Το εργατικό κίνημα στη χώρα μας ήταν και είναι -ακόμα και τώρα που βρίσκεται σε κρίση και οπισθοχώρηση- καταλύτης των πολικών εξελίξεων που σφράγισαν τη σύγχρονη πολιτική ιστορία.

Το εργατικό κίνημα και οι εργατικές αντιστάσεις που ξεκίνησαν αμέσως μετά την πτώση της χούντας  ήταν στην πραγματικότητα αυτό που «ανέβασε και κατέβασε κυβερνήσεις». Ακόμα και τώρα, παρά την αδυναμία των εργατικών αγώνων να νικήσουν, παρά τη στασιμότητα και την απογοήτευση που παρουσιάζεται  σε πλατιά στρώματα εργαζόμενων,  μια μικρή ομάδα γυναικών, οι καθαρίστριες, δείχνει το δρόμο των ανυποχώρητων εργατικών αγώνων δημιουργώντας μια νέα ελπίδα αλλά και  ρωγμές στην πολιτική της άθλιας συγκυβέρνησης.
Η παραπάνω εκτίμηση επιβεβαιώνεται και από την πρόσφατη ιστορία του εργατικού κινήματος μετά την πτώση της χούντας, όταν ακόμα και η θριαμβευτική νίκη της ΝΔ στις εκλογές του 1974 με 54%  συνοδεύτηκε από το ξεκίνημα ενός πρωτοφανούς ξεσπάσματος του εργατικού κινήματος. Οι εργαζόμενοι τότε αμφισβήτησαν από τις πρώτες κιόλας μέρες τον εκλογικό θρίαμβο του «Εθνάρχη», έγραψαν στα παλιά τους τα παπούτσια την τρομοκρατία του «Καραμανλής ή τανκς» και ξεκίνησαν μεγάλους αγώνες. Η εργατική τάξη της εποχής, χωρίς στην πραγματικότητα να έχει συνδικαλιστική ηγεσία, αφού αυτή βρισκόταν στις φυλακές και στις εξορίες, ξεκίνησε σκληρούς ανυποχώρητους αγώνες για να αποκατασταθούν οι συνδικαλιστικές ελευθερίες, να αποκατασταθεί το εργατικό εισόδημα, να συγκροτηθεί ένα σοβαρό κράτος πρόνοιας. Διεκδικούσαν αυξήσεις στους μισθούς, βελτίωση των συνθηκών εργασίας, δημοκρατικές ελευθερίες και δικαιώματα. Το ταξικό εργατικό κίνημα της εποχής για να ξεπεράσει την εγκάθετη χουντοδεξιά διοίκηση της ΓΣΕΕ, αλλά και πολλών εργατικών κέντρων και ομοσπονδιών, δημιούργησε σε όλη την Ελλάδα συντονιστικές επιτροπές αγώνα, κατά κλάδο, πόλη και περιφέρεια, που οδήγησαν στη δημιουργία των   ΣΑΔΕΟ και  ΣΑΔΟ, δηλαδή συντονιστικά πρωτοβάθμιων σωματείων και ομοσπονδιών στον ιδιωτικό και στον δημόσιο τομέα, που λειτουργούσαν σε αντιπαράθεση με τη χουντοδεξιά ΓΣΕΕ, προσπαθώντας να συντονίσουν τους αγώνες. Όλες αυτές οι εξελίξεις σηματοδότησαν την αρχή της δημιουργίας ενός νέου συνδικαλιστικού κινήματος, με έντονα ταξικά και πολιτικά χαρακτηριστικά, με σοβαρές θεσμικές  κατακτήσεις και αυξήσεις στους μισθούς. 
Οι συνθήκες φυσικά δεν είναι ίδιες με τις σημερινές. Σήμερα η εργατική τάξη έχει να αντιμετωπίσει μια σφοδρή επίθεση από κεφάλαιο και ΕΕ που όμοια της δεν έχει υπάρξει στο παρελθόν. Ποσοστά ανεργίας που προσεγγίζουν τα μεταπολεμικά επίπεδα, αποδιαρθρωμένες εργασιακές σχέσεις, τεράστια ποσοστά φτωχοποίησης. Η εργατική τάξη απέναντι σε αυτή την κατάσταση απάντησε  με τριάντα γενικές απεργίες. Έγιναν σοβαροί κλαδικοί αγώνες, όπως αυτός της χαλυβουργίας, των ναυτεργατών, των εργαζομένων στα ΜΜΜ και στα ΜΜΕ. Οργάνωσε ογκώδη συλλαλητήρια και καθημερινές  διαδηλώσεις. Παρ’ όλα αυτά κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί στα σοβαρά ότι η αντίδραση ήταν αντίστοιχη της επίθεσης που δέχτηκε. Ευθύνη γι’ αυτή την κατάσταση φέρνει ο γραφειοκρατικός υποταγμένος συνδικαλισμός της πλειοψηφίας της ΓΣΕΕ. Όμως δεν φταίνε μόνο οι γραφειοκράτες. Ο εργατικός συνδικαλισμός, με τη μορφή που τον γνωρίσαμε, τελειώνει. Ο αστικός και ρεφορμιστικός χαρακτήρας της ταξικής συνδιαλλαγής που σφράγισε τα τελευταία  χρόνια το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα μπαίνει σε κρίση. Είναι ζήτημα ζωής η θανάτου για το συνδικαλιστικό κίνημα η άμεση ανασυγκρότησή του σε καινούργιες βάσεις. 
