Ο καθεστωτικός Τύπος προσπαθεί να αναδείξει ως σημαντικό για τις πολιτικο-κοινωνικές εξελίξεις το ενδεχόμενο «να βροντήξει ξανά το τουφέκι του αντάρτικου πόλης» («Βήμα»).

Το επιτελείο της ΝΔ έσπευσε να επιτεθεί στον ΣΥΡΙΖΑ, αναθερμαίνοντας το σάπιο σενάριο των «φιλικών σχέσεων με τη 17Ν» από μια σειρά κεντρικά στελέχη του. Όμως αυτά τα προφανώς δημαγωγικά επιχειρήματα αντιμετωπίζονται εύκολα στην καθημερινή πολιτική διαπάλη.
 
Το ιδεολογικό και στρατηγικό υπόβαθρο αυτής της συζήτησης έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Υπάρχει σχέση, υπάρχει επαφή ανάμεσα στην απελευθερωτική στρατηγική της Αριστεράς (ακόμα και στην πιο ριζοσπαστική εκδοχή του επαναστατικού μαρξισμού) και στην τακτική της ατομικής τρομοκρατίας του λεγόμενου «αντάρτικου πόλης»; Η απάντηση είναι ένα καθαρό όχι.
 
Η συζήτηση αυτή ξανάρχισε με την «απόδραση» του Χρ. Ξηρού. Η αδιαφορία του έμπειρου στελέχους της 17Ν για τις συνέπειες της πράξης του πάνω στους συγκρατούμενούς του (επίθεση στο δικαίωμα στις άδειες) είναι σε ρήξη με τις σχετικές παραδόσεις της Αριστεράς και της επαναστατικής Αριστεράς παγκόσμια. Ο ιδεολογικοπολιτικός αχταρμάς (ένα συνονθύλευμα αναφορών στο μαρξισμό, στον αναρχισμό, στον πασοκικό πατριωτισμό, με ολίγη από Κολοκοτρώνη και Καραϊσκάκη) του διαγγέλματος του Χρ. Ξηρού, αλλά και κάποιων από τις πρόσφατες σχετικές προκηρύξεις, είναι επίσης χαρακτηριστικός.
 
Αυτές τις «λεπτομέρειες» μπορεί να τις αξιοποιεί η κυβέρνηση, το κράτος, ακόμα και οι νεοναζί, ξεδιπλώνοντας την πραγματική τρομοκρατική επίθεσή τους απέναντι στο μόνο αντίπαλο που πραγματικά φοβούνται: το εργατικό και λαϊκό κίνημα και τη μαζική-πολιτική Αριστερά. Η κλιμάκωση της πολιτικής του αυταρχικού-αστυνομικού κράτους θα αναζητά στην επόμενη περίοδο μια σχετική «νομιμοποίηση» στις αυθαιρεσίες των «ανταρτών πόλης». 
 
Συλλογική αυτενέργεια
Η επαναστατική στρατηγική του μαρξισμού στηρίζεται στη βασική θέση ότι «η απελευθέρωση της εργατικής τάξης είναι έργο της ίδιας της τάξης». Που σημαίνει ότι το έργο των επαναστατών –όχι στα λόγια, αλλά στην πράξη, μέσα στο ζωντανό κοινωνικό κίνημα αντίστασης– είναι να πείσουν την πλειοψηφία των εργατών να κινηθεί σε αυτή την κατεύθυνση. Που σημαίνει, επίσης, ότι στις «πρωτοβουλίες» των επαναστατών υπάρχει ένα σαφές όριο, το όριο των διαθέσεων των εργατικών μαζών, και είναι απαγορευτική κάθε απόπειρα υποκατάστασής του.
 
Ο ιταλός επαναστάτης Αντόνιο Γκράμσι, γράφοντας σε πολύ δύσκολες συνθήκες, έχει περιγράψει αυτό το ζήτημα, μιλώντας για τους «ανυπόμονους» συντρόφους του: Όλοι θα θέλαμε να ζήσουμε σαν «λιοντάρια», όμως την απόφαση για το πώς θα ζήσουμε, τελικά, δεν την παίρνουμε εμείς, αλλά το επίπεδο της ταξικής πάλης. Που μπορεί να επιβάλει να ζήσουμε, για μεγάλα διαστήματα, σαν «πρόβατα», ή ακόμα χειρότερα, σαν «κοπριά», που καλλιεργεί το έδαφος για να καρπίσει ο επόμενος εργατικός ξεσηκωμός, η μοναδική δύναμη που μπορεί πραγματικά να αλλάξει τον κόσμο.
 
