Το «Free State of Jones» («Η Ελεύθερη Πολιτεία Τζόουνς») το φιλμ που προβάλλεται με τον τίτλο «Ο Επαναστάτης» είναι μια αντιρατσιστική, αντιπολεμική και σε ταξική βάση εξιστόρηση αληθινών γεγονότων της εποχής του Αμερικανικού Εμφύλιου (1861-1865) και αμέσως μετά.

Η ιστορία διαδραματίζεται στην κομητεία Τζόουνς της πολιτείας του Μισισίπι που πολεμούσε μαζί με τον υπόλοιπο δουλοκτητικό Νότο εναντίον της Ένωσης των Βορείων. Η κομητεία Τζόουνς ήταν το πιο φτωχό μέρος του Μισισίπι, διέθετε το μικρότερο ποσοστό μαύρων σκλάβων, μόνο 12% του πληθυσμού, ενώ ο κόσμος της είχε ψηφίσει κατά της απόσχισης από το Βορρά.
Η πλοκή της ταινίας ξεκινά στα 1863, όταν συγκροτήθηκε στα δυσπρόσιτα έλη της περιοχής μια ομάδα λευκών λιποτακτών και μαύρων σκλάβων δραπετών, που εξοπλίζεται και συντηρείται με τη βοήθεια των ντόπιων. Ως το τέλος του Εμφυλίου μια χούφτα επικηρυγμένων ανταρτών θα εξελιχθεί σε μικρό στρατό λίγων εκατοντάδων που, με την ενεργό στήριξη του πληθυσμού, καταλαμβάνοντας πόλεις, προστατεύοντας φάρμες από τους φοροεισπράκτορες και φονεύοντας κρατικούς αξιωματούχους, θα απελευθερώσει για λίγους μήνες τρεις κομητείες, κηρύσσοντάς τες ανεξάρτητο κράτος. 
Στην ηγεσία της εξέγερσης βρισκόταν ο Νιούτον Νάιτ (1837-1922), σιδεράς και μικροαγρότης, λιποτάκτης από το στρατό των Νοτίων. Η ταινία παρακολουθεί τη μεγέθυνση και τις νίκες των ανταρτών όσο προστατεύουν τους ντόπιους από τις αναγκαστικές επιτάξεις του στρατού και τελειώνει με την περιγραφή του μεταπολεμικού ρεπουμπλικανικού Συνδέσμου της Ένωσης, όπου συμμετείχε ο Νάιτ, υπερασπιζόμενος, με τα όπλα στα χέρια, το νόμο που έδινε εκλογικό δικαίωμα στους πρώην σκλάβους. Με την κύρια πλοκή εναλλάσσεται η αφήγηση της δίκης του εγγονού του Νάιτ, στα 1948. Είχε κατηγορηθεί ότι παντρεύτηκε μια λευκή, όντας ο ίδιος «νέγρος κατά το ένα όγδοο»... 
Η ρητή ταξική οπτική είναι η πιο σημαντική προσφορά του έργου του σκηνοθέτη-σεναριογράφου Ρος και διαποτίζει όλη την αφήγηση. Δηλώνεται ευθέως από την αρχή, με αφορμή το Νόμο των Είκοσι Νέγρων (1862), σύμφωνα με τον οποίο οι νότιοι τσιφλικάδες μπορούσαν να απαλλάσσουν από την επιστράτευση ένα μέλος της οικογένειάς τους για κάθε είκοσι σκλάβους που κατείχαν. Ο Νάιτ, μετά την απώλεια του ανιψιού του στο μέτωπο (φανταστικό περιστατικό), λιποτακτεί και συναντά τους πρώτους συντρόφους του στο βάλτο, σκλάβους που έχουν δραπετεύσει. Τους εξηγεί: «Βαρέθηκα να πεθαίνω για το βαμβάκι των πλουσίων». Για να πάρει μια λιτή, εντυπωσιακή απάντηση: «Και εμείς το ίδιο». 
Όλοι οι βασικοί σταθμοί της πλοκής μπαίνουν σε σαφή ταξική βάση. Από την προνομιακή μεταχείριση των αξιωματικών στα νοσοκομεία, που στοιχίζει τις ζωές των άλλων τραυματιών, την πείνα και τις επιτάξεις εις βάρος των φτωχών αγροτών στα μετόπισθεν, την κοινότητα συμφερόντων των μαύρων και λευκών «νέγρων», δηλαδή των καταπιεσμένων, μέχρι την οικονομική αποκατάσταση μόνο των πλουσίων μετά τον πόλεμο. Κεντρική είναι και η προδοσία των ελπίδων για ισότητα και παροχή γης στους φτωχούς και τους απελεύθερους μετά τον Εμφύλιο και η εξακολούθηση της σκλαβιάς με άλλο νομικό όνομα («μαθητεία»).
Ενδιαφέρουσα είναι και η υπέρβαση του καθιερωμένου οικογενειακού μοντέλου. Η λευκή σύζυγος του Νιούτον δεν τον ακολουθεί στο αντάρτικο, αυτός παντρεύεται άτυπα μια μαύρη σκλάβα με την οποία κάνει παιδιά, και τελικά μετά τον πόλεμο και οι δύο οικογένειες θα ζήσουν κάτω από την ίδια στέγη. (Οι απόγονοι του Νάιτ θα απομονώνονταν από το ρατσισμό των υπόλοιπων κατοίκων και θα αναγκάζονταν στη συγκρότηση κλειστής κοινότητας με αιμομικτικούς γάμους.)
