ΗΠΑ: Δεξιά κριτική στον δεξιότερο πρόεδρο

Στην ελληνική πολιτική κουλτούρα είναι πατενταρισμένο πλέον ότι για την εκάστοτε αντιπολίτευση, όποια διεθνής συνάντηση (πολύ περισσότερο συμφωνία) κάνει η εκάστοτε κυβέρνηση είναι σχεδόν συνώνυμη με εθνική προδοσία, π.χ. τώρα η συμφωνία των Πρεσπών στην Ελλάδα. 
Φαίνεται όμως πως η τερατωδώς ανόητη αυτή πρόσληψη της ιστορίας και της πολιτικής, που αποδίδει παροιμιώδη ανικανότητα στην εκάστοτε ηγεσία της αστικής τάξης να εκπροσωπήσει τα συμφέροντα αυτής της τάξης, δεν είναι τελικά ελληνικό… προνόμιο: Αυτές τις ημέρες και ο Ντόναλντ Τραμπ αντιμετωπίζει την κατηγορία του εθνικού μειοδότη από σύσσωμο το Δημοκρατικό Κόμμα, τη CIA, μεγάλο μέρος των Ρεπουμπλικάνων, πρώην υπουργούς, πρώην και νυν πράκτορες, από το βαθύ κράτος, αλλά και από τα περισσότερα μεγάλα ΜΜΕ: την «Washington Post», τους «New York Times», τη «Wall Street Journal», το CNN, το MSNBC, ακόμη και το μέχρι τώρα φιλικό προς τον Αμερικανό πρόεδρο Fox. 
«Προδότης»
Αφορμή είναι η συνάντηση και η συζήτηση με τον Βλαντιμίρ Πούτιν στο Ελσίνκι και το γεγονός ότι ο Τραμπ άφησε να εννοηθεί ότι δεν έχει κανέναν λόγο να πιστεύει τις αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών και ότι εμπιστεύεται τον Ρώσο πρόεδρο, όταν του δηλώνει ότι η χώρα του δεν αναμίχθηκε στην προεκλογική διαδικασία το 2016.
Η ετυμηγορία στις ΗΠΑ ήταν σχεδόν ομόφωνη: Ο Τραμπ γελοιοποιήθηκε στο Ελσίνκι. Έφερε σε αμηχανία τον εαυτό του και το έθνος. Προσέβαλε τις υπηρεσίες πληροφοριών. Μείωσε τον εαυτό του την ίδια στιγμή που εξύψωνε τον Πούτιν. Ντροπή, προδοσία και άλλα τινά.
O πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων, Πολ Ράιαν, δήλωσε ότι δεν υπάρχει «καμία αμφιβολία» ότι η Μόσχα παρενέβη στις αμερικανικές εκλογές του 2016 και ότι ο Τραμπ «πρέπει να συνειδητοποιήσει ότι η Ρωσία δεν είναι σύμμαχός μας». «Δεν υπάρχει καμία ηθική ισοδυναμία μεταξύ των ΗΠΑ και της Ρωσίας, που παραμένει εχθρική ενάντια στις βασικότερες αξίες και ιδανικά μας. Οι ΗΠΑ πρέπει να επικεντρωθούν να κάνουν τη Ρωσία να λογοδοτήσει και να θέσουν ένα τέλος στις άθλιες επιθέσεις της ενάντια στη δημοκρατία», υπογράμμισε ο Ράιαν με ανακοίνωσή του.
Ο γερουσιαστής των Ρεπουμπλικάνων Μπομπ Κόρκερ, επικεφαλής της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων, είπε πως «τα σχόλια του προέδρου μας κάνουν να φαινόμαστε περισσότερο ως ένα έθνος παιχνιδάκι και είμαι πολύ απογοητευμένος από αυτό». Πρόσθεσε ότι ο Βλαντιμίρ Πούτιν είναι ο νικητής από αυτή τη συνάντηση με τον Αμερικανό πρόεδρο. 
Ο επίσης Ρεπουμπλικάνος γερουσιαστής Τζον Μακέιν χαρακτήρισε τη συνάντηση Τραμπ-Πούτιν «ένα τραγικό σφάλμα» και ένα νέο ιστορικό χαμηλό για τις ΗΠΑ, κατηγορώντας τον Αμερικανό ηγέτη ότι απέτυχε να υπερασπιστεί τη χώρα του.