Άμεσα δεμένο με αυτή τη λογική είναι το ζήτημα της βίας. Ασφαλώς για τον επαναστατικό μαρξισμό δεν τίθεται κάποιο αφηρημένο ζήτημα απόρριψης της βίας γενικώς. Όλα τα μεγάλα γεγονότα –οι αστικές επαναστάσεις, τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα, οι εργατικές εξεγέρσεις, ακόμα και οι μεγάλες απεργίες– είναι γεγονότα που ενέχουν ένα σημαντικό επίπεδο μαζικής βίας.
 
Όχι τυχαία, ο Μαρξ περιέγραψε τη βία ως τη «μαμή της ιστορίας». Όμως το επίπεδο της βίας και κυρίως το ερώτημα «από ποιους και πώς ασκείται» είναι αποφασιστικής πολιτικής σημασίας. Αυτό κάνει τη διαφορά ανάμεσα σε ένα αυθεντικά επαναστατικό γεγονός και σε πράξεις υποκατάστασης των μαζών, που τελικά είναι εύκολα χειραγωγήσιμες από τον ταξικό αντίπαλο.
 
Η Ρόζα Λούξεμπουργκ, που έδωσε τη ζωή της για να μη διαχωριστεί από μια πρόωρη εξέγερση, περιέγραψε αυτό το «κοινωνικά αναγκαίο» –και κατά συνέπεια κοινωνικά αποδεκτό– επίπεδο βίας: για την απελευθέρωση της εργατικής τάξης πιθανά θα χρειαστεί ένα «ποτάμι αίματος».
 
Όμως σε όλη αυτή τη διαδικασία οι επαναστάτες είναι υπόλογοι ακόμα και για «τη ζωή ενός μυρμηγκιού» και όποιος αδιαφορεί για μια –έστω και μικρή– αναίτια και ανώφελη «σπατάλη αίματος» είναι ανάξιος να μιλά στο όνομα της επανάστασης.
 
Ιστορική πείρα
Στην Ελλάδα υπάρχει συσσωρευμένη πολιτική πείρα πάνω στο ζήτημα. Στην περίοδο της δικτατορίας η ένοπλη πάλη υπήρξε μια εκδοχή της πρώιμης αντίστασης. Και τότε ακόμα, αποδείχθηκε περιορισμένης διάρκειας: Το κίνημα πήρε τελικά το μαζικό δρόμο και η αντίσταση κλιμακώθηκε στην εξέγερση του Νοέμβρη. 
 
Στην πρώιμη Μεταπολίτευση, η 17Ν προσπάθησε να «συνομιλήσει» με τον εργατικό και νεολαιίστικο ριζοσπαστισμό. Υποτιμώντας τους μαζικούς αγώνες, απομονώθηκε, βυθίστηκε στην κρίση, έφτασε στην αποσύνθεση, που αναδείχθηκε στο καλοκαίρι των συλλήψεων του 2002 (αλλά και στις πρόσφατες επιστολές αλληλοκατηγοριών μέσα από τις φυλακές). 
 
Μετά το Δεκέμβρη του 2008, ένα τμήμα των αγωνιστών της εξέγερσης, προσπάθησε να συνεχίσει να ζει «σαν τα λιοντάρια», μέσα από το δρόμο του απομονωμένου «αντάρτικου». Υπήρξε εύκολο θύμα των μηχανισμών καταστολής και εύκολο άλλοθι για τους ιδεολογικούς μηχανισμούς χειραγώγησης και αποπροσανατολισμού. 
 
Από τη σκοπιά της σοσιαλιστικής απελευθέρωσης της κοινωνίας δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος για να συνεχίσουν να «ξοδεύονται» αποφασισμένοι άνθρωποι σε αυτή την τραγικά αδιέξοδη στρατηγική και τακτική.