Το ΙΚΚ διάλεξε το δρόμο του συμβιβασμού και της «κοινωνικής ειρήνης». Διάλεξε την υποταγή ακόμα και κάθε μεταρρυθμιστικού σχεδίου στην αναγκαιότητα της γρήγορης εξόδου από την κρίση.

Λόγω της συγκυρίας που περνάμε, των εκλογικών αναμετρήσεων, της πρότασης του ΣΥΡΙΖΑ για κυβέρνηση της Αριστεράς, συνεχίζουμε το αφιέρωμα στις «κυβερνήσεις της Αριστεράς» στην ιστορία. Εξάλλου, τα αποτελέσματα των εκλογών της 17ης Ιούνη και η εκπληκτική άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ φουντώνουν και δεν κλείνουν τη συζήτηση για τη σχέση Αριστεράς και κυβερνητικής εξουσίας, Αριστεράς και Κράτους, Αριστεράς και κινημάτων. Συνεχίζουμε με τον «ιστορικό συμβιβασμό», τη στρατηγική στροφή του μεγαλύτερου κομουνιστικού κόμματος στην Ευρώπη, του Ιταλικού Κομουνιστικού Κόμματος (ΙΚΚ, PCI).

Έχουμε ήδη γράψει για το Λαϊκό Μέτωπο και τη Γαλλία του ’36, όπως και για τη Χιλή (1970-73), με την αιματοβαμμένη κατάληξη του ειρηνικού και κοινοβουλευτικού «Χιλιανού δρόμου προς το σοσιαλισμό».

Συμμαχίες
Τα ορθόδοξα σταλινικά ΚΚ (ακολουθώντας την εκτίμηση του ΚΚ Χιλής) εξήγησαν τη δραματική εξέλιξη στη Χιλή με το σκεπτικό ότι οι Χιλιανοί εργάτες «προχώρησαν πολύ μακριά» και «εξώθησαν» τα αφεντικά, τους ιμπεριαλιστές φίλους τους και τη CIA στη λύση του πραξικοπήματος.

Τα ευρωκομουνιστικά ΚΚ (Ιταλίας, Γαλλίας, Ισπανίας), σοκαρισμένα από την πτώση της «Λαϊκής Ενότητας» (σύμπραξη της Αριστεράς και των Σοσιαλιστών) στη Χιλή, που την ταύτιζαν με τον ειρηνικό δρόμο για το σοσιαλισμό, κατέληξαν σε ένα διαφορετικό, αλλά επίσης καταστροφικό συμπέρασμα.

Ήταν η άποψη-πρόταση του γενικού γραμματέα του ΙΚΚ, Ενρίκο Μπερλιγκουέρ, που έμεινε στην ιστορία σαν «Ιστορικός Συμβιβασμός».

Ο Μπερλιγκουέρ ισχυριζόταν ότι μια ένωση της Αριστεράς δεν μπορεί να κυβερνήσει με το 51% των ψήφων (που θεωρούσε το μάξιμουμ μιας τέτοιας προσπάθειας), αλλά χρειάζεται ευρύτερη πλειοψηφία, απαρτιζόμενη από τα τρία βασικά ρεύματα: το κομουνιστικό, το σοσιαλιστικό και το καθολικό (τη Χριστιανοδημοκρατία, δηλ. τη Δεξιά στην Ιταλία). Η συμμαχία αυτή παρουσιάστηκε σαν ένας «νέος αντιφασιστικός άξονας» και σαν ένα συνταγματικό τόξο κατά της «εκτροπής».

Αυτή η στρατηγική ήταν η εξέλιξη του «κυβερνητισμού». Δηλαδή της πολιτικής της ρεφορμιστικής Αριστεράς εκείνης της περιόδου (δεκαετίες ’60 και ’70) που χοντρικά συνίστατο στα εξής: Στόχος των αγώνων –πολιτικών, συνδικαλιστικών κλπ– ήταν η είσοδος της Αριστεράς στην κυβέρνηση. Ο στόχος της σοσιαλιστικής επανάστασης και της εργατικής εξουσίας εγκαταλείφθηκε –ως μη ορατός στόχος για κείνη την εποχή– και αντικαταστάθηκε με την είσοδο στην κυβέρνηση –σαν υποκατάστατο της πραγματικής κατάληψης της εξουσίας από την εργατική τάξη και τους συμμάχους της.

