(Περίληψη, με ευθύνη της «ΕΑ», ενός μεγαλύτερου άρθρου του Π. Παπακωνσταντίνου που θα βρείτε πλήρες στο Rproject.gr)

Σύμφωνα με έναν διαδεδομένο, κυνικό αφορισμό, υπάρχει μόνο ένα πράγμα που είναι χειρότερο από το να μη γίνουν ποτέ τα όνειρά μας πραγματικότητα: η περίπτωση να... γίνουν! Εύχομαι να τους διαψεύσουμε –όπως κι αν αντιλαμβάνεται κανείς το «εμείς».
Οι τελευταίες μέρες του 2014 και οι πρώτες του 2015 είδαν την Ελλάδα να φιγουράρει ως πρώτο θέμα στις περισσότερες ισχυρής επιρροής εφημερίδες της Ευρώπης και της Αμερικής. Σε μια μικρή χώρα με τεράστια συμβολική σημασία για τον πολιτισμό της Δύσης, μια χώρα που επελέγη ως το πειραματόζωο της διεθνούς χρηματιστικής ολιγαρχίας μετά την κρίση του 2008, εμφανίζεται ισχυρό το ενδεχόμενο ανάδειξης κυβέρνησης από δυνάμεις που κινούνται αριστερά της σοσιαλδημοκρατίας, για πρώτη φορά μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τις αμέσως επόμενες εβδομάδες, η Ελλάδα θα συμπυκνώσει τις ελπίδες πάρα πολλών και τους εφιάλτες άλλων, ενσαρκώνοντας τη δυσοίωνη προειδοποίηση των «FinancialTimes»: οι λαοί, που δεν αντέχουν πια και δεν υπακούουν άλλο στις φωνές της «λογικής», δηλαδή του φόβου και της εθελοδουλίας, είναι ο αδύναμος κρίκος της ΕΕ και ολόκληρου του ιμπεριαλιστικού πλέγματος. (...)
Πόλωση
Οι κρίσιμες εκλογές-εξπρές που έχουμε μπροστά μας σφραγίζονται ήδη από μια οξεία πολιτική πόλωση με έντονα κοινωνικά χαρακτηριστικά. Η αστική τάξη, η μερίδα της μικροαστικής τάξης που δεν υπέστη μεγάλες συνέπειες από την κρίση και τα εκφυλισμένα-λούμπεν στοιχεία της ξενοφοβίας και του παραδοσιακού αντικομουνισμού πολώνονται έντονα προς τη Νέα Δημοκρατία, ενώ οι κεντροαριστερές εφεδρείες κατακερματίζονται και συρρικνώνονται –αν και μπορεί να παίξουν σοβαρό ρόλο σε σενάρια εκβιασμού και εξημέρωσης της Αριστεράς. Από την άλλη, τα εργατικά και ευρύτερα λαϊκά στρώματα πολώνονται έντονα προς τα αριστερά και κυρίως προς τον ΣΥΡΙΖΑ, συχνά χωρίς μεγάλες προσδοκίες, με δικαιολογημένες αμφιβολίες και έντονες ταλαντεύσεις.
Η αναμέτρηση θα είναι πολύ σκληρή και, παρά το μέχρι στιγμής δημοσκοπικό προβάδισμα του ΣΥΡΙΖΑ, η έκβασή της δεν θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Δεν αποκλείεται να δούμε, ακόμη και πριν από τις εκλογές, ακραία φαινόμενα, όπως είναι ο τραπεζικός πανικός (bankrun) ή πάλι η επιστράτευση κάποιας μορφής «στρατηγικής της έντασης», όσο κι αν παρόμοια μέσα είναι δίκοπο μαχαίρι για όποιον τα μετέρχεται. Υπάρχουν ρεαλιστικές δυνατότητες να πετύχει η Αριστερά μια μεγάλη εκλογική νίκη, ίσως πολύ μεγαλύτερη απ’ ό,τι φαντάζονται οι περισσότεροι. Δεν θα πετύχει κάτι τέτοιο όμως ο ΣΥΡΙΖΑ αν παγιδευτεί στη λογική της «μετατόπισης προς το Κέντρο», προς άγραν «μετριοπαθών» ψηφοφόρων. Αν μη τι άλλο, η διάλυση του «Κέντρου» θα έπρεπε να έχει κάνει την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ περισσότερο επιφυλακτική απέναντι σε συμβουλάτορες-πολιτικά ναυάγια, που αναζητούν ναυαγοσώστες και φαντάζονται ότι μπορούν να τους υπαγορεύσουν και τους όρους τους! Αντίθετα, η Αριστερά μπορεί να δημιουργήσει ένα μεγάλο ρεύμα λαϊκής υποστήριξης μόνο με μια αποφασιστική, επιθετική γραμμή απέναντι στους αποδυναμωμένους και ανυπόληπτους πολιτικούς της αντιπάλους, εμπνέοντας εμπιστοσύνη στα ταλαντευόμενα στρώματα, που πείθονται λιγότερο από χειρονομίες μετριοπάθειας και περισσότερο από την αίσθηση της δύναμης. 
