Φέτος τον Οκτώβριο, η Θεσσαλονίκη θα γιορτάσει τα 100 χρόνια από την απελευθέρωσή της, σαν αποτέλεσμα του νικηφόρου, για την Ελλάδα, Α΄ Βαλκανικού Πολέμου. Η ιστορία, που διδασκόμαστε στα σχολεία και αναπαράγεται από τα κυρίαρχα ΜΜΕ και τα συντηρητικά κόμματα, μας λέει ότι οι Βαλκανικοί Πόλεμοι ήταν λαμπρή στιγμή για τη χώρα. Με την ηγεσία του Βενιζέλου το ελληνικό κράτος ξεπέρασε την ντροπιαστική ήττα του 1897 και κατέκτησε τη Μακεδονία και την Ήπειρο. Στην πραγματικότητα οι πόλεμοι αυτοί ήταν τμήμα του γενικότερου ιμπεριαλιστικού σφαγείου. Για τον ελληνικό καπιταλισμό ήταν ο τρόπος να βγει από την οικονομική και πολιτική κρίση που βρισκόταν, να κατακτήσει καινούργιες περιοχές, πόρους και ανθρώπους. Να ισχυροποιήσει τη θέση του δίπλα στους μεγάλους ιμπεριαλισμούς της εποχής. Οι βλέψεις του αυτές, που στην αρχή στέφθηκαν με επιτυχία, οδήγησαν τον ελληνικό λαό σε έναν πόλεμο, που κρατησε 10 χρόνια και που τέλειωσε το 1922 με την καταστροφή της Σμύρνης και τα εκατομμύρια των προσφύγων.

Το 1893, η Ελλάδα οδηγήθηκε στην πτώχευση και μπήκε σ’ ένα φαύλο κύκλο αναζήτησης πόρων για τη συντήρηση του κρατικού μηχανισμού. Η ραγδαία υποτίμηση της δραχμής και τα υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα είχαν διαταράξει την εμπιστοσύνη στο νόμισμα. Η κατάσταση επιδεινώθηκε με την ταπεινωτική ήττα στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897.  Ένα χρόνο αργότερα ήρθε ο Διεθνής Οικονομικός Ελεγχος (ΔΟΕ). Κάτι αντίστοιχο με το σημερινό ΔΝΤ.

Ο ΔΟΕ επέβαλε αυστηρό νομισματικό και δημοσιονομικό πρόγραμμα, με δύο κυρίως τρόπους. Μέσω του ταμείου υπεγγύων προσόδων, ο ΔΟΕ εισέπραττε αντί του Δημοσίου φορολογικά έσοδα που εξοφλούσαν τα ξένα δάνεια, ενώ η χώρα υποχρεωνόταν να αποσύρει ετησίως 2 εκατομμύρια δραχμές από την κυκλοφορία. Από το 1901 μεγάλο μέρος του πληθυσμού μετανάστευσε, κυρίως στις ΗΠΑ.

Την περίοδο πριν τους Βαλκανικούς Πολέμους (πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα) καθόρισαν πολιτικά:

* Η έξαρση στον ανταγωνισμό των ιμπεριαλιστικών Μεγάλων Δυνάμεων (Γερμανία, Βρετανία, Ρωσία, Γαλλία, Ιταλία) που εκφράστηκε με πρωτοφανή κούρσα εξοπλισμών. Ο μιλιταρισμός έγινε εθνική ιδεολογία.

* Το κίνημα των «Νεότουρκων» ενάντια στην Πύλη το 1908, μετά την προσάρτηση από την Αυστρία της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης (που ανήκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία). Αυτό το κίνημα υποσχέθηκε ισοτιμία σε όλους τους λαούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Δεν το έπραξε αργότερα, αλλά για τις άρχουσες τάξεις των βαλκανικών κρατών χτύπησε συναγερμός.