 «Απερίσκεπτο, επικίνδυνο και άτολμο» χαρακτήρισε τον Τραμπ ο επικεφαλής των Δημοκρατικών στη Γερουσία, Τσακ Σούμερ. «Ο Λευκός Οίκος βρίσκεται πλέον αντιμέτωπος με ένα απλό δυσάρεστο ερώτημα: τι μπορεί να ωθήσει τον Ντόναλντ Τραμπ να θέσει τα συμφέροντα της Ρωσίας πάνω από εκείνα των ΗΠΑ», έγραψε στο twitter. «Εκατομμύρια Αμερικάνοι θα συνεχίσουν να αναρωτιούνται αν η μόνη πιθανή εξήγηση για αυτή την επικίνδυνη στάση είναι η πιθανότητα ο πρόεδρος Πούτιν να διαθέτει επιζήμιες πληροφορίες για τον πρόεδρο Τραμπ», πρόσθεσε.
Ο πρώην διευθυντής της CIA επί Μπαράκ Ομπάμα, Τζον Μπρέναν, έκανε ένα βήμα παραπέρα, αφήνοντας να εννοηθεί ότι ο Τραμπ θα πρέπει να καθαιρεθεί από το αξίωμά του, γιατί διέπραξε «προδοσία». «Η απόδοση του Ντόναλντ Τραμπ στη συνέντευξη Τύπου στο Ελσίνκι φτάνει και ξεπερνάει το κατώφλι της παράβασης καθήκοντος. Αγγίζει την προδοσία. Όχι μόνο ήταν ηλίθια τα σχόλιά του, αλλά τον έχει στο τσεπάκι του ο Πούτιν. Ρεπουμπλικανοί Πατριώτες: Πού είστε;» έγραψε ο Μπρέναν στο Twitter.
Ενώ ο Τραμπ έχει επιβάλει πολύ σκληρά χτυπήματα ενάντια στη δημοκρατία, τους εργαζόμενους, τις γυναίκες και κυρίως ενάντια στις μειονότητες εντός των ΗΠΑ, η «αντιπολίτευση» θέλει να τον ανατρέψει κάνοντάς του κριτική από… δεξιότερες θέσεις. Το Δημοκρατικό Κόμμα εξελίσσεται μέσα σε αυτή τη διαδικασία σε ένα ρωσοφοβικό ψυχροπολεμικό κόμμα, που κατηγορεί τον Τραμπ για οποιοδήποτε εκατοστό απομάκρυνσης από τη γραμμή των Μπους και Ομπάμα. Και μόνον η ιδέα ότι οι ΗΠΑ μπορεί να αποχωρήσουν από τη Συρία, παρουσιάζεται από τους Δημοκρατικούς ως συνθηκολόγηση με τους «διαβόλους» Πούτιν και Άσαντ. Αυτό συμβαίνει βέβαια επειδή οι Δημοκρατικοί έχουν εγκαταλείψει οποιαδήποτε φιλολαϊκή πολιτική από τη σκοπιά της οποίας θα μπορούσαν να κάνουν κριτική στον Τραμπ.
Στρατηγική
Στην πραγματικότητα ο Τραμπ δεν διέπραξε ασφαλώς καμία προδοσία. Εκπροσωπεί μια ολόκληρη στρατηγική πρόταση για τον αμερικάνικο καπιταλισμό. Από μια άποψη δεν διαφέρει σε τίποτα από κάθε άλλη καπιταλιστική κυβέρνηση: δεν θέλει να αυξήσει τους φόρους που πληρώνουν οι μεγάλες επιχειρήσεις. Αντίθετα θέλει, αν γίνεται, να τους μειώσει κι έτσι αυτές να αυξήσουν τα κέρδη τους και ταυτόχρονα να γίνουν πιο ανταγωνιστικές στο διεθνές περιβάλλον, δηλ. να κατακτήσουν περισσότερες αγορές εκτοπίζοντας ανταγωνιστές. 
