Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές δεν είναι γνωστή η ακριβής ημερομηνία των εκλογών, αν και ο Λ. Παπαδήμος δήλωσε επισήμως στους «Financial Times» ότι αυτές θα γίνουν «το αργότερο ως τις αρχές Μαΐου».

Το σίγουρο είναι ότι η κρίση του ελληνικού καπιταλισμού συνεχίζεται και βαθαίνει. Σύμφωνα με την έκθεση του ΔΝΤ για την ελληνική οικονομία, η ύφεση το 2012 θα είναι βαθύτερη (!) από τις προβλέψεις. Το διαβόητο Ταμείο απαιτεί πρόσθετες περικοπές κοινωνικών δαπανών ύψους 11 δισ. ευρώ (!) ως το 2014 και νέα φοροεπιδρομή, με στόχο την αύξηση των φόρων κατά 3 δισ. ευρώ ετησίως. Το ΔΝΤ χαιρετίζει μια κάποια βελτίωση της «ανταγωνιστικότητας» των επιχειρήσεων (μέσω της μεσοσταθμικής μείωσης του εργατικού κόστους κατά 9,5%), αλλά προειδοποιεί ότι θα χρειαστεί «άλμα ανταγωνιστικότητας», με περαιτέρω ραγδαίες μειώσεις στους μισθούς, προαναγγέλλοντας υπερδεκαετή σκληρή λιτότητα.

Εκλογικοί στόχοι

Αυτές οι ντιρεκτίβες του ΔΝΤ, μαζί με τα Μνημόνια 1 και 2, αποτελούν τα προγραμματικά θεμέλια για τα αστικά κόμματα και τις κυβερνήσεις που αυτά μπορούν να συγκροτήσουν στα επόμενα χρόνια. Τόσο το ΔΝΤ όσο και η ΕΕ αναγνωρίζουν όμως ότι οι κατευθύνσεις τους θα πρέπει να ξεπεράσουν τον κάβο της εργατικής και λαϊκής αντίστασης και γι’ αυτό μιλάνε για πολιτικά «ρίσκα», με πρώτο σταθμό την αγωνία για τα αποτελέσματα των επερχόμενων εκλογών.

Στην κάλπη της φετινής άνοιξης, η ντόπια κυρίαρχη τάξη και οι διεθνείς σύμμαχοί της έχουν ελάχιστους και μέγιστους στόχους, γνωρίζοντας τη φθορά που έχουν υποστεί τα βασικά πολιτικά στηρίγματά τους. Ελάχιστος στόχος είναι να συγκεντρώσουν η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ μαζί ποσοστά «αυτοδυναμίας», δηλαδή 151-170 βουλευτές, ώστε να μπορέσουν να συγκροτήσουν κυβέρνηση συνεργασίας (με πολιτική ή «τεχνοκρατική» ηγεσία) και να συνεχίσουν να υπηρετούν τις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει η κυβέρνηση Παπαδήμου. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι τα κόμματα του πάλαι ποτέ κραταιού δικομματισμού ζορίζονται να εκπληρώσουν αυτή την προϋπόθεση προς το πάνω άκρο της, συγκεντρώνοντας έναν αριθμό βουλευτών που θα μπορεί να υπόσχεται μια κάποια κοινοβουλευτική «βιωσιμότητα» στις δύσκολες μέρες που όλοι αναμένουν.

Οι μέγιστοι στόχοι είναι να βγάλει η κάλπη όχι μόνο κυβερνησιμότητα, αλλά πλειοψηφία συνταγματικής αντιμεταρρύθμισης (180 βουλευτές). Γιατί μια βασική δέσμευση του Μνημονίου 2, αλλά και του νέου Συμφώνου για το Ευρώ, είναι η συνταγματική κατοχύρωση του νεοφιλελευθερισμού, με την υιοθέτηση της υποχρέωσης για «ισοσκελισμένους» προϋπολογισμούς, το συνταγματικό «φρένο» στο χρέος και τους «αυτοματισμούς» περικοπών ώστε να διασφαλίζεται η αποπληρωμή των δανείων.

Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι οι δυνάμεις της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ δεν αρκούν σήμερα για να διασφαλίσουν αυτή την προϋπόθεση. Βεβαίως, το σύστημα διαθέτει κοινοβουλευτικές εφεδρείες: το κόμμα της Μπακογιάννη (αν κατορθώσει να μπει στη βουλή) και το κόμμα του Καρατζαφέρη (υπό την ίδια προϋπόθεση) θα ήταν πρόθυμοι σύμμαχοι των Σαμαρά-Βενιζέλου. Υπό τις συνθήκες αυξημένης πολιτικής πίεσης που θα υπάρξουν, ανάλογη στάση μπορεί να κρατήσει η ΔΗΜΑΡ του Φώτη Κουβέλη, που, αν και καταψήφισε το Μνημόνιο 2, δήλωσε εύγλωττα ότι θα αναγνωρίσει «τις διεθνείς δεσμεύσεις της χώρας». Όμως το κυνήγι των «μικρών κομμάτων» είναι περιπετειώδες σπορ, ενέχει κινδύνους μεγαλύτερης αστάθειας (με καλύτερη απόδειξη την αποτυχία του ΛΑΟΣ να επιβιώσει μέσα στην κυβέρνηση Παπαδήμου) και έχει αμφίβολη αριθμητική αποτελεσματικότητα. Έτσι, η επίθεση στην Αριστερά γίνεται βασική πολιτική επιλογή για την κυρίαρχη τάξη, τους διεθνείς φίλους της και, ασφαλώς, τα Μέσα Ενημέρωσης.

Είναι η πρώτη φορά από το 1974 που στα ποσοστά που θα συγκεντρώσει το ΚΚΕ και ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θα καταμετρηθεί μια (δευτερεύουσας σημασίας) πολιτική καταγραφή της Αριστεράς, αλλά η ίδια η κυβερνησιμότητα, η στοιχειώδης σταθερότητα του συστήματος στο πολιτικό πεδίο. Γιατί, βέβαια, ο καπιταλισμός θα μπορεί να συνεχίζει να λειτουργεί με βάση τις διαρκείς οικονομικές και κρατικές ηγεσίες, αλλά η αδυναμία αυτής της κυριαρχίας να μεταφραστεί στο πολιτικό-κυβερνητικό πεδίο (που προϋποθέτει μαζική λαϊκή ψήφο) αποτελεί μια νέα κατάσταση στη μακρά περίοδο της Μεταπολίτευσης. Δεν είναι άλλωστε τυχαία η αγωνιώδης συζήτηση στο διεθνή οικονομικό Τύπο και ανάμεσα στα στελέχη των διεθνών θεσμών και μηχανισμών, όπου για πρώτη φορά γίνεται ανοιχτά λόγος για πιθανότητες αντικοινοβουλευτικών «λύσεων» στην Ελλάδα του 21ου αιώνα…

Δεξιά

Η κατάρρευση της σοσιαλδημοκρατίας κατά την περίοδο διακυβέρνησης του ΓΑΠ έχει φέρει ξανά τη Δεξιά στη θέση του κορμού της αστικής πολιτικής παράταξης. Η ηγεσία Σαμαρά ετοιμάζεται να ανταποκριθεί σε αυτόν το ρόλο με τρόπο πολεμικό.

Η αυταπάτη ότι ο Αντ. Σαμαράς θα είναι πιο φιλολαϊκός από το σοσιαλφιλελεύθερο ΓΑΠ είναι για μικρά παιδιά. Η αντιμνημονιακή δημαγωγία της ΝΔ τελείωσε με τη στήριξη του Μνημονίου 2. Οι αναφορές του Σαμαρά στην πολιτική ανάπτυξης σημαίνουν μια τακτική «όλα για το κεφάλαιο»: μείωση της φορολογίας των κερδών, μείωση των εργοδοτικών εισφορών, μείωση των μισθών, φαστ τρακ «αντιγραφειοκρατική» υποταγή του κράτους στις επιχειρήσεις, ραγδαίες ιδιωτικοποιήσεις. Η τάχα λαϊκή Δεξιά του Αντ. Σαμαρά εμπνέεται στην οικονομία πολύ περισσότερο από τον Ρόναλντ Ρίγκαν παρά από τον Ντε Γκολ ή τον Κ. Καραμανλή (τον πρεσβύτερο).

Για να περπατήσει ένα τέτοιο πρόγραμμα στις συνθήκες καμένης γης που έχουν δημιουργήσει τα Μνημόνια 1 και 2, θα χρειαστούν περίπου δικτατορικές πολιτικές πυγμής. Γι’ αυτό και ο Αντ. Σαμαράς παίζει από τώρα το χαρτί του αυταρχισμού: Οι κραυγές «θα βγάλω τις κουκούλες», οι επιθέσεις στο άσυλο και στην αντίσταση των πανεπιστημιακών-φοιτητών, η αμφισβήτηση της ελεύθερης διαδήλωσης (με επιχείρημα την τόνωση του εμπορίου) είναι η πρόγευση για τις προθέσεις της ηγεσίας της ΝΔ. Η μετωπική επίθεση στην πολιτική Αριστερά (στο ΚΚΕ, στον ΣΥΡΙΖΑ, στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ) με μετεμφυλιακά επιχειρήματα έχει πραγματικό στόχο το εργατικό κίνημα: τις απεργίες, τις καταλήψεις, τις περιφρουρήσεις κ.λπ., που, κατά τον Αντ. Σαμαρά, «διώχνουν τις επιχειρήσεις» και τρομοκρατούν τους «επενδυτές».