* Στην Ελλάδα το κίνημα στο Γουδή το 1909. Η συνειδητοποίηση της ανοικτής κοινωνικής κρίσης (άθλια κατάσταση της εργατικής τάξης, βαριοί φόροι, έμμεση φορολογία που έπληξε κυρίως εργατικά και μικροαστικά στρώματα, κοινωνική πόλωση) σε συνδυασμό με τους ορατούς κινδύνους για τα επεκτατικά-αλυτρωτικά οράματα ωθούν στο προσκήνιο ένα νέο πολιτικό πόλο, το στρατό. Και ενώ η κύρια απαίτηση του Στρατιωτικού Συνδέσμου είναι η αναδιοργάνωση του στρατού, η μαζική παρέμβαση του λαϊκού παράγοντα, με την πολιτική σφραγίδα της αστικής τάξης, προσθέτει στα επίδικα τις κοινωνικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις όπως: μεταρρύθμιση φορολογίας, αναδιοργάνωση δημόσιας διοίκησης, ποινικοποίηση τοκογλυφίας, βελτίωση των όρων ζωής και των συνθηκών εργασίας της εργατικής τάξης.

Καλείται ο Βενιζέλος από την Κρήτη να ηγηθεί της νέας «εθνικής προσπάθειας» για έξοδο από την πολιτική και οικονομική κριση και τον Οκτώβριο του 1910 γίνεται πρωθυπουργός.

Οι πόλεμοι

Ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος ξεκίνησε τον Οκτώβρη του 1912. Ο Ιταλοοθωμανικός πόλεμος του 1911 αποκάλυψε ότι η Πύλη ήταν ευάλωτη και η βαλκανική συνεννόηση έγινε απαραίτητη, προκειμένου οι τοπικοί εθνικισμοί να  ικανοποιήσουν τις επεκτατικές τους βλέψεις. Έτσι διαμορφώθηκε η «Βαλκανική Συμμαχία» (Σερβία, Μαυροβούνιο, Ελλάδα και Βουλγαρία) που επιτέθηκε και απέσπασε από την Οθωμανική Αυτοκρατορία τη Μακεδονία και το μεγαλύτερο μέρος της Θράκης.
Με το τέλος του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου, που επικύρωσε η Συνθήκη Ειρήνης του Λονδίνου (17 Μαΐου 1913), η Ελλάδα απόκτησε –εκτός από την πολυπόθητη για όλους τους συμμάχους Θεσσαλονίκη– την  Ήπειρο, μεγάλο μέρος της Μακεδονίας και τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου. Η Θεσσαλονίκη τότε ήταν αμάλγαμα πλυθυσμών με το ελληνικό στοιχείο να είναι μειοψηφία (25%).

Ο πόλεμος όμως δεν είχε τελειώσει.

Οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των πρώην συμμάχων γρήγορα οδηγήθηκαν σε αδιέξοδο, καθώς η συνεννόηση για τη λεια ήταν αδύνατη. Ο Β΄ Βαλκανικός Πόλεμος ξεκίνησε ένα μήνα μετά τη λήξη του πρώτου.

Στο Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο, απέναντι στη Βουλγαρία θα παραταχθούν όλοι οι παλιοί της σύμμαχοι, μαζί τώρα με την Οθωμανική Αυτοκρατορία και τη Ρουμανία. Ενώ λοιπόν η βαλκανική σύρραξη είχε αρχικά ξεκινήσει –και παρουσιαστεί– ως ένας αγώνας των χριστιανικών εθνών ενάντια στη μουσουλμανική Οθωμανική Αυτοκρατορία, στην πορεία  η Ελλάδα βρέθηκε να πολεμά στο πλευρό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εναντίον της Βουλγαρίας.

Ο νέος πόλεμος κράτησε μόλις ένα μήνα, ήταν όμως αγριότερος και πιο αιματηρός από τον προηγούμενο. Χωριά ολόκληρα κάηκαν μαζί με τους άμαχους κατοίκους τους, αιχμάλωτοι εκτελέστηκαν, δεκάδες χιλιάδες έγιναν πρόσφυγες, εφαρμόστηκαν πρακτικές εθνοκάθαρσης με έναν φανατισμό που προκάλεσε βαθιά τραύματα στους πληθυσμούς των εμπόλεμων. Με επέμβαση των ευρωπαϊκών δυνάμεων, ο πόλεμος τελείωσε με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου.