Είναι μέσα από αυτό το πλαίσιο που ο Αμερικανός πρόεδρος βλέπει και το ΝΑΤΟ: πέρα από τη στρατηγική σημασία της Συμμαχίας, βλέπει και το οικονομικό της κόστος. Οι ΗΠΑ ξοδεύουν πάνω από 610 δισ. δολάρια σε στρατιωτικές δαπάνες ετησίως, δηλ. περισσότερο από όσο ξοδεύουν αθροιστικά οι επόμενες επτά χώρες στον κατάλογο των κρατών με τις μεγαλύτερες στρατιωτικές δαπάνες. Πολλές από αυτές τις δαπάνες κατευθύνονται σε δαπάνες συντήρησης (και επέκτασης) του ΝΑΤΟϊκού μηχανισμού. Έτσι στη Σύνοδο της Συμμαχίας στα μέσα του Ιούλη απαίτησε από τους άλλους ηγέτες να αυξήσουν τις στρατιωτικές τους δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ (μόνο η Ελλάδα –παρά την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ– και δύο τρεις άλλες χώρες πληρούν την πρόβλεψη του ΝΑΤΟ για στρατιωτικές δαπάνες στο 2% του ΑΕΠ).
Η εκβιαστική αυτή πίεση του Τραμπ είχε ταυτόχρονα δύο στόχους: από τη μια να μειώσει τις δαπάνες του αμερικανικού κράτους (και άρα την ανάγκη να φορολογήσει περαιτέρω τις αμερικανικές επιχειρήσεις) και από την άλλη να μην αφήσει χωρίς ζήτηση την τεράστια αμερικανική πολεμική βιομηχανία, υποκαθιστώντας στο πελατολόγιό της το αμερικανικό Δημόσιο με το ευρωπαϊκό Δημόσιο. Ήδη από τον Απρίλιο 2018 ο Τραμπ είχε δώσει εντολή στις αρμόδιες κρατικές αρχές των ΗΠΑ να προωθήσουν και να επεκτείνουν τις πωλήσεις όπλων στο εξωτερικό. Έτσι κι αλλιώς αυτή η πολιτική έχει αρχίσει να αποδίδει. Το Πεντάγωνο υπολογίζει ότι το 2017 οι πωλήσεις των αμερικανικών πολεμικών βιομηχανιών προς το εξωτερικό αυξήθηκαν κατά 8,3 δισ. δολάρια (σε σχέση με το 2016). Συνολικά το 2017 οι πολεμικές βιομηχανίες των ΗΠΑ πούλησαν σε ξένους στρατούς στρατιωτικό υλικό προηγμένης τεχνολογίας αξίας περίπου 42 δισ. δολαρίων. 
Ο Τραμπ κομπάζει τώρα ότι το ΝΑΤΟ είναι ισχυρότερο από ποτέ εξαιτίας της ικανότητάς του να αποσπάσει δέσμευση για επιπλέον 38 δισ. δολάρια στρατιωτικές δαπάνες από τους συμμάχους των ΗΠΑ, παρότι οι τελευταίοι μπορεί να τον απεχθάνονται ως πρόεδρο. Μετά τη Σύνοδο στις Βρυξέλλες ο Τραμπ παραχώρησε συνέντευξη Τύπου, όπου ισχυρίστηκε ότι οι Ευρωπαίοι ηγέτες υπέκυψαν στις απαιτήσεις του (οι Γάλλοι και οι Γερμανοί το διέψευσαν ωστόσο). Τόνισε ότι αυτοί συμφώνησαν να αυξήσουν στο 2% τις στρατιωτικές δαπάνες συντομότερα από ό,τι σχεδιαζόταν στο παρελθόν και ότι η αύξηση θα είναι μεγαλύτερη στο μέλλον. 
Όμως η κατανομή των δαπανών μεταξύ των Συμμάχων στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ είναι απλώς ένα κομμάτι μιας γενικότερης στρατηγικής του Τραμπ.
