H  πολιτική συγκυρία στην Ελλάδα διαμορφώνεται γύρω από πέντε βασικά χαρακτηριστικά: α) μέσα στην περίοδο της μεταμνημονιακής «κανονικότητας» -που διατηρεί βέβαια το σύνολο των μνημονιακών μέτρων και της μνημονιακής επιτροπείας- το κεφάλαιο βγαίνει ενισχυμένο με αυξημένη κερδοφορία και με την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα ηττημένα, κατακερματισμένα, με αποδιαρθρωμένες συνδικαλιστικές και πολιτικές εκπροσωπήσεις

Η ύφεση των αγώνων σχετίζεται βέβαια και με το γεγονός ότι τα νεοφιλελεύθερα μέτρα λαμβάνονται από μια κυβέρνηση που επικαλείται το όνομα της αριστεράς. Παρά ταύτα οι αντιφάσεις της μνημονιακής πολιτικής και της οικονομικής κρίσης παραμένουν ενεργές με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την κατάσταση του τραπεζικού συστήματος, τη διατήρηση του χρέους σε δυσθεώρητα ύψη και τα θηριώδη πλεονάσματα που απαιτούνται για την εξυπηρέτησή του, β) η στροφή της πολιτικής ατζέντας προς τα «εθνικά» ζητήματα –στροφή που αποτέλεσε συνειδητή επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ- βγάζει ιδεολογικά ενισχυμένες τις εθνικιστικές αντιλήψεις και την ακροδεξιά, καθώς η ριζοσπαστική αριστερά δεν κατόρθωσε να αναδείξει το ιμπεριαλιστικό υπόβαθρο αυτών των επιλογών και να συγκροτήσει ένα φιλειρηνικό αντιιμπεριαλιστικό μέτωπο. Σε αυτή την κατεύθυνση επιδρά ιδεολογικά και η διαχείριση της νεοφιλελεύθερης πολιτικής από μια κυβέρνηση που επικαλείται το όνομα της αριστεράς, γ) ο μνημονιακός διπολισμός ενισχύεται με αποτέλεσμα τον κατακερματισμό και την αποδιάρθρωση μικρότερων πολιτικών φορέων που αποτελούσαν κόμματα στηρίγματα των εναλλακτικών μορφών ενδομνημονιακής διακυβέρνησης, δ) η ριζοσπαστική αριστερά παραμένει κατακερματισμένη έχοντας χάσει τη μεγάλη ευκαιρία του Σεπτέμβρη του 2015. Η ήττα των εργαζομένων και των λαϊκών στρωμάτων αντανακλάται και στην αδυναμία της να ανακτά κοινωνικές εκπροσωπήσεις, ε) η κατάσταση αυτή δεν σημαίνει βέβαια ότι μετά τις εκλογές τα κόμματα του μνημονιακού διπολισμού θα έχουν εύκολο δρόμο, καθώς αφενός μεν η απώλεια της εξουσίας για το ΣΥΡΙΖΑ θα συμπιέσει ιδιαιτέρως τη δυνατότητά του να αγκιστρωθεί στην πολιτική σκηνή, αφετέρου δε η ακόμα μεγαλύτερη επίθεση που θα δεχθούν οι εργαζόμενοι και τα λαϊκά στρώματα από την πολιτική της ΝΔ δεν θα μείνει χωρίς αντιστάσεις, που σε ένα βαθμό αδρανοποιούνται σήμερα και από την παρουσία του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση.
Όμως σε αυτό το κλίμα υπάρχει ο κίνδυνος οι επερχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις -με πρώτες τις ευρωεκλογές- να σηματοδοτήσουν μια φάση ακόμα μεγαλύτερης συμπίεσης της ριζοσπαστικής αριστεράς, με ορατή την προοπτική της ιταλοποίησης ή σε κάθε περίπτωση την επιστροφή στις συνθήκες της δεκαετίας του 90 χωρίς μάλιστα τα μεγαλειώδη κινήματα εκείνης της περιόδου.
Μπροστά λοιπόν σε αυτούς τους κινδύνους και ξεπερνώντας τις σεχταριστικές αγκυλώσεις κάθε είδους, που μόνο στην ήττα και την απογοήτευση οδηγούν, απαιτείται ακόμα και την τελευταία στιγμή να οικοδομηθούν ενωτικές ριζοσπαστικές παρεμβάσεις -χωρίς αποκλεισμούς- που να είναι παρούσες και στις πολιτικές και εκλογικές μάχες που έρχονται. Στις ευρωεκλογές απαιτείται μία ενωτική παρέμβαση της ριζοσπαστικής αριστεράς  για μια πολιτική ρήξης και ανατροπής απέναντι στην ευρωζώνη και την ΕΕ. Η εμπειρία του ελληνικού 2015 αποδεικνύει ότι είναι απολύτως αδιέξοδη η στρατηγική της μεταρρύθμισης  της ΕΕ. Η πάλη ενάντια στη λιτότητα, την υποβάθμιση της λαϊκής κυριαρχίας, τον ιμπεριαλισμό, το ρατσισμό, την απόδοση του περιβάλλοντος στη βορά της καπιταλιστικής κερδοφορίας  μπορούν πράγματι να προωθηθούν μόνο με την πολιτική της ρήξης, της ανατροπής και αποδέσμευσης από την ευρωζώνη και την ΕΕ. Η υιοθέτηση του ευρωμονόδρομου και από τη σοσιαλδημοκρατία και από δυνάμεις του Κόμματος Ευρωπαϊκής Αριστεράς  (ΣΥΡΙΖΑ, Die Linke, ΚΚΓαλλίας κλπ)   αφήνει ανοικτό το πεδίο να οδηγηθούν πλατιά λαϊκά στρώματα στο δήθεν αντισυστημικό πολιτικό λόγο της ακροδεξιάς.  
Σήμερα η ακροδεξιά σηκώνει κεφάλι και κατακτά κυβερνητικές θέσεις σε μια σειρά από χώρες (με χαρακτηριστικότερα παραδείγματα τις ΗΠΑ, τη Βραζιλία, την Ουγγαρία, την Ιταλία), επικαλούμενη μεν τον προστατευτισμό και την εθνική αναδίπλωση, χρησιμοποιώντας δε με ακόμα μεγαλύτερη επιθετικότητα τα ίδια νεοφιλελεύθερα όπλα ενάντια στους εργαζομένους και τα κατώτερα λαϊκά στρώματα, ενισχύοντας ακόμα περισσότερο την εξουσία του κεφαλαίου. Ο θανάσιμος αυτός εχθρός δεν μπορεί να αντιπαλευτεί  σε συνεργασία με όσους ακολουθούν νεοφιλελεύθερες και ευρώδουλες πολιτικές. Απαιτεί αντίθετα το συντονισμό, τη συνεργασία και τη συνένωση δυνάμεων μέσα στο ελληνικό κίνημα και την εδώ Ριζοσπαστική Αριστερά, όσο και την ενίσχυση αντίστοιχων συντονισμών διεθνώς, στη βάση της αντιπαράθεσης με την πολιτική της λιτότητας και των νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων, της αντιπαράθεσης με τον ιμπεριαλισμό, το ρατσισμό και τον εθνικισμό, στη βάση της εκτίμησης ότι αυτά τα καθήκοντα μπορούν πράγματι να προωθηθούν μόνο με την πολιτική της ρήξης, της ανατροπής και αποδέσμευσης από την ευρωζώνη και την ΕΕ.