1.Οι εκλογές της 20ής Σεπτέμβρη ήταν μια πρωτοβουλία του Αλ. Τσίπρα, με διπλό στόχο:

α) Αφενός, να επαναβεβαιώσει τον πολιτικό συσχετισμό δύναμης, να ανανεώσει τη βιωσιμότητα του κυβερνητικού στρατοπέδου, πριν οι εργαζόμενοι και οι λαϊκές δυνάμεις διαπιστώσουν μέσα από πικρές εμπειρίες το πραγματικό περιεχόμενο της συμφωνίας της 13ης Ιουλίου με τους δανειστές. Σε αυτήν την απόπειρα, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ είχε την πλήρη υποστήριξη των ευρωηγεσιών, όπως έδειξε η εμβληματική φράση της Μέρκελ ότι οι εκλογές «είναι μέρος της λύσης, όχι μέρος της κρίσης». Είχε, ακόμα, την υποστήριξη της μεγάλης πλειοψηφίας των ΜΜΕ, που βοήθησαν αποφασιστικά στην ολοκλήρωση της προεκλογικής συζήτησης με περιορισμένες ως μηδενικές αναφορές στο… Μνημόνιο 3, δηλαδή στο κεντρικό επίδικο του πολιτικού αγώνα! 
β) Ο δεύτερος στόχος του Αλ. Τσίπρα ήταν η εκκαθάριση του κόμματός του από την αριστερή του πτέρυγα, έστω και με αντίτιμο την οργανωτική διάλυση του ΣΥΡΙΖΑ. Στο στόχο αυτό ο Αλ. Τσίπρας είχε, επίσης, την πλήρη υποστήριξη των αστικών ΜΜΕ, που συκοφάντησαν αδίστακτα την Αριστερή Πλατφόρμα, ενώ απέκρυψαν τις διαστάσεις του κύματος παραιτήσεων-αποχωρήσεων ενός τεράστιου τμήματος των αγωνιστών-στριών που οικοδόμησαν το ΣΥΡΙΖΑ (μεταξύ τους ο γραμματέας του κόμματος, τα μισά εκλεγμένη μέλη της Πολιτικής Γραμματείας, μεγάλο μέρος της ΚΕ και των καθοδηγητικών στελεχών των τοπικών και κλαδικών οργανώσεων). Στη θέση του ΣΥΡΙΖΑ, του ενωτικού πολιτικού φορέα της ριζοσπαστικής Αριστεράς, στέκεται σήμερα ένα απολύτως αρχηγικό κόμμα, που στηρίζεται σε μια κάποια «λειτουργία» μεταξύ του πρωθυπουργού και των οπαδών του. 

2.Προϋπόθεση για την επιτυχία αυτού του σχεδίου ήταν να αυξηθεί η απογοήτευση και η κούραση του κόσμου του κινήματος, συμπεριλαμβανομένης της πολιτικής βάσης του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό ήταν το νόημα και ο στόχος του ισχυρισμού ότι «Δεν Υπήρχε Εναλλακτική Λύση», που επαναλάμβανε διαρκώς η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ, με τη βοήθεια της «πεντακομματικής» (ΣΥΡΙΖΑ, ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΑΝΕΛ, Ποτάμι) μνημονιακής συναίνεσης που οικοδομήθηκε στη βουλή, μετά την κατάπτυστη συμφωνία της 13ης Ιουλίου. Αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής ήταν η πρωτοφανής αποχή από τις εκλογές της 20ής Σεπτέμβρη: Με 800.000 λιγότερους ψηφίσαντες από το Γενάρη του 2015, η «αμερικανοποίηση» της πολιτικής ζωής είναι πλέον ορατή απειλή, ως αποτέλεσμα (αλλά και ως εργαλείο) της δράσης μιας κυβέρνησης που ισχυρίζεται ότι εκπροσωπεί τη… ριζοσπαστική Αριστερά. Αν σε αυτήν την εικόνα προστεθεί και η είσοδος στη Βουλή του κόμματος-οπερέτα, της Ένωσης Κεντρώων του Βασίλη Λεβέντη, θα πρέπει να ακουστεί σοβαρά ο συναγερμός για τον κίνδυνο να μετατραπεί η απογοήτευση από τον ΣΥΡΙΖΑ σε πολιτική απάθεια και παρακμιακές μετα-πολιτικές καταστάσεις που μέχρι σήμερα δεν έχουμε γνωρίσει στην Ελλάδα. 
Αυτή η υποχώρηση των ελπίδων του κόσμου του κινήματος και της Αριστεράς, είχε ως υπόβαθρο την κάμψη των μαζικών αγώνων μετά το 2010-13, την αύξηση των αυταπατών ότι μπορούμε να αμυνθούμε απέναντι στη λιτότητα μέσα από την εκλογική «ανάθεση». 
Σε αυτό το έδαφος, η αντιστροφή του πολιτικού μηνύματος του δημοψηφίσματος -από το μαζικό και ταξικό ΟΧΙ της 5ης Ιουλίου, στο ασύστολο ΝΑΙ του Συμβουλίου των Πολιτικών Αρχηγών στις… 6 Ιουλίου- και η υπογραφή του μνημονίου 3 από τον Αλ. Τσίπρα, μιαν εβδομάδα αργότερα, σημάδεψαν μιαν αλλαγή φάσης στην πολιτικοποίηση και -έστω προσωρινά- στις συνειδήσεις: ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού, βλέποντας να χάνεται το «οχυρό» του ΣΥΡΙΖΑ, άρχισε να θεωρεί ανέφικτη την αντιμνημονιακή ανατροπή, άρχισε να αποδέχεται ως μόνη ρεαλιστική εναλλακτική λύση τη διαχείριση του μνημονίου «με ανθρώπινο πρόσωπο». 
Σε αυτήν την αυταπάτη, αλλά και στις νωπές αναμνήσεις από την αγριότητα της πολιτικής των ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, στηρίχτηκε η εκλογική και πολιτική νίκη του Αλ. Τσίπρα στις κάλπες της 20ής Σεπτέμβρη.

