Έχουν περάσει δέκα χρόνια μετά το ξέσπασμα της αργεντίνικης εξέγερσης, του αρχεντινάσο, και της κατάρρευσης σειράς κυβερνήσεων στη χώρα αυτή της Λατινικής Αμερικής, εξαιτίας ακριβώς της κρίσης χρέους και των ακραία αντιλαϊκών πολιτικών που επιβλήθηκαν. Πολλά είναι τα συμπεράσματα και τα μαθήματα από την περίοδο εκείνη, ωστόσο σε αυτό το άρθρο θα σταθούμε σε τρία ερωτήματα: Ποιος ωφελήθηκε από την πολιτική που ακολουθήθηκε τα δέκα αυτά χρόνια, αν μπορεί να συνεχιστεί αυτή η πολιτική, καθώς κι αν μπορεί να έχει εφαρμογή στην Ελλάδα. 

Δέκα χρόνια από το αρχεντινάσο

Το Μάιο του 2001, έπειτα από μια δεκαετία νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων και ξεπουλήματος μεγάλων κομματιών του δημόσιου πλούτου, το ποσοστό του πληθυσμού που ζούσε κάτω από το όριο της φτώχειας είχε φτάσει στο 36%, ενώ τον Οκτώβριο του 2002 το ποσοστό αυτό έφτασε στο 57,5%. Η ακραία φτώχεια (δηλ. η αδυναµία ακόµη και της στοιχειώδους διατροφής), έφτασε το ίδιο διάστηµα από το 11,6% στο 27,5%! Παρά τις τεράστιες θυσίες που είχε υποστεί ο αργεντίνικος λαός,  στο τέλος του 2001 το εκεί PSI, δηλ. το συναινετικό «κούρεμα» του δημοσίου χρέους από τους ξένους πιστωτές, κατέρρευσε. Η λαϊκή έκρηξη οδήγησε τον πρόεδρο Ντε λα Ρούα στο να δραπετεύσει με ελικόπτερο από το προεδρικό μέγαρο, ενώ σχεδόν ταυτόχρονα παραιτήθηκε και κατέφυγε στις ΗΠΑ ο λαομίσητος υπερυπουργός Οικονοµικών Ντοµίνγκο Καβάγιο ο οποίος το 1991 είχε συνδέσει το πέσο με το αμερικανικό δολάριο –υιοθετώντας ουσιαστικά ένα σκληρό νόμισμα, όπως ανάλογα συμβαίνει με την Ελλάδα και το ευρώ.

Η υπηρεσιακή κυβέρνηση του Ροδρίγκες Σάα, που ανέλαβε αμέσως μετά, ανακοίνωσε (23/12/2001) τη μερική στάση πληρωµών του εξωτερικού χρέους συνολικής αξίας 90 δισ. ευρώ (ήταν η μεγαλύτερη αθέτηση πληρωμών κράτους που είχε δει ως τότε ο κόσμος), την εισαγωγή νέου εσωτερικού νοµίσµατος, δηλ. την κατάργηση της σύνδεσης με το δολάριο, και την ανάκληση της κατάστασης πολιορκίας που είχε επιβάλει ο Ντε λα Ρούα.

Όμως η αποσύνδεση του πέσο από το αμερικανικό νόμισμα, η «έξοδος» από το δολάριο, και η εξωτερική στάση πληρωμών δεν σήμανε άμεσα τίποτε για τους εργαζόμενους, εφόσον οι τελευταίοι δεν μπόρεσαν να επιβάλουν μέτρα που να σπάνε τη λιτότητα. Μετά το Σάα, ακολούθησαν άλλο δύο πρόεδροι που έπεσαν μέσα σε λίγες ημέρες, μέχρι που ανέλαβε την προεδρία ο Εντουάρδο Ντουάλδε, ο οποίος πάγωσε ακόµη περισσότερο τις καταθέσεις (μέτρο που είχε αρχικά επιβάλει ο Ντε λα Ρούα) προκειμένου να στηρίξει το τραπεζικό σύστημα. Το «ξεκλείδωµα» της ισοτιµίας με το δολάριο ξεκίνησε «συντεταγµένα», αλλά γρήγορα η υποτίμηση του αργεντίνικου νομίσματος έγινε άτακτη και οδήγησε από το «1 δολάριο προς 1 πέσο» στο «1 δολάριο προς 4 πέσος».

