Η μάχη του Αφρίν έχει ήδη προκαλέσει καταστροφή στην περιοχή –σε νεκρούς αμάχους, σε εκτοπισμένους πληθυσμούς, πολλοί εκ των οποίων είχαν ήδη εκτοπιστεί προηγουμένως από τις εστίες τους και είχαν καταφύγει στο Αφρίν για ασφάλεια…

Στο στρατιωτικό σκέλος όμως, ελάχιστες είναι οι εξελίξεις. Το μέτωπο παραμένει στις ορεινές περιοχές στα σύνορα Τουρκίας-Συρίας και σε κάποια χωριά. Τόσο η αντίσταση των κουρδικών πολιτοφυλακών (που αποδεικνύεται ισχυρή), όσο και ένας πιθανός «πολιτικός υπολογισμός» εκ μέρους της Άγκυρας (όλοι παραδέχονται ότι αν «έριχνε το στρατό της», θα έφτανε στο Αφρίν σε ελάχιστο χρόνο, αλλά είναι μια επιλογή με υψηλό πολιτικό ρίσκο) επιβραδύνουν τις εξελίξεις.
Ρωσική ανοχή
Εν τω μεταξύ, κάποια πρώτα ερωτήματα, που ήταν αναπάντητα όταν ξεκινούσε η επιχείρηση, τα έχει απαντήσει η ζωή. Το ένα αφορά τη ρωσική έγκριση/ανοχή. Ποτέ δεν ανακοινώθηκε επίσημα η κατάληξη της συνάντησης στρατιωτικών και μυστικών υπηρεσιών Ρωσίας-Τουρκίας πριν αρχίσει η επίθεση, αλλά στην πράξη οι ρωσικές ένοπλες δυνάμεις αποχώρησαν από το Αφρίν, ενώ επιτρέπουν τη χρήση του εναέριου χώρου στα τουρκικά βομβαρδιστικά. Φυσικά, οι ρωσικές δυνάμεις (σύμφωνα με ρεπορτάζ, αλλά και όπως είναι απολύτως λογικό) διατηρούν ένα «μάτι» στην περιοχή και πραγματοποιούν τακτικές επισκέψεις, για να έχουν άμεση εικόνα του μέχρι πού θα φτάσει η τουρκική επιχείρηση, πώς αντιδρούν οι κουρδικές δυνάμεις κ.ο.κ. Σε αυτόν τον πόλεμο, εξαρχής τα «στρατόπεδα» και οι συμμαχίες δεν ήταν ποτέ «μπετόν αρμέ». 
Η ρωσική έγκριση/ανοχή ερμηνεύει και το γεγονός ότι η εναντίωση του καθεστώτος Άσαντ στην τουρκική εισβολή παραμένει ρητορική. Οι δυνάμεις του (και η ρωσική αεροπορία) είναι απασχολημένες στην επέλαση στο Ιντλίμπ (τελευταία επαρχία στα χέρια αντικαθεστωτικών και παρεμπιπτόντως, επίσης –όπως και το Αφρίν– γεωγραφική ζώνη που φιλοξενεί χιλιάδες εκτοπισμένους που ίσως υποχρεωθούν σε νέα προσφυγιά). Χωρίς να πρόκειται για «συνωμοσία», είναι αντικειμενικά βολικό για τον Άσαντ, τα όποια υπολείμματα του παλιού FSA (που έχουν μετατραπεί σε απολύτως εξαρτημένη από την Τουρκία δύναμη) να στραφούν προς το Αφρίν, και να αφήσουν στη μάχη της Ιντλίμπ την ισλαμιστική συμμαχία στην οποία ηγεμονεύει το συριακό παρακλάδι της Αλ Κάιντα (πρώην Αλ Νούσρα). Πέρα από αυτό, Μόσχα και Δαμασκός βλέπουν μάλλον με καλό μάτι την προοπτική να δοθεί ένα «μάθημα» στους Κούρδους. Η δημόσια συζήτηση για την τύχη του Αφρίν, αν αυτό τελικά πέσει, είναι ενδεικτική (παράδοσή του στο καθεστώς από την Τουρκία, οικειοθελής παράδοσή του στο καθεστώς από τους Κούρδους με αντάλλαγμα να γλιτώσουν τη σφαγή κ.ο.κ.). Το μέχρι πού θα φτάσει η ανοχή στην τουρκική επιχείρηση είναι βέβαια πάντοτε ζητούμενο, σε αυτήν την «ένοπλη διαπραγμάτευση» (τουλάχιστον η Μόσχα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τους Κούρδους ως «μέρος της λύσης», και δεν επιθυμεί την πλήρη αποξένωσή τους, που μπορεί να τους οδηγήσει ακόμα βαθύτερα στην αγκαλιά των ΗΠΑ ή να ενισχύσει ακόμα περισσότερο τις αποσχιστικές τάσεις, σε βάρος των πιο «ομόσπονδων» προτάσεων).
Αμερικανική αναμονή
Αντίστοιχους υπολογισμούς κάνουν προς το παρόν και οι ΗΠΑ. Για τις οποίες, όσο η επιχείρηση αφορά το Αφρίν (που ανήκει στην ρωσική άτυπη «σφαίρα προστασίας»), είναι εύκολο να τηρούν ευνοϊκή σιγή ιχθύος. Άλλωστε κριτήριό τους είναι η προστασία των δικών τους βάσεων στη Συρία κι όχι γενικώς οι κουρδικές προσδοκίες για αυτοδιοίκηση της «Ροζάβα». Δεν θα ρισκάρουν κλιμάκωση της σύγκρουσης με την Τουρκία για χάρη των Κούρδων του Αφρίν. Το τι θα πράξουν σε περίπτωση που η τουρκική εκστρατεία κινηθεί προς την Μανμπίτζ (που ανήκει στην αμερικανική άτυπη «σφαίρα προστασίας») είναι ένα άλλο ζήτημα, το οποίο όμως θα πάρει υπόψη της πολύ σοβαρά και η Άγκυρα πριν προχωρήσει. Προς το παρόν ανταλλάσσονται δηλώσεις «αποφασιστικότητας» («θα μείνουμε στην Μανμπίτζ», «αν μείνετε δεν θα διστάσουμε» κ.λπ.), οι οποίες όμως είναι πολύ διαφορετικές από τις δύσκολες και πραγματικές επιλογές που θα γίνουν τελικά.
Η αναντιστοιχία μεταξύ φλογερής ρητορικής και περιορισμένων/προσεκτικών ενεργειών στο έδαφος από όλες τις μεριές (της Τουρκίας συμπεριλαμβανομένης), βάζει στον πειρασμό να μιλήσει κανείς για «θέατρο πολέμου» όπου δοκιμάζονται αντοχές, όρια, «κόκκινες γραμμές» και όπου οι ένοπλες συγκρούσεις αποτελούν «επιπλέον, συνοδευτικό, επιχείρημα» σε ένα διπλωματικό παιχνίδι. Μόνο που στα χωριά γύρω από την Αφρίν, για τους άμαχους στα νοσοκομεία, για τους εκτοπισμένους των βομβαρδισμών και για τους/τις νέους/ες που κατατάσσονται στις κουρδικές πολιτοφυλακές για να υπερασπιστούν τα εδάφη τους δεν είναι «θέατρο» αυτό που συμβαίνει. Και οι «δοκιμές των ορίων του άλλου» είναι ένα παιχνίδι που εύκολα μπορεί να εγκλωβίσει αυτούς που συμμετέχουν και να οδηγήσει σε ένα σπιράλ πέρα από τις αρχικές προθέσεις…