3. Πρόκειται για μια πύρρεια νίκη. Η κυβέρνηση Τσίπρα είναι υποχρεωμένη να εφαρμόσει άμεσα -σε μεγάλο βαθμό, αρχίζοντας από τον Οκτώβριο- τις αντεργατικές και αντιλαϊκές «μεταρρυθμίσεις» του μνημονίου. Η διάλυση του δημόσιου Συστήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μια πρωτοφανής φοροεπιδρομή και ένα μαζικό κύμα ιδιωτικοποιήσεων είναι καθ’ οδόν. Τα ψέματα περί «ισοδύναμων» ανακουφιστικών μέτρων (που τόσο χρήσιμα αποδείχθηκαν κατά την προεκλογική περίοδο) έχουν τελειώσει. 
Στο σημείο αυτό η ηγετική ομάδα του Αλ. Τσίπρα θα βρεθεί ξανά αντιμέτωπη με την αλήθεια, με το περιεχόμενο της συμφωνίας που έχει υπογράψει. Γι’ αυτό παρά τους πανηγυρισμούς για τη συγκρότησης μιας δήθεν σταθερής κυβέρνησης μαζί με τους ΑΝΕΛ, προετοιμάζεται ήδη η πιθανότητα μιας κυβερνητικής «διεύρυνσης» προς το ΠΑΣΟΚ, χωρίς να αποκλείονται τα σενάρια μιας γενικευμένης «Εθνικής Ενότητας».
Μπροστά σε αυτήν την προοπτική μόνη απάντηση μπορούν να είναι οι αγώνες από τα κάτω: οι απεργίες, οι διαδηλώσεις, οι καταλήψεις, για την υπεράσπιση των εργατικών και κοινωνικών δικαιωμάτων. Αγώνες που για να σπάσουν το κλίμα ανανεωμένης κυβερνητικής «νομιμότητας» που έφεραν οι κάλπες της 20/9, θα πρέπει να στηριχθούν αποφασιστικά από τους αγωνιστές-στριες της Αριστεράς.
Η πρόσφατη εμπειρία μας δείχνει ότι οι αγώνες για να νικήσουν πρέπει να εκφραστούν πολιτικά, να συγκροτήσουν πολιτικό ρεύμα ανατροπής. Και εδώ, το τμήμα της Αριστεράς που αντιστάθηκε στις μανούβρες του Αλ. Τσίπρα έχει ειδικά καθήκοντα.