Με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου, που υπογράφηκε στις 10 Αυγούστου 1913, η Ελλάδα διπλασίασε τη συνολική της έκταση και αυξήθηκε ο πληθυσμός της κατά 80% (4,7 εκατ. κάτοικοι το 1913 σε σύγκριση με τα 2,6 εκατ. του 1912).

Mεγάλες ήταν και οι οικονομικές απολαβές. Όπως αναφέρει ο ιστορικός Βεντήρης: «Ο δημόσιος προϋπολογισμός ηυξήθη κατά 100 εκατ. χρυσών δραχμών. Ο εμπορικός στόλος ανεπτύσσετο αλματωδώς. Η αγροτική οικονομία ήλλαξε σχεδόν όψιν. Η καπνοπαραγωγή των βορείων περιφερειών, η ελαιουργία των νήσων, η δασοκομία της Μακεδονίας της έδωκαν ευρωστίαν και ποικιλίαν. Η βιομηχανία ήτο παράσιτος. Τώρα καθίστατο αληθής παράγων εθνικού πλούτου. Από 115 εκατ., η βιομηχανική εξαγωγή υπερέβη τα 200 εκατ. χρυσών δραχμών».

Βέβαια, οι σφαγές, οι ωμότητες, τα καραβάνια της προσφυγιάς των μουσουλμάνων και χριστιανών ήταν το απαραίτητο τίμημα αυτής της αστικής και ιμπεριαλιστικής πολιτικής. Όλοι οι εμπλεκόμενοι πήραν μέρος στις βαρβαρότητες. Και, παρά την αντίθετη κρατική προπαγάνδα, η ελληνική πλευρά πρωταγωνίστησε σε αυτές.

Ο Λέον Τρότσκι καταγράφει τις ανελέητες σφαγές αμάχων ως πολεμικός ανταποκριτής στους Βαλκανικούς Πολέμους: «[…] Σε όλες αυτές τις περιοχές μαινόταν ένας τρομακτικός κυκλώνας που ξερίζωσε, γκρέμισε, κατακρεούργησε, μετέτρεψε σε στάχτες οτιδήποτε δημιούργησε η ανθρώπινη εργασία, σακάτεψε και αφάνισε τον ίδιο τον άνθρωπο και γονάτισε θανάσιμα τη νέα γενιά, ως και τα παιδιά που θήλαζαν, ως και τα έμβρυα στις μήτρες των μανάδων τους. Οι Τούρκοι καίγανε και μακελεύανε, καθώς έφευγαν. Οι ντόπιοι χριστιανοί, όταν βρήκαν την ευκαιρία, καίγανε και σφάζανε, καθώς πλησίαζαν οι συμμαχικοί στρατοί. Οι στρατιώτες αποτελειώνανε τους τραυματίες κι άρπαζαν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους. […] Το να μιλάς για την “απελευθέρωση” μιας Μακεδονίας ερημωμένης, λεηλατημένης, ρημαγμένης από την αρρώστια απ’ άκρη σε άκρη, πάει να πει πως είτε περιγελάς την πραγματικότητα, είτε ότι γίνεσαι ο ίδιος περίγελος. Μπροστά στα μάτια μας, μια καταπληκτική χερσόνησος, πλουσιοπάροχα προικισμένη από τη φύση, […] εκσφενδονίζεται διά πυρός και σιδήρου πίσω στο σκοτάδι της πείνας και της βαρβαρότητας. Όλα όσα συσσώρευσε ο πολιτισμός χάνονται, η εργασία πατεράδων, παππούδων και προπαππούδων γίνεται σκόνη, οι πόλεις ερημώνουν, τα χωριά παραδίδονται στις φλόγες και δε φαίνεται τέρμα σ’ αυτή τη φρενίτιδα καταστροφής… Απέναντι σε τέτοιες επανόδους στη βαρβαρότητα είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς πως η λέξη “άνθρωπος” είναι μια αξιοπρεπής λέξη».