Το οικονοµικό σοκ ήταν τροµερό στο εσωτερικό: πολλές επιχειρήσεις «πάγωσαν», µε τους (ξένους και ντόπιους) ιδιοκτήτες τους να φεύγουν στο εξωτερικό, γι’ αυτό και πολλοί εργαζόμενοι αναγκάστηκαν να καταλάβουν τα εργοστάσια όπου δούλευαν. Οι τιµές βασικών τροφίµων εκτοξεύτηκαν στα ύψη, όπως και η ανεργία που έφτασε στο 20%. Το κράτος πρόνοιας κατέρρευσε και υποκαταστάθηκε σε µεγάλο βαθµό από τη δράση των λαϊκών συνελεύσεων, των ασαμπλέας, που οργάνωσαν ανά γειτονιά, συσσίτια, αυτοσχέδια ιατρεία κ.ά. Δεν είναι υπερβολή πως τα ασαμπλέας έσωσαν με τα συσσίτια και τις ιατρικές υπηρεσίες τους χιλιάδες ανθρώπους από την πείνα και τον θάνατο, στο αποκορύφωμα της ύφεσης το 2001-2002. Ωστόσο αυτοί που πλήρωσαν το κόστος εκείνης της ανθρωπιστικής διάσωσης ήταν και πάλι ο φτωχοί οι οποίοι στήριζαν τους φτωχότερους –δεν έγινε δηλ. κατορθωτό να επιβληθεί στην άρχουσα τάξη να επωμιστεί αυτό το κόστος.
Με πρωτοστάτες τους πικετέρος, το κίνημα των ανέργων, οι κινητοποιήσεις συνεχίστηκαν ενάντια στην κυβέρνηση Ντουάλδε. Ωστόσο, η εξέγερση εκτονώθηκε σχεδόν οριστικά το 2003 όταν κέρδισε τις εκλογές περονιστής Νέστορ Κίρχνερ.

Ανάπτυξη για τους πλούσιους

Από εκείνη την εποχή και μετά η Αργεντινή βγήκε από τη μεγάλη ύφεση όπου είχε περιπέσει την τετραετία 1999-2002 και το ΑΕΠ γνώρισε υψηλούς ρυθμούς αύξησης, ρυθμούς που έφτασαν επισήμως το 9% κατά μέσο όρο ετησίως. Χάρη στο υποτιμημένο πέσο, τα αργεντίνικα προϊόντα έγιναν φτηνότερα στη διεθνή αγορά. Η σημερινή πρόεδρος της Αργεντινής, η Κριστίνα Φερνάντες ντε Κίρχνερ (σύζυγος του Κίρχνερ που στο μεταξύ πέθανε), ακολουθεί μια πολιτική έντονου προστατευτισμού με περιοδικές απαγορεύσεις στις εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων. Κατά καιρούς έχει απαγορεύσει τις εισαγωγές γαλλικών τυριών, τηλεφώνων και υπολογιστών της Apple, αυτοκινήτων BMW, μέχρι και της κούκλας Μπάρμπι. Ταυτόχρονα κάποιες ξένες επενδύσεις επανεισρέουν στη χώρα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Γη του Πυρός, στο νοτιότερο άκρο της αμερικανικής ηπείρου, όπου φιλοξενείται πλήθος εργοστασίων κατασκευής ηλεκτρονικών και ηλεκτρικών συσκευών που δίνουν δουλειά σε 12.000 εργαζόμενους. Σήμερα, δέκα χρόνια μετά την κρίση, το επίσημο ποσοστό της ανεργίας έχει περιοριστεί στο 7% και το ποσοστό της φτώχειας στο 16%.

Ωστόσο, αυτή η «παραγωγική ανασυγκρότηση» που διοργάνωσαν οι Κίρχνερ δεν σήμανε σε καμία περίπτωση άμεση ανακούφιση για τους εργαζόμενους. Παρά τον τεράστιο φυσικό πλούτο της Αργεντινής, το 2005, τρία χρόνια μετά την κρίση, το επίσημο ποσοστό ανεργίας στη χώρα ήταν 19,1% και η υποαπασχόληση 15%. Το 44% του πληθυσμού ζούσε ακόμη κάτω από το επίπεδο φτώχειας (το ποσοστό αυτό ήταν μεγαλύτερο απ’ ό,τι ήταν το Μάιο του 2001 επί Ντε λα Ρούα), ενώ το 20% του πληθυσμού ζούσε σε καθεστώς απόλυτης ανέχειας.

