Η  ποινικοποίηση των διαπροσωπικών σχέσεων, η αυθαίρετη και παράνομη στέρηση του νόμιμου δικαιώματος άδειας εξόδου από τις φυλακές σε αναρχικούς ή αριστερούς κρατούμενους που έχουν καταδικαστεί για αδικήματα «τρομοκρατίας», η απόπειρα της κυβέρνησης να επεκτείνει τον «τρομονόμο», ώστε να συμπεριλαμβάνει και «αδικήματα» που άπτονται της ελευθερίας έκφρασης και γνώμης, η επίθεση σε κοινωνικές καταλήψεις και σε καταλήψεις στέγασης προσφύγων, η ολοένα και συχνότερα επανερχόμενη στο προσκήνιο συνεργασία αστυνομίας και φασιστικών συμμοριών, που επιτίθενται σε πρόσφυγες και μετανάστες εργάτες (π.χ. Ασπρόπυργος), η καταστολή των μεγάλων κινητοποιήσεων της περιόδου με χρήση δακρυγόνων και ΜΑΤ, οι παράνομες απελάσεις αιτούντων άσυλο στα σύνορα, βάζουν τέλος στις όποιες ψευδαισθήσεις μπορούσαν να διατηρούνται από κάποιους «καλόπιστους» σε ό,τι αφορά τη συνέχιση της διαχείρισης των μηχανισμών του κράτους και της δικαιοσύνης από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Η περίπτωση της 29χρονης Ηριάννας, η οποία, λόγω της προσωπικής της σχέσης με «ύποπτο» αναρχικό που έχει αθωωθεί αμετάκλητα, καταδικάστηκε, χωρίς κανένα απολύτως επιβαρυντικό στοιχείο, ως μέλος της οργάνωσης Συνομωσία Πυρήνων της Φωτιάς, στην εξουθενωτική ποινή της κάθειρξης 13 ετών, έρχεται να προστεθεί στην εξοντωτική καταδίκη του νεαρού αναρχικού Α. Θεοφίλου, επίσης χωρίς επιβαρυντικά στοιχεία που να τεκμηριώνουν την κατηγορία που τού αποδόθηκε. Η δικαιολογημένη, άλλωστε, ικανοποίησή μας για τη χορήγηση άδειας στον αναρχικό κρατούμενο Φοίβο Χαρίση, ύστερα από πολλές ταλαιπωρίες και χάρη στην πλατειά αλληλεγγύη που εκφράστηκε γύρω από το δίκαιο (και νόμιμο) αίτημά του, δεν μπορεί παρά να τέμνεται με την αγανάκτηση για την επίμονη στέρηση του ανάλογου δικαιώματος του Δ. Κουφοντίνα, ή την εκβιαστική συνάρτηση της χορήγησης άδειας στον (πατέρα μικρού παιδιού) Κ. Γουρνά με την αποκήρυξη της ιδεολογίας του και της πολιτικής του ιστορίας.
Είναι πέρα από κάθε αμφιβολία ότι οι θεσμοί του κράτους και της απονομής του «δικαίου» δεν είναι «ανεξάρτητοι» ή «ουδέτεροι», αλλά έχουν σαφή ταξικό ρόλο υπέρ της διατήρησης των κυρίαρχων τάξεων στην εξουσία και σαφή κατασταλτική αποστολή. Είναι ακριβώς αυτή η αποστολή που επιτρέπει μεν στους χρυσαυγίτες δολοφόνους του Παύλου Φύσσα να κυκλοφορούν ελεύθεροι, αλλά στερεί την ελευθερία ανθρώπων όπως η Ηριάνα ή ο Θεοφίλου, με βάση τις συναναστροφές τους ή τις ιδεολογικές τους πεποιθήσεις. Είναι επίσης βέβαιο ότι μία πραγματικά αριστερή ριζοσπαστική κυβέρνηση θα πρέπει να έχει πολύ σκληρές συγκρούσεις και αντιπαραθέσεις με τους μηχανισμούς του κράτους, οι οποίοι προσπαθούν διαρκώς να διασφαλίσουν την αδιάλειπτη συνέχεια των κατασταλτικών πολιτικών που εξυπηρετούν τα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης και της κυρίαρχης ιδεολογίας.