Κύρια υποθήκη για το στόχο της εισόδου στην κυβέρνηση και κύριο διαπραγματευτικό χαρτί απέναντι στους «εταίρους» και την αστική τάξη έγινε ο έλεγχος του μαζικού κινήματος. Το 12ο  συνέδριο του ΙΚΚ (1968) έβαλε τις βάσεις. Σημαντικά στελέχη πρότειναν στο Συνέδριο την «επιβράδυνση» του κινήματος και την ώθηση των μαζών στον αγώνα για μια νέα κοινοβουλευτική πλειοψηφία που να συμπεριλαμβάνει και το ΙΚΚ. Άμεσα, αυτό σήμαινε ΕΛΕΓΧΟ των αντικαπιταλιστικών εργατικών –και όχι μόνο– αγώνων, που φούντωναν εκείνη την περίοδο στην Ιταλία και τη στροφή σε παραδοσιακές (δηλ. ακίνδυνες τότε) μορφές συνδικαλιστικών διεκδικήσεων.

Η συμμαχία –και σε πολιτικό επίπεδο– με τη Δεξιά και τους «προοδευτικούς» καπιταλιστές εκτιμήθηκε από την ηγεσία του ΙΚΚ σαν η μόνη πολιτική που οδηγεί στην εξουσία (δηλ. τη συμμετοχή στην κυβέρνηση), αφού μέχρι τότε το ΙΚΚ, παρά τα μεγάλα ποσοστά του (γύρω στο 35%), παρά την μετριοπάθειά του (αναγνώριση μέχρι και της παραμονής στο ΝΑΤΟ) και παρά τη διαφοροποίηση του από τη Μόσχα, αποκλειόταν μόνιμα από τη διακυβέρνηση. Η συνεργασία με τη Χριστιανοδημοκρατία (ΧΔ) ήλπιζαν να τους ανοίξει το δρόμο προς την κυβέρνηση.

Ο στόχος αυτός μπήκε σε πράξη με τις διαπραγματεύσεις ανάμεσα στα τρία κόμματα για μια «Κυβέρνηση Εθνικής Αλληλεγγύης» και με τη στήριξη της κυβέρνησης Αντρεότι (ΧΔ) το 1976 – με τη μέθοδο της αποχής των κομμουνιστών στη βουλή. Ακολούθησε η διαμόρφωση του «κοινού προγράμματος» , δηλ. ενός προγράμματος εξόδου από την κρίση που όχι μόνο δεν γινόταν με βάση τις ανάγκες και τα αιτήματα των πολλών, αλλά κάθε αποτυχία στους «στόχους» του σήμαινε και νέες συντηρητικότερες θέσεις για το ΙΚΚ…

Ταξικοί αγώνες
Η εποχή στην οποία διαμορφώθηκε ο «ιστορικός συμβιβασμός» δεν ήταν μια εποχή όπου είχε πέσει στο κίνημα «άκρα του τάφου σιωπή». Ακριβώς το αντίθετο συνέβαινε. Τόσο στην Ιταλία όσο και σε όλη την Ευρώπη.

 

Στην Ιταλία υπήρχε πρωτοφανής άνοδος των ταξικών αγώνων, που έφτασαν σε ένα νέο ποιοτικά και οργανωτικά αντικαπιταλιστικό επίπεδο (εξισωτικές αυξήσεις μισθών, άγριες απεργίες, οργάνωση από τα κάτω κλπ).

Ταυτόχρονα η Χριστιανοδημοκρατία και οι κυβερνητικοί συνασπισμοί, που κυριαρχούσαν για 20 χρόνια, περνούσαν μεγάλη κρίση. Για πρώτη φορά, μετά τον αφοπλισμό και το συμβιβασμό της Ιταλικής Αριστεράς το 1947, η ανατροπή του καπιταλισμού μπήκε πρακτικά ξανά στο προσκήνιο, αφού είχαν ωριμάσει οι συνθήκες για αριστερή εναλλακτική λύση, με τον κόσμο στο δρόμο, στα εργοστάσια, στα πανεπιστήμια, στις γειτονιές να είναι «επί ποδός πολέμου», πετυχαίνοντας νίκες που ανέβαζαν το ηθικό του.

