Βρεθήκαμε πάλι φέτος μπροστά στην αξιολόγηση (εσωτερική και εξωτερική) των πανεπιστημίων όλης της χώρας, η οποία έχει θεσπιστεί από το 2005 με πιέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η αξιολόγηση αυτή, που πραγματοποιείται από την «ανεξάρτητη» ΑΔΙΠ (Αρχή Διασφάλισης της Ποιότητας στην Ανώτατη Εκπαίδευση) και χρηματοδοτείται από την ΕΕ με τη βοήθεια ελλήνων καθηγητών του εξωτερικού, αλλά και αλλοδαπών καθηγητών, έρχεται να εγγυηθεί στην ουσία την εναρμόνιση των ελληνικών πανεπιστημίων με τα πρότυπα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Χωρίς να είμαστε προκατειλημμένοι, είναι καλό να αναρωτηθούμε με ποια κριτήρια πραγματοποιείται αυτή η αξιολόγηση, με βάση τα πορίσματα που έχει βγάλει τις προηγούμενες χρονιές, αλλά και κατά πόσο γίνεται με στόχο τη βελτίωση των ελληνικών πανεπιστημίων με κριτήριο το δημόσιο δωρεάν χαρακτήρα τους και τις ανάγκες των φοιτητών.
Πορίσματα
Κάποιες από τις βασικές παρατηρήσεις των αξιολογητών είναι ο μεγάλος αριθμός εισακτέων, η παρατεταμένη διάρκεια φοίτησης και ο μεγάλος αριθμός «λιμναζόντων» φοιτητών, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά. Επίσης, η έλλειψη σύνδεσης διδασκαλίας-έρευνας, η ελλιπής ερευνητική υποδομή και πολλές ακόμα παρατηρήσεις που κινούνται στο ίδιο μήκος κύματος. Εδώ θέλω να παραθέσω μία φράση του κ. Αρβανιτόπουλου. Αναφερόμενος στην αξιολόγηση είπε: «Έχουμε καλά πανεπιστήμια. Για να γίνουν καλύτερα, απαιτείται αξιολόγηση και σύγκριση. Απαιτείται διαφάνεια, λογοδοσία, άρτια διοίκηση, χρηστή χρηματοοικονομική διαχείριση, «απεξάρτηση» από την κρατικοδίαιτη κουλτούρα, από τα ιδεολογήματα της δεκαετίας του ’80».
Με βάση τα παραπάνω λοιπόν και με δεδομένο την ακραία υποχρηματοδότηση, ποιος είναι ο μόνος τρόπος ώστε να παραμείνουν βιώσιμα τα πανεπιστήμια; Μα φυσικά η έρευνα και η ιδιωτική πρωτοβουλία που τόσα χρόνια προσπαθούν να εγκαθιδρύσουν, σύμφωνα πάντα με τα λεγόμενά τους.
Γιατί γίνεται;
Έχουμε έρθει πολλές φορές αντιμέτωποι με αλλαγές στα προγράμματα σπουδών, προσθέτοντας μαθήματα τα οποία «θα τα χρειαστούμε στην αυριανή μας εργασία» ή ακόμα την εισαγωγή εργαστηρίων απ’ το παράθυρο για να αιτιολογήσουν τη χρηματοδότηση της έρευνάς τους. Η αξιολόγηση έρχεται να ενισχύσει αυτή τη λογική, μιλώντας για εταιρίες οι οποίες θα δίνουν έρευνα στα πανεπιστήμια, τις οποίες θα εκτελούν φοιτητές και φοιτήτριες. 