Ακόμη και το σήμερα δεν είναι καθόλου ρόδινο: Η εξάρτηση από τη σόγια και την κινέζικη αγορά (βλ. παρακάτω) είναι μια πολύ επισφαλής κατάσταση, ειδικά σε περίπτωση ξεφουσκώματος της Κίνας. Πολλοί σχολιαστές εστιάζουν στον πληθωρισμό που επισήμως είναι στο 9% αλλά που στην πραγματικότητα φτάνει στο 20%. Αν αποπληθωριστεί με το πραγματικό ποσοστό πληθωρισμού το ετήσιο ΑΕΠ, τότε δεν υπάρχει καν ανάπτυξη, αλλά ύφεση της τάξης του -1%. Μερικοί σχολιαστές μιλούν για αρνητική ανάπτυξη ακόμη και της τάξης του -10% επισημαίνοντας ότι ο πραγματικός πληθωρισμός φτάνει στο 30%. Κι ας μην ξεχνάμε ότι ο πληθωρισμός είναι αυτός που χτυπάει επιλεκτικά και κύρια τους εργαζόμενους και τα άλλα φτωχά στρώματα. Το πραγματικό ποσοστό του πληθωρισμού (20%) το επιβεβαιώνει και ο πιο διάσηµος σκηνοθέτης της Αργεντινής, ο Φερνάντο «Πίνο» Σολάνας -είναι βουλευτής και ηγέτης του αριστερού κόµµατος Proyecto Sur-, ο οποίος μιλώντας στο «Βήμα» προσθέτει και τα εξής: «Η κυβέρνηση Κίρχνερ δεν προχώρησε σε πραγµατική αναδιανοµή του πλούτου και στην ουσία οι ίδιοι άνθρωποι –οι µεγάλες τράπεζες, οι µεγάλες αγροβιοµηχανίες της σόγιας, οι πετρελαϊκές εταιρείες– κυβερνάνε πάντα τη χώρα. Το χάσµα της ανισότητας έχει µειωθεί πολύ βέβαια σε σχέση µε το 2001 αλλά παραµένει υψηλό».

Συγκρίσεις

Μπορεί, άραγε, αυτό το έστω αργό και βασανιστικό για τους εργαζόμενους –και απόλυτα καπιταλιστικό– σενάριο να επαναληφθεί στην Ελλάδα; Σαφώς όχι. Η Αργεντινή βρέθηκε από την αρχή σε πολύ διαφορετικές συνθήκες από τη σημερινή Ελλάδα. Κατ’ αρχάς, η παγκόσμια οικονομία το 2003 δεν ήταν σε ύφεση, άρα υπήρχαν αγοραστές για τα προϊόντα της Αργεντινής. Δεύτερον, η Αργεντινή είναι μέλος του G20, των 20 ισχυρότερων καπιταλιστικών χωρών του πλανήτη και διαθέτει τεράστιους φυσικούς πόρους -μεταλλευτικούς, ενεργειακούς, κτηνοτροφικούς, γεωργικούς- που μπορεί να εκμεταλλευτεί εξαγωγικά και να ενισχύσει το εμπορικό της ισοζύγιο. Ακόμη καλύτερα για την Αργεντινή, η διεθνής τιμή της σόγιας, βασικού εξαγωγικού προϊόντος της χώρας, αυξήθηκε σημαντικά από το 2003 και μετά. Χωρίς να υπόκειται πλέον στους δυτικούς περιορισμούς, η Αργεντινή μπορούσε να πουλάει παντού και η Κίνα ήρθε να γίνει πρωταθλητής στην αγορά της αργεντίνικης σόγιας.

Τέλος, πολύ σημαντικό ρόλο στην οικονομική ανάκαμψη της Αργεντινής έπαιξαν πολιτικές αλλαγές σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα. Η αριστερή στροφή σε ολόκληρη την υποήπειρο (στην οποία βέβαια συνέβαλε ιδιαίτερα το αρχεντινάσο) χαλάρωσαν τις πολιτικές πιέσεις στο Μπουένος Άιρες, ενώ άνοιξαν και τους οικονομικούς ορίζοντες (οι σημαντικότερες ξένες επενδύσεις είναι σήμερα από χώρες όπως η Βραζιλία και η Βενεζουέλα).
Ο γνωστός Αμερικανός διανοητής Τζέιμς Πέτρας έχει εξηγήσει το πώς φτάσαμε από την απονομιμοποίηση του πολιτικού καθεστώτος, από το σύνθημα «να φύγουν όλοι», στο να θεωρεί ο αργεντίνικος λαός ως «σωτήρα» τον Κίρχνερ. Ο Πέτρας επισήμανε τις αδυναμίες της Αριστεράς, την πολυδιάσπαση, τον κατακερματισμένο μερικό αγώνα, τον περιορισμό σε αναγκαίες μεν δομές αλληλεγγύης και αυτοοργάνωσης, που μετατρέπονταν όμως σε αυτοσκοπό, τα αποκομμένα από το συνολικό πρόγραμμα αιτήματα, όπως τα «σχέδια απασχόλησης» που ενσωματώθηκαν τελικά από την κυβέρνηση προσφέροντας μερική εργασία με εξευτελιστικούς μισθούς.

Η Αργεντινή, ως καπιταλισμός και ως άρχουσα τάξη, έχει ξανασταθεί στα πόδια της μετά την κρίση του 2001. Τότε, ο καπιταλισμός κινδύνευσε σοβαρά να ανατραπεί στην Αργεντινή. Όμως η υποταγή ενός μεγάλου μέρους του κινήματος σε λογικές παραγωγικής ανασυγκρότησης, ήταν μια από τις σοβαρές αιτίες που αυτό δεν συνέβη.