Σ’ αυτές τις συνθήκες το ΙΚΚ διάλεξε το δρόμο του συμβιβασμού και της «κοινωνικής ειρήνης». Διάλεξε την υποταγή ακόμα και κάθε μεταρρυθμιστικού σχεδίου στην αναγκαιότητα της γρήγορης εξόδου από την κρίση.

Έφτασε να ζητήσει από την εργατική τάξη να αποδεχθεί το «μεγαλύτερο βάρος των θυσιών που επιβάλει ο αγώνας ενάντια στον πληθωρισμό» με τον εξής συλλογισμό: πρώτα η «ανάπτυξη», η «ανταγωνιστικότητα» και η διέξοδος από την κρίση και μετά οι μεταρρυθμίσεις στο κράτος και την οικονομία.

Έφτασε να διστάζει να εμπλακεί στα μοναδικά κινήματα κοινωνικών μεταρρυθμίσεων που αναπτύσσονταν τότε (νόμοι για το διαζύγιο, τις εκτρώσεις κλπ), από φόβο μήπως έρθει σε ρήξη και «τρομάξει» τον καθολικό ψηφοφόρο…

Πού οδήγησε αυτή η στρατηγική; Στην πτώση της δύναμης του ΚΚ, στην ανικανότητά του ακόμα και να στηρίξει τις τεράστιες απεργίες στη ΦΙΑΤ, που ηττήθηκαν τελικά, και το 1979 στην εγκατάλειψη του ιστορικού συμβιβασμού. Να σημειωθεί ότι, παρά τις πρωτοφανείς αυτές υποχωρήσεις, το ΙΚΚ δεν βρέθηκε ποτέ στην κυβέρνηση.

Συμπεράσματα
Σε γενικό επίπεδο, σε όλες τις μέχρι σήμερα εκδοχές της Αριστεράς στην κυβέρνηση φάνηκε η ικανότητα της εξουσίας (των καπιταλιστών) στο να απορροφά τους «μεταρρυθμιστές της Αριστεράς» ή να τους εξοντώνει. Το θέμα του ελέγχου του αστικού κράτους και των μηχανισμών εξουσίας δεν λύθηκε –ούτε τέθηκε στα σοβαρά– σε καμία από τις αναφερόμενες περιπτώσεις…

Το θλιβερό απομεινάρι του «κυβερνητισμού», της αποτυχημένης πολιτικής των λεγόμενων «ευρωκομουνιστικών» κομμάτων, η ΔΗΜΑΡ του Φ. Κουβέλη, έρχεται να θυμίσει σήμερα τις χειρότερες σελίδες αυτής της ρεφορμιστικής τακτικής. Μιας τακτικής που χαντάκωσε τεράστια κινήματα –εργατικά, νεολαιίστικα, γυναικών κλπ– και τις κατακτήσεις τους, χτύπησε την επαναστατική Αριστερά, αφαίρεσε δημοκρατικά δικαιώματα από το σύνολο της κοινωνίας και στο τέλος καταβαραθρώθηκε –χειρότερα και από την καταβαράθρωση των «γνήσιων» σταλινικών κομμάτων.

Η «Αριστερά της Ευθύνης», όπως αυτοπροσδιορίζεται η ΔΗΜΑΡ, ακολουθεί την παλιά συνταγή: αναλαμβάνει την «ευθύνη» να ξελασπώσει –στο βαθμό που μπορεί– τον καπιταλισμό, τα μνημόνια και τις κυβερνήσεις τους…

Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει ξεκάθαρα να διαχωριστεί από τέτοια μονοπάτια «ευθύνης». Να πάρουμε το μάθημα για το πού οδηγούν αυτές οι λογικές.

Ο κόσμος που μας ψήφισε και άντεξε σε μια πρωτοφανή τρομοκρατία (από τις κυρίαρχες ομάδες εντός και εκτός Ελλάδας) δεν περιμένει από μας μια «υπεύθυνη» αντιπολίτευση. Περιμένει την οργάνωση της αντίστασης για την ανατροπή των μνημονίων και των μέτρων λιτότητας-εξόντωσης... μέχρι την κοινωνική αλλαγή (για πολλούς/ές μέχρι το σοσιαλισμό), όπου οι άνθρωποι όχι μόνο θα είναι «πάνω από τα κέρδη», αλλά και θα συμμετέχουν στις αποφάσεις και θα καθορίζουν τις ζωές τους…