Υποκρισία
Όμως, ο μεταλλαγμένος, νεοφιλελεύθερος ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να έχει αυτή τη δικαιολογία, επειδή:
• Δεν επιχείρησε καμία σύγκρουση με τους μηχανισμούς αυτούς, καταργώντας καταρχήν τους «τρομονόμους», όπως είχε δεσμευτεί προεκλογικά, ή, κατ’ ελάχιστο, νομοθετώντας  μέτρα που να βάζουν φραγμό στη δικαστική αυθαιρεσία, όπως η κατάργηση του εισαγγελικού βέτο στις άδειες των κρατουμένων.
• Το υπουργείο Δικαιοσύνης προσπαθεί, μέσω τροπολογιών, να αποδυναμώσει νομικά και να καταστρατηγήσει ακόμη και θεσμούς (όπως για την αποσυμφόρηση των φυλακών) που ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ ψήφισε πριν την πλήρη μνημονιακή του μετάλλαξη.
• Το υπουργείο Προ.Πο. συνεχίζει να αφήνει ασύδοτους τους αστυνομικούς που επιτίθενται σε διαδηλωτές ή συγκαλύπτουν/υποστηρίζουν τη δράση φασιστικών συμμοριών.
• Συνυπογράφει διεθνείς συμφωνίες και αποφάσεις που περιστέλλουν τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα σε όλη την Ευρώπη, ενισχύοντας έτσι την ατζέντα της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς.
• Βουλευτές και στελέχη της κυβέρνησης, με την παρουσία ή τις δηλώσεις τους, νομιμοποιούν ακροδεξιούς και φασίστες (βλ. εκδήλωση για τον Γρίβα στην Κύπρο, κοινές φωτογραφίες των Βίτσα και Καμμένου με Χρυσαυγίτες βουλευτές στο Καστελόριζο).
Κυρίως, όμως, επειδή οι κυβερνητικές πολιτικές της εξουθενωτικής λιτότητας, που έχουν επιβληθεί στην κοινωνία, δεν θα μπορούσαν να εφαρμοστούν χωρίς την ταυτόχρονη περιστολή του «κράτους δικαίου», χωρίς σοβαρή όξυνση του αυταρχισμού και της καταστολής. Κι από αυτή τη σκοπιά, είναι τουλάχιστον οξύμωρη και φαιδρή η προσπάθεια ορισμένων κυβερνητικών βουλευτών να εμφανίζονται ως υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ψηφίζοντας με το ένα χέρι τα μνημόνια που επιβάλλουν την περιστολή τους και με το άλλο καταθέτοντας επερωτήσεις ως «εχέγγυα» της «αριστεροσύνης» τους.
Από την άλλη πλευρά, η ριζοσπαστική Αριστερά δεν επιτρέπεται να είναι άτολμη, όταν πρέπει να υπερασπιστεί δικαιώματα. Η αλληλεγγύη στην Ηριάννα και στον Τ. Θεοφίλου, η υπεράσπιση του δικαιώματος στην  άδεια εξόδου του Δ. Κουφοντίνα, του Κ. Γουρνά ή του Ρωμανού από τις φυλακές, υπερβαίνει το πλαίσιο μιας «αξιακής» στήριξης σε ανθρώπους που υφίστανται παραβιάσεις των δικαιωμάτων τους: Στην πραγματικότητα, συνιστά ένα ανάχωμα στις προσπάθειες κοινωνικής εμπέδωσης του δόγματος της «μηδενικής ανοχής», της καλλιέργειας φοβικών κοινωνικών αντανακλαστικών και του εθισμού στην αντίληψη ότι τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα μπορούν να είναι αναλώσιμα. Γιατί μια τέτοια αντίληψη, όχι σε μεγάλο βάθος χρόνου, καταλήγει να απειλεί όλους /ες όσοι/ες αντιστέκονται!