Η τύχη της ευρωπαϊκής Αριστεράς είναι δεμένη με αυτήν του κινήματος αντίστασης και σε αυτό πρέπει να προσηλωθεί. Η στροφή προς τα αριστερά παραμένει μετέωρη και δεν πρόκειται να γίνει αυτόματα και ομαλά. Δεν είναι μόνο οι δυνατότητες μεγάλες, είναι και οι απαιτήσεις. Έτσι, ζητήματα προσανατολισμού που πάντοτε αντιμετώπιζαν οι ενωτικοί σχηματισμοί της ριζοσπαστικής Αριστεράς στην Ευρώπη οξύνονται πολύ περισσότερο.

Η οργή ενάντια στη ευρω-λιτότητα και τα κόμματα που την υλοποιούν σε κάθε χώρα δίνει ιστορικές δυνατότητες στην ανάπτυξη της ριζοσπαστικής Αριστεράς στην Ευρώπη.

 

Η άνοδος της Ενωμένης Αριστεράς στην Ισπανία έπειτα από χρόνια πτώσης, η επιτυχία της πρωτοεμφανιζόμενης σε εκλογές Ενωμένης Αριστερής Συμμαχίας στην Ιρλανδία, η ανάκαμψη της Κοκκινοπράσινης Συμμαχίας στη Δανία δείχνουν αυτήν την τάση. Όμως το μέγεθος των δυνατοτήτων, η «δεξαμενή» από την οποία έχει να αντλήσει δύναμη η ριζοσπαστική Αριστερά, είναι πολύ μεγαλύτερο.

 

Αυτό υπογραμμίστηκε στις εκλογές στη Γαλλία και την Ολλανδία: ο Μελανσόν και το Σοσιαλιστικό Κόμμα αντίστοιχα κατέγραψαν ποσοστά που ελάχιστο καιρό πριν θα θεωρούνταν αστρονομικά για τη ριζοσπαστική Αριστερά, κι όμως καταγράφηκαν ως κατώτερα των προσδοκιών. Σε όλη την Ευρώπη, ο πήχης έχει ανέβει, ιδιαίτερα μετά τον εκλογικό σεισμό στην Ελλάδα. Η σημερινή αγωνιστική ανάταση μπορεί να δυναμώσει και να εδραιώσει αυτήν την τάση. Καθόλου τυχαία, η επιστροφή (έστω δημοσκοπικά) της πορτογαλικής Αριστεράς στα παραδοσιακά υψηλά της ποσοστά που είχαν δεχτεί χτύπημα στις περασμένες εκλογές, συνέβη τη στιγμή που «ζεστάθηκε» το κίνημα και έσπασε το κλίμα «μονοδρόμου» που είχε κυριαρχήσει στις εκλογές. Ακόμα λιγότερο τυχαία, το 27% του ΣΥΡΙΖΑ επιτεύχθηκε στη χώρα – «δυνατό κρίκο» του ευρωπαϊκού κινήματος αντίστασης.

Προσανατολισμός

Η τύχη της ευρωπαϊκής Αριστεράς είναι δεμένη με αυτήν του κινήματος αντίστασης και σε αυτό πρέπει να προσηλωθεί. Η στροφή προς τα αριστερά παραμένει μετέωρη και δεν πρόκειται να γίνει αυτόματα και ομαλά. Δεν είναι μόνο οι δυνατότητες μεγάλες, είναι και οι απαιτήσεις.

Έτσι, ζητήματα προσανατολισμού που πάντοτε αντιμετώπιζαν οι ενωτικοί σχηματισμοί της ριζοσπαστικής Αριστεράς στην Ευρώπη οξύνονται πολύ περισσότερο.

Δύο λογικές έχουν εμφανιστεί: Η μία περιγράφηκε από τον ηγέτη του Σοσιαλιστικού Κόμματος της Ολλανδίας που ισχυρίστηκε πως «πρέπει να πείσουμε ότι μπορούμε να κυβερνήσουμε». Στην πραγματικότητα αυτή η προσπάθεια «ρεαλιστικής και υπεύθυνης» προσαρμογής στην τελική ευθεία των ολλανδικών εκλογών ήταν που εξανέμισε το δημοσκοπικό προβάδισμα των Σοσιαλιστών.