Εμπορικός πόλεμος
Στις αρχές Ιουνίου οι ΗΠΑ (δηλ. η κυβέρνηση Τραμπ) επέβαλαν δασμούς στις εισαγωγές αλουμινίου και χάλυβα από τον Καναδά, το Μεξικό και την Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ ένα μήνα μετά ανακοίνωσαν ότι εξετάζουν το ενδεχόμενο να επιβάλουν δασμούς 20% στα αυτοκίνητα που εισάγονται από ΕΕ, Ιαπωνία και Μεξικό (τη μεγαλύτερη ζημιά από μια τέτοια εξέλιξη θα την υποστούν οι γερμανικές αυτοκινητοβιομηχανίες που εξάγουν ετησίως στις ΗΠΑ 640.000 οχήματα). Ο Τραμπ δήλωσε απροκάλυπτα ότι ειδικά οι δασμοί στα αυτοκίνητα είναι το μεγαλύτερο όπλο στον εμπορικό πόλεμο. Ξεκίνησε έτσι ουσιαστικά έναν νέο γύρο εμπορικών πολέμων, όπου κάποιοι εθνικοί καπιταλισμοί θα προσπαθούν να ανταγωνιστούν τους αντιπάλους τους με την παλιά μέθοδο του προστατευτισμού. Είναι σε αυτό το πλαίσιο που ο Αμερικανός πρόεδρος επιτέθηκε κατά των Ευρωπαίων ηγετών, ζητώντας από τις χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ τον διπλασιασμό των αμυντικών δαπανών τους. Μάλιστα, κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του στην Ευρώπη –και απαντώντας σε ερώτηση του CBS– έφτασε στο σημείο να πει ότι θεωρεί ως τον μεγαλύτερο εχθρό την… ΕΕ. «Τώρα, δεν το νομίζετε για την ΕΕ, αλλά είναι εχθρός μας. Η Ρωσία είναι εχθρός σε συγκεκριμένες διαστάσεις. Η Κίνα είναι ένας οικονομικός εχθρός, είναι σίγουρα ένας εχθρός», ήταν η ακριβής δήλωση του Τραμπ, που περιέγραφε την ιεράρχηση στην οποία έχει προβεί το επιτελείο του (και πώς αλλιώς θα μπορούσε να γίνει, αφού η Ρωσία είναι μια οικονομία μικρότερη από αυτή της Καλιφόρνιας).
Απαντώντας στις κινήσεις του Τραμπ, οι κυβερνήσεις του Καναδά και του Μεξικού ανακοίνωσαν ότι θα επιβάλουν δασμολογικά αντίποινα σε αμερικανικά προϊόντα, ενώ οι Ευρωπαίοι διά στόματος διαφόρων επιτρόπων, αλλά και του Γιούνκερ και του Μακρόν, δήλωναν εξοργισμένοι και έτοιμοι να προσφύγουν στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου. Οργισμένες δηλώσεις υπήρξαν και από Βερολίνο, αλλά και από το Λονδίνο.
Τελικά η ΕΕ προχώρησε σε άλλου τύπου απάντηση: Πολλά ΜΜΕ θεώρησαν ιστορική τη συμφωνία που συνήψε στα τέλη Ιούλη η ΕΕ με την Ιαπωνία, στην οποία προβλέπεται η σχεδόν πλήρης κατάργηση των δασμών στις μεταξύ τους συναλλαγές (η ΕΕ καταργεί το 99% των δασμών της στις εισαγωγές ιαπωνικών προϊόντων και η Ιαπωνία το 94% των δασμών στις εισαγωγές ευρωπαϊκών προϊόντων). Η συμφωνία, κατά τους αναλυτές, θα αποτελέσει οικονομικά τη μεγαλύτερη περιοχή ελεύθερου εμπορίου στον κόσμο. Το αλουμίνιο και ο χάλυβας (βασικές πρώτες ύλες) θα διακινούνται ελεύθερα. «Στέλνουμε ένα καθαρό μήνυμα ότι είμαστε εναντίον του προστατευτισμού», δήλωσε ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ντ. Τουσκ κατά τη διάρκεια της τελετής υπογραφής στο Τόκιο, ενώ αντίστοιχες δηλώσεις έκανε και ο Ιάπωνας πρωθυπουργός Σίνζο Άμπε –και οι δύο ουσιαστικά απευθυνόμενοι στον Τραμπ. Πολλοί αναλυτές προβλέπουν κι άλλες γενναίες ανατροπές όσον αφορά την εξωτερική πολιτική και τις οικονομικές σχέσεις της Ιαπωνίας, τόσο σε σχέση με τη Ρωσία, όσο και σε σχέση με τον μεγάλο αντίπαλο, την Κίνα.
Την ίδια στιγμή η ΕΕ έχει ετοιμάσει κατάλογο αμερικανικών προϊόντων στα οποία θα επιβάλει δασμούς, αν ο Τραμπ υλοποιήσει την απειλή του για τους δασμούς στα αυτοκίνητα.