Αυτή η πολιτική συνδυάζεται με τον καλύτερο τρόπο με το χαρτί του εθνικισμού. Ο Αντ. Σαμαράς –έχοντας κληρονομήσει το επιτελείο που διαμόρφωνε ο Χριστόδουλος– υπόσχεται να δώσει μάχη για να επαναφέρει στην πρώτη γραμμή της δημόσιας ζωής τις «αξίες» της πατρίδας-του έθνους-της ελληνικότητας. Τα επιτελεία των διαφόρων εκδοχών της «πατριωτικής Αριστεράς» οφείλουν να συνειδητοποιήσουν την αλλαγή από τον «κοσμοπολίτη» ΓΑΠ: Τα ζητήματα των ΑΟΖ και των γεωπολιτικών ανακατατάξεων στην ανατολική Μεσόγειο είναι δυνατόν, αν δεν αναπτυχθεί ισχυρός αριστερός αντίλογος, να αποτελέσουν τα πεδία ανασυγκρότησης της δύναμης μιας εθνικιστικής Δεξιάς.

Σε αυτήν τη βάση ο Σαμαράς προσελκύει γύρω του πολλά «πρωτοπαλίκαρα»: τους Βορίδη και Γεωργιάδη από το ΛΑΟΣ, το Νικ. Κακλαμάνη (που εισηγούνταν παλιότερα τη μετατροπή της Πολ.Αν. σε ρατσιστικό κόμμα), αλλά και τους μουτζαχεντίν του νεοφιλελευθερισμού, που εξακολουθούν να βλέπουν τη ΝΔ σαν το καλύτερο κόμμα για τα συμφέροντα των επιχειρήσεων.

Η μαζική αντίσταση του κόσμου στην περίοδο της κρίσης (τόσο επί ΓΑΠ όσο και επί Παπαδήμου) έχει περιορίσει την απόδοση του σχεδίου Σαμαρά. Η ΝΔ όχι μόνο απέχει από την αυτοδυναμία, αλλά βυθίζεται κάτω και από τα ποσοστά της ιστορικής ήττας του Κ. Καραμανλή το 2009. Αυτό όμως σε τίποτα δεν μειώνει την επείγουσα ανάγκη για πολιτικές απαντήσεις, για σύγκρουση με τις πιθανότητες της Δεξιάς να ανασυγκροτήσει την πολιτική σταθερότητα για λογαριασμό όλου του αστικού στρατοπέδου. Το παράδειγμα της νίκης του Ραχόι στην Ισπανία, αν και δεν μπορεί εύκολα να επαναληφθεί στην Ελλάδα, πρέπει να μας κινητοποιεί.

Ασφαλώς η σοσιαλδημοκρατία δεν αποτελεί τμήμα αυτών των αναγκαίων απαντήσεων. Ο Βενιζέλος είναι υποχρεωμένος, τουλάχιστον σε πρώτη φάση, να περιοριστεί στο συμπληρωματικό ρόλο του συμμάχου στο πιθανότατο ενδεχόμενο συγκυβέρνησης ΝΔ-ΠΑΣΟΚ. Με τη διαφορά ότι αυτήν τη φορά το κόμμα-κορμός της συγκυβέρνησης θα είναι η Δεξιά και όχι οι σοσιαλδημοκράτες.

Απαντήσεις

Το καθήκον της αντιπαράθεσης πέφτει στην Αριστερά. Και δεν περιορίζεται στο (αναγκαίο) ζήτημα της ψήφου. Στα ζητήματα του χρέους, της λιτότητας, των κοινωνικών προτεραιοτήτων, των πολιτικών ελευθεριών πρέπει να ανοίξουν μέτωπα, να δοθούν απαντήσεις, να οργανωθούν αγώνες.

Αυτή η τακτική –που εν πολλοίς επιβλήθηκε αυθόρμητα «από τα κάτω» – ήταν που οδήγησε τον ΓΑΠ στην κατάρρευση, που περιόρισε τις φιλοδοξίες για «μακρά περίοδο» Παπαδήμου, που ψαλίδισε τις ελπίδες του Σαμαρά για αυτοδυναμία. Σε αυτή την τακτική πρέπει όλοι να αφοσιωθούμε συνειδητά στις μέρες της προεκλογικής περιόδου, στη «στιγμή» της κάλπης και, κυρίως, στην κρίσιμη μετεκλογική περίοδο.