Η δεύτερη σηματοδοτείται από την πρωτοβουλία της γαλλικής Αριστεράς να πάρει πάνω της την οργάνωση και τη στήριξη της μεγάλης διαδήλωσης ενάντια στην ευρω-λιτότητα. Σε μια περίοδο σχετικής νηνεμίας σε επίπεδο κεντρικών κινητοποιήσεων, ανέλαβε η Αριστερά να «σηκώσει το γάντι» απέναντι στον Ολάντ και να δώσει ώθηση στο κίνημα.
Από αυτές τις τακτικές («υπευθυνότητα» ή δύναμη αντίστασης και ανατροπής) θα προκύψουν οι απαντήσεις σε όλα τα μεγάλα ζητήματα.

Η ανάγκη συντονισμού και πανευρωπαϊκής απάντησης είναι κατανοητή από όλους. Όμως ο αναγκαίος συντονισμός δεν θα προκύψει «από τα πάνω», αναζητώντας συμμαχίες είτε στις υπαρκτές κυβερνήσεις (από τον Ολάντ μέχρι το Ραχόι και τον Μόντι!) είτε σε ευρωγραφειοκράτες τύπου Ντράγκι. Η προσήλωση σε αυτήν την τακτική, περιορίζει την αναγκαία συνεργασία της Αριστεράς σε διάφορες κοινές προγραμματικές επεξεργασίες του Κόμματος Ευρωπαϊκής Αριστεράς. Συνήθως αυτές καταλήγουν σε «επεξεργασμένες», «κοστολογημένες», «ρεαλιστικές» προτάσεις που έχουν στο επίκεντρο το συσχετισμό στο ευρωκοινοβούλιο και τείνουν να απευθύνονται στην ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία.

Η Ευρώπη των «από κάτω»

Η διεθνής συμμαχία που πρέπει να χτίσει η Αριστερά βρίσκεται στον αντίποδα της υπαρκτής ευρωπαϊκής συμμαχίας της ΕΕ. Είναι η Ευρώπη των «από κάτω» που γεμίζει οργή ενάντια στις Βρυξέλλες. Αυτή τη συμμαχία έχουμε να οικοδομήσουμε: μεταξύ των διαδηλωτών της Ιβηρικής με τους Ιταλούς απεργούς, ανάμεσα στο ελληνικό εργατικό κίνημα και τις δράσεις της γαλλικής Αριστεράς κ.ο.κ. Οι δυνάμεις της Αριστεράς μπορούν να πρωτοστατήσουν στον «από τα κάτω» ευρωπαϊκό συντονισμό: με κοινές διαδηλώσεις και με οργάνωση της διεθνούς αλληλεγγύης και υποστήριξης σε σημαντικούς εργατικούς αγώνες, που θα φέρουν πιο κοντά το μεγάλο στόχο μιας πανευρωπαϊκής γενικής απεργίας.

Αυτό το κριτήριο καθορίζει και τα προγράμματα της Αριστεράς, τα οποία οφείλουν να έχουν μοναδικό «συνομιλητή» τον κόσμο της εργασίας. Η ανατροπή της λιτότητας, η στάση πληρωμών και ο πόλεμος ενάντια στους «δανειστές» στηρίζουν και το «ευρωπαϊκό πρόγραμμα»: τη διεθνή διεκδίκηση διαγραφής των χρεών που θα απαλλάξει από το βραχνά τους εργαζόμενους και στο «Βορρά» και στο «Νότο», το «καμιά θυσία για το ευρώ» που ενώνει όλα τα εργατικά κινήματα απέναντι στους εκβιαστές των Βρυξελλών.

Μέσα από έναν τέτοιο προσανατολισμό, η ευρωπαϊκή Αριστερά μπορεί να πρωταγωνιστήσει, να παίξει τον ιστορικό ρόλο που της αναλογεί στις σημερινές συνθήκες βαθιάς κρίσης του καπιταλισμού. Η προσήλωση στην ανάπτυξη ενός πανευρωπαϊκού κινήματος αντίστασης, η μετωπική σύγκρουση με τις ευρωηγεσίες και την κυρίαρχη πολιτική, μπορούν να δημιουργήσουν τους όρους για τη μοναδική πραγματικά ρεαλιστική στρατηγική απάντηση στη βυθισμένη στην κρίση και τα αδιέξοδα υπαρκτή καπιταλιστική Ευρωπαϊκή Ένωση, δηλ. για την κόκκινη Ευρώπη των εργατών.