 

Η ΕΠΕΚΤΑΣΗ ΤΟΥ ΝΑΤΟ
Το ΝΑΤΟ, το ιμπεριαλιστικό αυτό εργαλείο –που έξω από κάθε λογική έχει επιβιώσει μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου– δίνει τη δυνατότητα επεμβάσεων σε πολλά σημεία του πλανήτη και ταυτόχρονα νομιμοποιητικό πρόσχημα γι’ αυτές τις επεμβάσεις, χωρίς να χρειάζεται η έγκριση του ΟΗΕ κ.λπ.
Όπως κάνει εδώ και καιρό, στην πρόσφατη Σύνοδο Κορυφής της Συμμαχίας, ο γραμματέας της Γενς Στόλτενμπεργκ τόνισε ότι υποστηρίζει ένα τεράστιο και πανίσχυρο ΝΑΤΟ. Ο ίδιος, στη συνέντευξη Τύπου που ακολούθησε τη θυελλώδη έως χαοτική σύνοδο της Συμμαχίας στις Βρυξέλλες (10/7-11/7), ανακοίνωσε τα εξής ανατριχιαστικά: «Αποφασίσαμε να αυξήσουμε την ετοιμότητα των δυνάμεών μας. Επίσης να αυξήσουμε την ικανότητά μας να μετακινούμε τις δυνάμεις μας διαμέσου του Ατλαντικού και στο εσωτερικό της Ευρώπης. Επίσης να εκσυγχρονίσουμε τη διοικητική δομή μας» κ.λπ., ενώ έπλεξε το εγκώμιο του Ντόναλντ Τραμπ.
Παρά τις διαφωνίες τους σε όλα ανεξαιρέτως τα οικονομικά ζητήματα, στο στρατιωτικό σκέλος οι Ευρωπαίοι ακολουθούν και συνεργάζονται με τις ΗΠΑ. Θέλουν να επεκτείνουν και να ενισχύσουν το ΝΑΤΟ. Απέναντι σε ποιον αντίπαλο; Στην πραγματικότητα και παρά την προπαγάνδα, η κούρσα των εξοπλισμών είναι μονόπλευρη. Να τι αναφέρει το Διεθνές Ινστιτούτο Έρευνας για την Ειρήνη (εδρεύει στη Στοκχόλμη) στην ετήσια Παγκόσμια Έκθεσή του για το 2018: «Το 2017 οι ΗΠΑ ξόδεψαν περισσότερα για στρατιωτικές δαπάνες [$610 billion] από όσο ξόδεψαν μαζί τα επόμενα επτά κράτη στον κατάλογο με τις χώρες με τις υψηλότερες στρατιωτικές δαπάνες. [Από την άλλη] με 66,3 δισ. δολάρια οι ρωσικές δαπάνες του 2017 ήταν 20% χαμηλότερες από το 2016».
Σήμερα το ήδη μεγεθυμένο ΝΑΤΟ έχει προσεγγίσει τα ρωσικά σύνορα. Από τότε που ο Τζ. Μπους ο γηραιότερος είχε υποσχεθεί ως πρόεδρος των ΗΠΑ τη μη επέκταση του ΝΑΤΟ προς τα ανατολικά, 13 νέα κράτη-μέλη έχουν προστεθεί στον κατάλογό του, τα περισσότερα πρώην σοβιετικές δημοκρατίες ή κράτη της σφαίρας επιρροής της τότε ΕΣΣΔ: Αλβανία, Βουλγαρία, Κροατία, Τσεχία, Εσθονία, Ουγγαρία, Λετονία, Λιθουανία, Πολωνία, Σλοβακία, Σλοβενία, Ρουμανία και Μαυροβούνιο. 
Στο πλαίσιο αυτής της άρρητης, αλλά προφανούς επιθετικής πολιτικής για στρατιωτική περικύκλωση της Ρωσίας εντάσσεται και η όλη διαδικασία συμφωνίας της Ελλάδας με τη Δημοκρατία της Μακεδονίας, ώστε η τελευταία να μπορέσει να ενταχθεί και αυτή στο ΝΑΤΟ, οδηγώντας εξαναγκαστικά στην ίδια πολιτική επιλογή και την άρχουσα τάξη της Σερβίας. Και στο ίδιο πλαίσιο είναι και η ένταξη της Ελλάδας στη διπλωματική αντιπαράθεση των ΗΠΑ με τη Ρωσία (βλ. απέλαση Ρώσων διπλωματών, την ίδια στιγμή που συλλαμβανόταν Ρωσίδα πράκτορας στις ΗΠΑ).