Γεννάται λοιπόν το ερώτημα, αυτές οι εταιρίες θα έχουν λόγο στα προγράμματα σπουδών ή απλά θα προσφέρουν τα χρήματά τους χωρίς ανταλλάγματα; 
Με την εικόνα που έχουμε από τα ξένα πανεπιστήμια και κυρίως από τα πανεπιστήμια-επιχειρήσεις του Ηνωμένου Βασιλείου, οι βιομηχανίες (κυρίως στις πολυτεχνικές σχολές) ελέγχουν άμεσα την κατάρτιση των αποφοίτων του εκάστοτε πανεπιστημίου. Γι’ αυτό άλλωστε το κάθε πανεπιστήμιο είναι ειδικευμένο σε μία συγκεκριμένη ειδικότητα, η οποία χτίζεται σε συνεργασία με την εκάστοτε επιχείρηση.
Πώς λοιπόν ένα κριτήριο, το οποίο γίνεται «νύχτα», χωρίς την παρουσία φοιτητών και σε κλειστές αίθουσες, μπορεί να αξιολογήσει το πώς βιώνουν οι φοιτητές το πανεπιστήμιο; Πώς μπορούν αυτοί οι ειδήμονες μέσα σε δύο μέρες να δουν τις αίθουσες που στάζουν, τους καθηγητές που δεν έρχονται στα μαθήματα γιατί κάνουν έρευνα, το κόστος για τη σίτιση, τη στέγαση και τη μετακίνηση των φοιτητών; 
Με βάση τα νεοφιλελεύθερα κριτήρια, που ασπάζεται και η ηγεσία του υπουργείου παιδείας, για την αξιολόγηση υπάρχει μία ακόμη σημαντική πτυχή. Επειδή τα κριτήρια αυτά είναι ιδιωτικοοικονομικά και συνεπώς αναφέρονται σε σχολές και γνωστικά αντικείμενα που μπορούν να έχουν άμεση σχέση με την αγορά, οι σχολές με κοινωνικά, πολιτισμικά, ανθρωπολογικά γνωστικά αντικείμενα, οδηγούνται στην πλήρη απαξίωση.
Θέλουμε αξιολόγηση;
Μας ρωτάνε πολύ συχνά αν θέλουμε αξιολόγηση και η απάντησή μας πρέπει να είναι σαφής. Μία αξιολόγηση η οποία γίνεται από τους ίδιους τους φοιτητές, μαζί με τους καθηγητές και τους εργαζόμενους του πανεπιστημίου που ζουν καθημερινά σε αυτό, με στόχο να βελτιωθούν οι σπουδές μας, οι υποδομές, τα μαθήματα, μία αξιολόγηση η οποία δεν θα έχει κριτήρια οικονομικά, αλλά μόνο στόχο το να σπουδάζουμε αξιοπρεπώς όλοι και όλες, τότε ναι, μια τέτοια αξιολόγηση θα τη θέλαμε.
Σε όλες τις προσπάθειες που γίνονται για την υπονόμευση του δημόσιου δωρεάν πανεπιστημίου (όσο δωρεάν είναι...) με στόχο την ιδιωτικοποίησή του και τον «εκσυγχρονισμό» του με βάση τα ευρωπαϊκά πρότυπα της εξειδίκευσης και των ατομικών πτυχίων-προσόντων πρέπει να απαντήσουμε επιθετικά. 
Θέλουμε πτυχία με συλλογικά δικαιώματα και σπουδές για όλους και όλες. Και αυτό απαιτεί σύγκρουση με τη νεοφιλελεύθερη αντιμεταρρύθμιση που έχει εξαγγείλει το υπουργείο παιδείας, αλλά και σύγκρουση με τις μνημονιακές πολιτικές λιτότητας, με διαγραφή του χρέους, με ανατροπή των μνημονίων που περικόπτουν τη χρηματοδότηση στα πανεπιστήμια και ανακεφαλαιοποιούν τις τράπεζες. Και γι’ αυτό χρειαζόμαστε ισχυρές Γενικές Συνελεύσεις των Φοιτητικών Συλλόγων, σε συμμαχία με τους εργαζόμενους, που θα ορίζουν αυτοί τον τρόπο λειτουργίας του πανεπιστημίου.