Για τη συνδικαλιστική και εργατική μεταπολίτευση της εποχής μας
Η εποχή μας είναι εποχή μιας νέας εργατικής και συνδικαλιστικής μεταπολίτευσης, όπου οι δυνάμεις της ταξικής ανεξαρτησίας, της αντικαπιταλιστικής, κομμουνιστικής και ριζοσπαστικής αριστεράς έχουν καθήκον να της δώσουν εκείνο  το πολιτικό και ταξικό περιεχόμενο που θα δημιουργήσει ένα παλλαϊκό ενιαίο εργατικό ταξικό μέτωπο για την ανατροπή της επίθεσης. Για να γίνει αυτό χρειαζόμαστε ένα ανασυγκροτημένο εργατικό κίνημα, ταξικό, αγωνιστικό, ανεξάρτητο, ενωτικό και νικηφόρο, που να υψώσει αποτελεσματική αντίσταση στην επίθεση του κεφαλαίου. Που θα προβάλει ξανά τα απελευθερωτικά οράματα της εργατικής τάξης συνδεδεμένα με την ταξική πάλη τού σήμερα, με αναβαθμισμένο τον πολιτικό του ρόλο. Οι ταξικές δυνάμεις οφείλουν να προτάξουν την ανάγκη υπέρβασης της σημερινής κατάστασης στο συνδικαλιστικό κίνημα. Να ρίξουν το βάρος στην ανασυγκρότηση των συνδικάτων, στη συμμετοχή των εργαζομένων, στις γενικές συνελεύσεις. Να παλέψουν για την ταξική ενότητα των  εργαζομένων. Οι διαφορετικές στρατηγικές και τα διαφορετικά πολιτικά σχέδια δεν θα ξεπεραστούν εύκολα, όμως  δεν μπορούν να αποτελούν εμπόδιο στο να «χτυπάμε όλοι μαζί». Για τα καθήκοντα αυτά, τα οποία αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για να υπάρξει συνδικαλιστικό κίνημα, οι ευθύνες της συνδικαλιστικής αριστεράς όλων των τάσεων και των ρευμάτων είναι τεράστιες.
Η πολιτική προοπτική αποκτά πλέον κινητήριο χαρακτήρα για το εργατικό κίνημα. Σε αυτό κανείς δεν μπορεί να μένει αδιάφορος. Όλο και πλατυτέρα τμήματα  εργαζομένων καταλαβαίνουν ότι για να αλλάξει η ζωή τους δεν αρκούν οι συνδικαλιστικοί οικονομικοί αγώνες αν αυτοί δεν δένονται με την προοπτική της ανατροπής της αντεργατικής πολιτικής και των κυβερνήσεών της, χωρίς το διώξιμο της τρόικας, χωρίς σύγκρουση και έξοδο από ευρώ και ΕΕ. Τι θα έρθει στη θέση τους; Αυτό το ερώτημα βασανίζει το ταξικό εργατικό κίνημα που δεν πρέπει να μένει αδιάφορο απέναντι στο «κυβερνητικό ζήτημα» που ταλανίζει την Αριστερά. Η ουσιαστική και πραγματική ανατροπή των αντιδραστικών συσχετισμών, της αντεργατικής πολιτικής και των κυβερνήσεών τους δεν θα έρθει μόνο με την αλλαγή των κοινοβουλευτικών συσχετισμών. Θα έρθει μέσα από μια γενικευμένη  εργατική και παλλαϊκή σύγκρουση. Στη νέα ασταθή κατάσταση που θα δημιουργηθεί, το κύριο είναι να έχει οικοδομηθεί ένα νέο οργανωμένο ταξικό εργατικό κίνημα και παλλαϊκό μέτωπο. Αυτό το κίνημα και μέτωπο ανατροπής, με βάση την ταξική ανεξαρτησία του, θα προωθεί και θα επιβάλλει το  πρόγραμμά του στον αστικό συνασπισμό εξουσίας και σε κάθε κυβέρνηση, θα διεκδικεί τη δική του εξουσία και κυβέρνηση, θα ανοίγει δρόμους για την κοινωνική αλλαγή  την οποία έχει ανάγκη η εποχή μας.