Όμως, εκτός από την επέκταση του ΝΑΤΟ προς ανατολάς, οι ΗΠΑ και η Δύση έχουν παραβιάσει και τη συμφωνία για τους αντιβαλιστικούς πυραύλους που είχαν υπογράψει το 1972 ο τότε πρόεδρος Ρ. Νίξον και ο τότε ηγέτης της ΕΣΣΔ, Λ. Μπρέζνιεφ (την κατήργησε μονομερώς ο Τζ. Μπους ο νεότερος το 2001). Σήμερα τέτοιοι πύραυλοι έχουν τοποθετηθεί στην Πολωνία και την Τσεχία, ενώ η Ουκρανία δηλώνει διαθέσιμη να εγκαταστήσει κι αυτή στο έδαφός της (εντασσόμενη παράλληλα στο ΝΑΤΟ).
Αυτά όλα δεν είναι βέβαια φιλειρηνικές πολιτικές…

 

ΒΡΕΤΑΝΙΚΗ ΚΡΙΣΗ 
Όταν οι Sex Pistols έγραφαν το «Anarchy in the UK» δεν φανταζόντουσαν ότι θα έφτανε η στιγμή να επικρατήσει πράγματι αναρχία στο εσωτερικό της άρχουσας τάξης σχετικά με το στρατηγικό μέλλον του βρετανικού καπιταλισμού.
Οι απώλειες στο υπουργικό συμβούλιο της πρωθυπουργού Τερέζα Μέι είναι συνεχείς. Τελευταία περίπτωση ήταν ο υπουργός Αμυντικών Προμηθειών της Βρετανίας Γκούτο Μπεμπ, που παραιτήθηκε στις 17 Ιούλη, αφού ψήφισε κατά νομοσχεδίου της κυβέρνησης για τους τελωνειακούς δασμούς με την ΕΕ, μετά το Brexit. Στο πρώτο δεκαήμερο του Ιούλη, είχε παραιτηθεί ο Ντέιβιντ Ντέιβις, που ήταν ο υπουργός-αρμόδιος για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση, επειδή διαφώνησε με τη Βρετανίδα πρωθυπουργό επίσης για τη νέα τελωνειακή ρύθμιση. Λίγο μετά την παραίτηση του Ντέιβις, ήρθε και η παραίτηση του υφυπουργού-αρμόδιου για το Brexit, Στιβ Μπέικερ. Αμέσως μετά, την ίδια ημέρα, παραιτήθηκε και ο υπουργός Εξωτερικών Μπόρις Τζόνσον, προφανώς για την ίδια διαφωνία. Στα μέσα Ιουνίου είχε παραιτηθεί ο υπουργός Δικαιοσύνης Φίλιπ Λι, τον Απρίλιο είχε παραιτηθεί η υπουργός Εσωτερικών Άμπερ Ραντ, ενώ παλιότερα είχαν υπάρξει κι άλλες απώλειες.
Οι περισσότερες διαφωνίες έχουν προκύψει από το γεγονός ότι η Μέι φαίνεται διατεθειμένη να υλοποιήσει ένα «μαλακό» Brexit, μη επιβάλλοντας δασμούς στα προϊόντα της ΕΕ μετά την αποχώρηση της Βρετανίας από αυτήν. Οι αντίπαλοί της μέσα στο ίδιο το κόμμα της θέλουν σκληρό Brexit και προστατευτικούς δασμούς για τα βρετανικά προϊόντα. Με αυτό το στρατόπεδο της βρετανικής Δεξιάς φαίνεται ότι συντάχθηκε ο Ντ. Τραμπ, ο οποίος αρνήθηκε να δώσει την υποστήριξή του στη συμφωνία που διαπραγματεύεται η Μέι για την εμπορική και τελωνειακή σχέση με την ΕΕ. 
Οι εξελίξεις αυτές σημαίνουν από τη μια στρατηγικά αδιέξοδα για τη βρετανική άρχουσα τάξη και από την άλλη –ειδικά η ρήξη της Ουάσινγκτον με τον πιο παραδοσιακό σύμμαχο στην Ευρώπη– διευρυνόμενα χάσματα στη διεθνή καπιταλιστική σκακιέρα.