4. Μεγάλο τμήμα της ευθύνης σε αυτήν την προοπτική θα έχει η Λαϊκή Ενότητα. Ο μετωπικός πολιτικός φορέας που συγκροτήθηκε από ένα μεγάλο μέρος της αριστερής πτέρυγας του ΣΥΡΙΖΑ, μαζί με οργανώσεις και αγωνιστές-στριες από την ευρύτερη αντικαπιταλιστική Αριστερά.
Η ΛΑΕ ηττήθηκε στις εκλογές της 20/9. Συγκέντρωσε το 2,9% και για ελάχιστες ψήφους έχασε το 3% που θα της έδινε παρουσία στη Βουλή. 
Οι λόγοι της ήττας μας είναι κατ’ αρχήν αντικειμενικοί. Μέσα σε ένα μήνα είχαμε να συγκροτήσουμε έναν νέο πολιτικό φορέα και ταυτόχρονα να οργανώσουμε μια εκλογική καμπάνια εθνικής κλίμακας, ξεκινώντας με μηδενικούς πόρους. Οι πιθανότητες αποτυχίας ήταν εξαρχής μεγάλες. 
Όμως υπήρξαν και σημαντικά υποκειμενικά, πολιτικά, λάθη. Πιεσμένοι από τους αντιπάλους μας που θεωρούσαν υποχρεωτική την υποταγή στις ευρωηγεσίες, δώσαμε μεγάλη έμφαση στην υποστήριξη της εξόδου από το ευρώ, αποκόβοντας κάποτε αυτή την αναγκαία θέση από ένα γενικότερο πρόγραμμα ταξικής αντιλιτότητας, από ένα μεταβατικό πρόγραμμα προς τη σοσιαλιστική απελευθέρωση. Ήταν βούτυρο στο ψωμί του Τσίπρα και των αστικών ΜΜΕ που έψαχναν ευκαιρίες για να μας συκοφαντήσουν ως «δραχμο-αριστερά». 
Παρ’ όλα αυτά, η ΛΑΕ συσπείρωσε 152 χιλιάδες ψηφοφόρους, ενώ ήδη συγκροτείται από ένα οργανωμένο «σώμα» χιλιάδων ακτιβιστών-στριών και πεπειραμένων αγωνιστών του εργατικού κινήματος και της Αριστεράς. Αυτό μας δίνει τη δύναμη, παρότι χάσαμε την πρώτη μάχη, να μπορούμε να δράσουμε πραγματικά στον πόλεμο που έρχεται. Υπό τον όρο ότι θα λύσουμε αποτελεσματικά και δημοκρατικά τα οργανωτικά, πολιτικά και προγραμματικά ζητήματα συγκρότησης της ΛΑΕ που αντικειμενικά έμειναν αναπάντητα σε αυτήν τη ραγδαία προεκλογική περίοδο. 

5. Το ΚΚΕ αύξησε οριακά το ποσοστό του από 5,47% (Ιανουάριος 2015) σε 5,59%. Όμως το γεγονός ότι αυτό έγινε σε συνθήκες κρίσης-διάσπασης του ΣΥΡΙΖΑ, μετά από την υπογραφή του Τσίπρα σε ένα μνημόνιο άγριας λιτότητας, δεν αφήνει περιθώρια για πανηγυρισμούς: η πολιτική της ηγεσίας του ΚΚΕ δεν κατόρθωσε να αξιοποιήσει μια σπάνια ευκαιρία. 
Πολύ περισσότερο που κατά την προεκλογική περίοδο επιτέθηκε με σφοδρότητα και μονομέρεια κατά της ΛΑΕ, επιδιώκοντας να διασφαλίσει για τον εαυτό του τις απώλειες του ΣΥΡΙΖΑ προς τα αριστερά. Αυτή η τακτική αφήνει μετέωρες τις υποσχέσεις του «Ριζοσπάστη», την επομένη των εκλογών, για «πρωτοβουλίες» συγκρότησης μιας κάποιας Λαϊκής Συμμαχίας.

6. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ αύξησε επίσης οριακά το ποσοστό της από 0,64% (Ιανουάριος 2015) σε 0,85%. Στη μετεκλογική ανακοίνωση του ΝΑΡ, μιας από τις βασικές συνιστώσες της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, τίθεται ο στόχος για «ένα ευρύ αγωνιστικό μέτωπο ανατροπής της αντεργατικής καταιγίδας… (για) τη δέσμευση κοινής δράσης όλων των μαχόμενων δυνάμεων της Αριστεράς, συμπεριλαμβανομένων του ΚΚΕ και της ΛΑΕ…».
Το πρόβλημα είναι ότι η ανακοίνωση αυτή εκδόθηκε μία μέρα μετά τις εκλογές και όχι τρεις εβδομάδες πριν από αυτές. Γιατί στην κάλπη του Σεπτέμβρη του 2015, οι «μαχόμενες δυνάμεις της Αριστεράς» απέτυχαν να δώσουν την κοινή απάντηση που ήταν αναγκαία. 

7. Η ναζιστική Χρυσή Αυγή αναδείχθηκε σε τρίτο κόμμα με 6,95%. Η ποσοστιαία αύξησή της οφείλεται στην αποχή: στην πραγματικότητα έχασε 9.000 ψήφους από το Γενάρη του 2015. Όμως και μόνο η εκλογική σταθεροποίησή της, λίγες μόνο μέρες μετά την ανάληψη της «πολιτικής ευθύνης» για τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, δείχνει τον κίνδυνο. Η πάλη για την ανατροπή της λιτότητας, η πάλη ενάντια στα μνημόνια, είναι ο μόνος πραγματικός δρόμος για να τσακίσουμε πέρα από την εργοδοτική απληστία και τον φασιστικό κίνδυνο.