Η Αριστερά

Τις αρπαχτικές και πολεμοχαρείς βλέψεις τόσο των λεγόμενων Μεγάλων Δυνάμεων, όσο και των τοπικών καπιταλισμών στα Βαλκάνια, δεν τις συμμεριζόταν η Αριστερά της εποχής, δηλαδή τα Σοσιαλδημοκρατικά κόμματα και οργανώσεις όλων των κρατών της Βαλκανικής. Ήταν υπέρ της ειρήνης και της συνεργασίας μεταξύ των Βαλκανικών λαών, που έτσι κι αλλιώς ζούσαν μαζί για αιώνες και, παρά τις διαφορετικές θρησκείες ή και γλώσσες, συμβίωναν ειρηνικά, επιρρεάζοντας ο ένας τον άλλο.

Παράδειγμα διεθνισμού, αρμονικής συμβίωσης και κοινών στόχων ήταν η Φεντερασιόν (Σοσιαλιστική Εργατική Ομοσπονδία Θεσσαλονίκης), που ιδρύθηκε από τον Αβραάμ Μπεναρόγια. Ήταν Εβραίος που μεγάλωσε στη Βουλγαρία, όπου ήρθε σε επαφή με τις σοσιαλιστικές ιδέες. Εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη μετά την επανάσταση των Νεότουρκων το 1908.
Η δράση του απλωνόταν και μέσα στη μεγάλη εβραϊκή κοινότητα και στο βαλκανικό σοσιαλιστικό κίνημα. Η Φεντερασιόν πέτυχε την ένωση Βουλγάρων και Εβραίων τυπογράφων, τη συνεργασία Ελλήνων, Τούρκων και Εβραίων καπνεργατών, την ένωση Τούρκων και Εβραίων ξυλουργών.  Ήταν μια πολυεθνική σοσιαλιστική οργάνωση. Εβγαζε εφημερίδα σε πολλές γλώσσες, καθώς τότε ήταν συχνό φαινόμενο να βγαίνουν πολύγλωσσες σοσιαλιστικές εφημερίδες (και στα Γαλλικά και στα Σεφαραδίτικα).

Η Φεντερασίον επιδίωξε να συμμετέχει και να αναγνωρισθεί από τη Β΄ Σοσιαλιστική Διεθνή στις 7/11/1909, σαν τμήμα Θεσσαλονίκης ενός μελλοντικού Πανοθωμανικού Σοσιαλιστικού κόμματος. Να θυμίσουμε ότι ήταν η κυριότερη και μαζικότερη οργάνωση που πήρε μέρος στην ίδρυση του ΣΕΚΕ (μετέπειτα ΚΚΕ).

Τα σοσιαλιστικά κόμματα και οργανώσεις της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, στο πρώτο τους συνέδριο, που έγινε στο Βελιγράδι (7-9 Ιανουαρίου 1910), δήλωναν στο πρόγραμμά τους ότι στόχος τους ήταν μια Βαλκανική Δημοκρατική Ομοσπονδία. Όπως γράφει και ο Τρότσκι, το πρόγραμμα του προλεταριάτου στρέφεται τόσο ενάντια στο μιλιταρισμό των βαλκανικών κρατών όσο και ενάντια στην Αυτοκρατορία των Αψβούργων. Μέθοδός του δεν είναι οι βαλκανικοί πόλεμοι, αλλά οι βαλκανικές επαναστασεις. Όμως, η εργατική τάξη των Βαλκανίων ήταν τότε αδύναμη αριθμητικά και πολιτικά για να εκπληρώσει αυτό το στόχο. Έτσι, αντί για επαναστασεις ήρθαν οι πόλεμοι.