Το κύριο πολιτικό ελάττωμα της ταινίας είναι η ρηχή αντιμετώπιση του νικητή Βορρά, στηλιτεύοντας κατεξοχήν τον επίσημα ρατσιστικό Νότο. Μετά την «κατάργηση της δουλείας» θεσπίστηκαν στο Νότο οι ρατσιστικοί Μαύροι Κώδικες. Απαγόρευαν στους «ελεύθερους» μαύρους να εγκαταλείπουν τις φυτείες, αλλιώς καταδικάζονταν ως «αλήτες» να... δουλεύουν στις φυτείες. Η ταινία δείχνει ότι οι ίδιοι παλιοί τσιφλικάδες εξακολούθησαν να αποτελούν την ντόπια άρχουσα τάξη πλέον ως νομιμόφρονες καπιταλιστές γαιοκτήμονες, ότι οι συνθήκες για τους μαύρους δεν άλλαξαν, ότι οι εκλογές καταπίνονταν από συστηματική βία και νοθεία. Αλλά μένει πρακτικά ανερμήνευτη η ανοχή του Βορρά στην κλιμακούμενη λευκή τρομοκρατία της Κου Κλουξ Κλαν και του θεσμικού ρατσισμού. Ίσως θα ζητούσαμε πολλά αν περιμέναμε καμία αναφορά στις απανωτές απεργίες κατά της πολεμικής αισχροκέρδειας, που τάραζαν το Βορρά και καταπνίγονταν στρατιωτικά κατά τη διάρκεια όλου του πολέμου. Άλλωστε, με το τέλος του Εμφυλίου, 19 στις 24 βόρειες πολιτείες απαγόρευαν στους μαύρους να ψηφίζουν. Ο ρατσισμός ήταν παντού πλειοψηφικός.
Tο διακύβευμα του Εμφυλίου δεν ήταν, όπως θέλει η φιλελεύθερη μυθολογία, η απελευθέρωση των μαύρων –ούτε βέβαια των λευκών φτωχών– αλλά οι όροι της υποδούλωσής τους και ο οικονομικός εκσυγχρονισμός του Νότου. Ο ίδιος ο Λίνκολν, είδωλο των φιλελεύθερων, ήταν ένας «πρώτης τάξης δευτεροκλασάτος» δημαγωγός που άλλαζε θέση για τη δουλεία ανάλογα με το ακροατήριο, που στην αρχή του Εμφυλίου δήλωνε «δεν σκοπεύω να παρέμβω στο θεσμό της δουλείας» και που πήρε θέση εναντίον της μόνο όταν οι πραγματικοί πολέμιοί της και οι ανάγκες του πολέμου τού το επέβαλαν. Τελικά η ελίτ του Βορρά αντάλλαξε την ελευθερία των μαύρων με την εφαρμογή της δικής της επιχειρηματικής νομοθεσίας στο Νότο (βλ. και Χ. Ζιν, «Ιστορία του λαού των Ηνωμένων Πολιτειών»). Η πολιτική τοποθέτηση του Ρος, ως στελέχους των Δημοκρατικών, του απαγόρευσε μάλλον τέτοιες ιστορικές εμβαθύνσεις και άφησε αναπάντητα τα σχετικά ερωτήματα που ο ίδιος αγγίζει.
Παρ’ όλα αυτά, οι κριτικές που δέχτηκε είναι πρωτευόντως πολιτικές. Από τα δεξιά (π.χ. New York Times) ότι δεν προβάλλει ως σκοπό του Εμφυλίου την κατάργηση της δουλείας των μαύρων παρά υποχωρεί στη «διαστρέβλωση»: πόλεμος των πλουσίων με θυσίες των φτωχών. Αυτή η «κριτική» μάλλον μας παρακινεί περισσότερο να στηρίξουμε το έργο. Εμφανίζεται όμως και μια κριτική από τα «αριστερά»: ότι συνηγορεί υπέρ της λευκής ανωτερότητας με το να μη μιλά για τον κανόνα του ρατσισμού στο Νότο παρά για την εξαίρεση μιας δράκας ανταρτών και κυρίως με το να ξετυλίγει τα πάντα γύρω από τον λευκό ήρωα, σωτήρα των μαύρων. Θεωρούμε άδικη και τη δεύτερη κριτική. Εδώ έχουμε έναν Εμφύλιο από την άποψη κάποιων «από κάτω», πράγμα έτσι κι αλλιώς σπάνιο και σε αντίθεση με εξωραϊστικά –ως ανιστόρητα– υμνολόγια προς αστούς ηγέτες (π.χ. «Lincoln», 2012). Έχουμε επίσης την επισήμανση ότι είναι δυνατή η κοινή αντιρατσιστική πάλη μαύρων-λευκών. Στο κάτω κάτω, ναι, οι πρωταγωνιστές της πάλης δεν χρειάζεται να είναι όλοι μαύροι στο δέρμα –παρά στη συνείδηση.
Χωρίς να αποτελεί καλλιτεχνικό αριστούργημα, το «Free State of Jones» βλέπει με ταξικά γυαλιά μια κομβική ιστορική περίοδο, παραμερίζοντας σε μεγάλο βαθμό την αμερικανική εθνική αφήγηση. Δεν είναι τυχαία η σύμπτωσή της με το επίμονο Black Lives Matter, και από αυτήν την άποψη βρίσκεται εντός τόπου και χρόνου, τονίζοντας το ταξικό στοιχείο που μπορεί να διευρύνει το κίνημα. Στο τέλος παραμένουν τα ερωτήματα. Πόσο ανθεκτική είναι επιτέλους η ρατσιστική μάστιγα; Μόνο η απόλυτη κρίση του πολέμου μπορεί να ενώσει λευκούς και μαύρους; Η συνέχεια στα πεζοδρόμια των ΗΠΑ –και όχι μόνο.