλεμο που δέχτηκαν από τα ΜΜΕ (ως «αχάριστοι που κατέλαβαν το χώρο»). Επεσήμανε πως υψώθηκε νέα περίφραξη και άλλαξε η πύλη εισόδου, ως δείγμα της προσπάθειας να «κλείσουν» ακόμη περισσότερο τα στρατόπεδα. 
Aναφέρθηκε στις κυβερνητικές προτεραιότητες: «Κλείσιμο» των κέντρων προς τους αλληλέγγυους και την κοινωνία, διαχείριση των κονδυλίων από «ημέτερους», διατήρηση της ακροδεξιάς εφεδρείας, πειθαρχία στη συμφωνία με την ΕΕ. Και αντιπαρέβαλε τα δικά μας καθήκοντα: ένταξη των προσφύγων, αντιιμπεριαλιστικός-αντιπολεμικός αγώνας, απάντηση στις ρατσιστικές φωνές, οργάνωση και συντονισμός των ίδιων των προσφύγων και των αλληλέγγυων, «για να δώσουμε όλοι μαζί έναν λυσσαλέο αγώνα για μια αξιοπρεπή ζωή».
Όπως είπε κλείνοντας, η άθλια αυτή εικόνα δεν αφορά μόνο τη Ριτσώνα, όπως προκύπτει από την επικοινωνία με αγωνιστές-αλληλέγγυους από άλλα στρατόπεδα.
Η Μάνια Μπαρσέφσκι τόνισε ότι ο αγώνας για τα δικαιώματα των προσφύγων και η αντίσταση των φτωχών (πρέπει να) είναι αλληλένδετα. Εξήγησε πως στο υπόβαθρο βρίσκεται η καπιταλιστική κρίση, που οδηγεί αφενός σε όξυνση των ανταγωνισμών κι επιχειρείται να λυθεί με περιφερειακούς πολέμους που δημιουργούν κύματα προσφύγων, αλλά ταυτόχρονα οι «από πάνω» είναι ενωμένοι στον άλλο τρόπο να ξεπεράσουν την κρίση: με χτύπημα στα εργασιακά δικαιώματα.
Σε αυτό το φόντο, ισχυρίστηκε, ισχυροποιείται η ακροδεξιά, είτε με την «αυτόνομη» άνοδό της, είτε με την υιοθέτηση των απόψεών της από το «κέντρο» του πολιτικού φάσματος.
Εξήγησε πως η ακροδεξιά επιστρατεύεται όταν η αστική τάξη αδυνατεί να πείσει με τις παλιές «συναινέσεις», και ενισχύεται όταν η Αριστερά αδυνατεί να απαντήσει σε αυτό με τη δική της ηγεμονία. Ιδιαίτερα στην Ελλάδα, είναι μεγάλη η ευθύνη της μεταστροφής της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ που δίνει τη δυνατότητα στην ακροδεξιά να ανασυνταχτεί (νησιά, εμφάνιση Λεπέν κ.λπ.). 
Αναλύοντας τη σχέση μεταξύ κρατικών πολιτικών και ακροδεξιάς, αναφέρθηκε στο πώς η καλλιέργεια του «διαίρει και βασίλευε» είναι το έδαφος όπου ανθίζουν οι φασίστες και το πώς η «τρομοϋστερία» εθίζει στην ιδέα πως υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι χωρίς δικαιώματα για να στραφεί τελικά ενάντια σε όλους (όπως π.χ. στη Γαλλία όπου η κατάσταση έκτακτης ανάγκης στράφηκε ενάντια στους απεργούς). 
Γι’ αυτό, επέμεινε στην ανάγκη κοινών αγώνων ντόπιων και μεταναστών-προσφύγων και τη σημασία τους ακόμα και στον αντιμνημονιακό αγώνα. Είναι «αναγκαία εφόδια» ακόμα και στο «πώς εννοούμε τη σύγκρουση με την ΕΕ», είπε, αναφέροντας το παράδειγμα του Brexit και το ότι «υπάρχουν δύο ανταγωνιστικές εκδοχές αμφισβήτησης του ευρώ», για να καταλήξει στην ανάγκη «να δίνουμε αλληλέγγυο-ταξικό-διεθνιστικό πλαίσιο στις συγκρούσεις μας». 
Αντίστοιχα και στις συμμαχίες της Αριστεράς: δεν μπορούν αυτές να γίνονται «σε ρήξη με τις ιδέες μας», είπε αναφερόμενη στην περίπτωση του ΕΠΑΜ και του Καζάκη ο οποίος κάλεσε πρόσφατα την Κρήτη σε «ανένδοτο κατά των προσφύγων».
Έκανε ειδική αναφορά στην αλληλεγγύη στις κινητοποιήσεις των προσφύγων και στο ζήτημα της ισότιμης ένταξης των παιδιών στα σχολεία (όχι γκέτο, όχι χωριστά ωράρια) και έκλεισε με το ότι ο οδηγός της Αριστεράς είναι «Αλληλεγγύη-Διεκδίκηση»: Διεκδίκηση για άσυλο, για ανοιχτά σύνορα, για ισότιμη ένταξη των προσφύγων, για τερματισμό των πολέμων. 
Ο Π. Λίλλης αναφέρθηκε στα πολιτικά-ιδεολογικά μέτωπα που αντιμετώπιζε και συνεχίζει να αντιμετωπίζει το κίνημα (ρατσιστική προπαγάνδα, ισλαμοφοβία, ιμπεριαλισμός, ΕΕ, ρατσιστική κυβερνητική πολιτική), στάθηκε ιδιαίτερα στην άνοδο της ακροδεξιάς και πώς μπορεί να απαντηθεί από τη ριζοσπαστική Αριστερά. Κατέληξε με την «νέα κατάσταση» που διαμορφώνεται σήμερα για το κίνημα αλληλεγγύης, μετά το κλείσιμο των συνόρων, και τις νέες μάχες που έχουμε να δώσουμε για την ένταξή τους (βλ. αναλυτικά σελ. 15).
Προσκεκλημένοι ήταν επίσης πρόσφυγες από τον Ελαιώνα οι οποίοι αναφέρθηκαν στη δομή ως «στρατόπεδο». Είπαν ότι το φαγητό είναι πολύ κακής ποιότητας, ενώ ιδιαίτερα στάθηκαν σε ζητήματα υγείας (ελλιπής παρουσία γιατρών, δυσκολία μετακίνησης σε νοσοκομείο). Στηλίτευσαν τις απαγορεύσεις όποτε επιχείρησαν να λύσουν οι ίδιοι προβλήματα (να μαγειρέψουν οι ίδιοι, να συνεργαστούν με γνωστούς τους Έλληνες αλληλέγγυους –π.χ. γιατρούς, δασκάλους κ.λπ.). Αίσθηση προκάλεσε η επιλογή να πηγαίνουν τα προσφυγόπουλα σε σχολεία «εκ περιτροπής» (μερικά παιδιά για λίγες μέρες, μετά άλλα παιδιά για άλλες λίγες μέρες κ.λπ.). Ακόμα και τότε δεν συμμετείχαν στα μαθήματα, ενώ ακόμα και αυτό, όπως μας είπαν, έχει πλέον σταματήσει να γίνεται. Τέλος, ευχαρίστησαν τον ελληνικό λαό λέγοντας ότι τους κρατάει ζωντανή την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο. 
Η βραδιά έκλεισε με μουσική και ποτό.