Ανεξάρτητα από τις υπαρκτές, στρατηγικού χαρακτήρα διαφορές τους, όλες οι αριστερές δυνάμεις (ΣΥΡΙΖΑ, ΚΚΕ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ κ.ά.) οφείλουν να δώσουν την εκλογική και κυρίως τις μετεκλογικές μάχες σε πνεύμα αλληλοσεβασμού και αλληλεγγύης απέναντι στους κοινούς εχθρούς –το αστικό, μνημονιακό μπλοκ και την τροϊκανή κηδεμονία. Ενδεχόμενη επικράτηση του αστικού μπλοκ σ’ αυτές τις εκλογές δεν θα «απελευθερώσει» τις λαϊκές μάζες από τις «κοινοβουλευτικές αυταπάτες» για να τις ρίξει με ανανεωμένη ορμή στα πεδία των εξωκοινοβουλευτικών αγώνων, όπως ορισμένοι φαντασιώνονται. Θα θωρακίσει πολιτικά τις αντιδραστικότατες αλλαγές που έχουν επέλθει, σε βάρος της μισθωτής εργασίας, στο οικονομικό και πολιτικό πεδίο, ανοίγοντας το δρόμο για άλλες, ακόμη πιο επώδυνες. Θα προκαλέσει μεγάλο πλήγμα στο ηθικό του λαού και στο αξιόμαχο της Αριστεράς όλων των κομμάτων, ρευμάτων και τάσεων –εν ολίγοις, μια ήττα από την οποία θα κάνουμε καιρό να συνέλθουμε. Όλοι. 
Ρήξη
Η πρόκληση της αριστερής κυβέρνησης (καλύτερα, κυβέρνησης λαϊκής συμμαχίας με κορμό την Αριστερά) έχει τεθεί στην ημερήσια διάταξη στην Ελλάδα από την ίδια την πραγματικότητα της ταξικής πάλης –όπως μπήκε, νωρίτερα, στην ημερήσια διάταξη των κινημάτων της Λατινικής Αμερικής. Δεν ξεμπερδεύεις με τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι κοινωνίες του υπερώριμου καπιταλισμού και του εδραιωμένου κοινοβουλευτισμού στον 21ο αιώνα με τη μηχανιστική αντιγραφή της ιστορικής πείρας επαναστατικών κινημάτων του 19ου ή των αρχών του 20ού αιώνα και το μηρυκασμό τσιτάτων από τη θεωρητική σκέψη που βασίστηκε σ’ αυτά τα κινήματα. Ο νέος καπιταλισμός και η νέα εργατική τάξη που αναπτύσσεται μαζί του επιβάλλουν μια κομουνιστική στρατηγική μακράς διαρκείας, στην οποία η κοινοβουλευτική νίκη μπορεί να αποτελέσει έναν πρώτο, αλλά κρίσιμο γύρο. Μια αριστερή κυβέρνηση χωρίς πραγματικά επαναστατική κατάσταση θα πρέπει –αν δεν προδώσει τον εαυτό της και τον κόσμο που την ανέδειξε– να δρα ως διαρκής αντιπολίτευση στο αστικό σύστημα εξουσίας, που θα έχει χάσει έναν κρίσιμο μοχλό αλλά όχι το «βαθύ κράτος». Θα πρέπει να μάθει «να κυβερνά υπακούοντας» στον οργανωμένο λαό, βοηθώντας ταυτόχρονα στην ισχυροποίησή του. (...)
Οι προγραμματικές δεσμεύσεις και οι εκλογικές συμμαχίες του ΣΥΡΙΖΑ προδιαθέτουν όχι για μια πολιτική «τύπου Τσάβες», ανοιχτή σε αντικαπιταλιστικές ρήξεις, αλλά, τηρουμένων των αναλογιών, σε μια πορεία «τύπου Λούλα», με περιορισμένη αναδιανομή πλούτου, υπέρ των πιο χτυπημένων από την κρίση κοινωνικών στρωμάτων. Ωστόσο, η υλοποίηση ακόμη και του μινιμαρισμένου προγράμματος που εξήγγειλε ο Αλέξης Τσίπρας στη ΔΕΘ και στο Διαρκές Συνέδριο του κόμματός του δεν χωράει στα ασφυκτικά πλαίσια της γερμανικής Ευρώπης και θα οδηγήσει τον ΣΥΡΙΖΑ, ανεξάρτητα ή και παρά τη βούληση της ηγεσίας του, σε ρήξη με τις Βρυξέλλες, το Βερολίνο και το διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο. 
Ο πρώτος γύρος
Το πιθανότερο είναι ότι ο πρώτος γύρος της σύγκρουσης θα κριθεί πολύ γρήγορα –είτε με μια ταπεινωτική συνθηκολόγηση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και συμμάχων, που θα προεξοφλεί τη γρήγορη αποδόμησή της, είτε με το πέρασμα σε μια νέα, αβέβαιη, πάντως ελπιδοφόρα περίοδο κλιμακούμενων ρήξεων και ανατροπών, στην Ελλάδα και την Ευρώπη. Η εκτίμηση αυτή δεν βασίζεται στα γελοία, τρομοκρατικά επιχειρήματα των συστημικών δυνάμεων περί των ομολόγων που λήγουν τέλη Μαρτίου και υποτίθεται ότι θα βάλουν το πιστόλι στον κρόταφο του Αλέξη Τσίπρα. Εκπρόσωποι μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων αναγνωρίζουν, σε κατ’ ιδίαν συνομιλίες, ότι είναι αδύνατο να εκβιασθεί μια κυβέρνηση με νωπή λαϊκή εντολή βάσει του χρονοδιαγράμματος της προηγούμενης κυβέρνησης, που μόλις θα έχει μαυριστεί στις κάλπες. (...)
Είναι πολύ πιθανό ότι (ακόμη κι αν μας εκπλήξει θετικά –και ιδίως αν το κάνει!– η «υπαρκτή Αριστερά» του σήμερα, επιστρατεύοντας όλα τα αποθέματα αποφασιστικότητας και ευελιξίας) η στιγμή της ρήξης με το ευρωσύστημα θα έρθει προτού ακόμη να έχουν δημιουργηθεί ισχυρά στηρίγματα σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Ενόψει αυτού του ενδεχομένου, επείγει η πολιτική και ψυχολογική προετοιμασία της λαϊκής πλειοψηφίας, η οποία πρέπει να κληθεί να αναλάβει η ίδια την ιστορική ευθύνη για την περαιτέρω πορεία της χώρας –με δημοψήφισμα και στους δρόμους. Σ’ αυτό τον κρίσιμο κάβο, μια μαχόμενη Αριστερά θα έχει μαζί της -εκτός από το πρόταγμα της κοινωνικής δικαιοσύνης- το πατριωτικό και δημοκρατικό αίσθημα του λαού, απέναντι στην πέμπτη φάλαγγα των βιαστών της λαϊκής κυριαρχίας. Κι όπως έλεγε ο υπεράνω πάσης υποψίας για αριστερισμό Τζον Κένεντι: «Όποιοι κάνουν τη μεταρρύθμιση αδύνατη, καθιστούν την επανάσταση αναπόδραστη»!