Το «σύντομο καλοκαίρι» της σχετικής και αβέβαιης ηρεμίας ύστερα από την ψήφιση του τρίτου μνημονίου διαταράσσεται ήδη από προβλήματα που προδιαγράφουν εκρηκτική συνέχεια. Όλα όσα συμβαίνουν το τελευταίο διάστημα («κανόνια» από μεγάλες επιχειρήσεις, εκτιμήσεις για παράταση της ύφεσης για το 2016 αλλά και το 2017, έκρηξη ιδιωτικών χρεών) αλλά και όλα τα πολιτικά «στρατηγήματα» της κυβέρνησης (που συνοψίζονται στις νέες αδειοδοτήσεις των καναλιών και στη μάχη ερεισμάτων στο δικαστικό σώμα και στο «βαθύ κράτος», στην αλλαγή του εκλογικού νόμου και στη συνταγματική αναθεώρηση) είναι τα αδιάψευστα στοιχεία μιας κρίσης διαχείρισης των συνεπειών του τρίτου μνημονίου, που άρχισε πολύ νωρίς, κυριολεκτικά από την «επόμενη μέρα» της ψήφισής του.

Η προδιαγεγραμμένη συνέχεια είναι η μετάβαση από την κρίση διαχείρισης των συνεπειών του μνημονίου στην υποτροπή της κρίσης του ελληνικού καπιταλισμού, το δε επερχόμενο φθινόπωρο προαναγγέλλεται ως το σημείο καμπής γι’ αυτήν τη μετάβαση. Σ’ αυτή την πορεία, η καρδιά του προβλήματος είναι το τρίτο μνημόνιο (καθώς προστίθεται στα δύο προηγούμενα) και τα αδιέξοδα στη διαχείριση του ίδιου αλλά και των συνεπειών του. 
Η συγκυρία όμως είναι γεμάτη και με εξωτερικούς παράγοντες που επιδεινώνουν το εσωτερικό πρόβλημα. Ιδιαίτερα το Brexit επιδρά με πολλούς τρόπους αρνητικά στην κρίση του ελληνικού καπιταλισμού αλλά και στις ήδη εξαιρετικά μειωμένες δυνατότητες της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ να διαχειριστούν τις τύχες του μέσα από τα μνημόνια. 
Ο Ευρωπαίος επίτροπος κ. Μοσκοβισί και ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ κ. Λιου ερχόμενοι στην Αθήνα στέλνουν με ένα στόμα το ίδιο μήνυμα: Δεν υπάρχουν περιθώρια για οποιαδήποτε «χαλάρωση», τόσο στα εφαρμοζόμενα μέτρα όσο και στους ρυθμούς επιβολής τους. Τα προαπαιτούμενα της προηγούμενης αξιολόγησης πρέπει να κλείσουν μέχρι τα τέλη Αυγούστου και η νέα αξιολόγηση να ολοκληρωθεί τον Οκτώβριο. Το ποτήριον τούτο δεν είναι μόνο πολύ πικρό, αλλά πρέπει και να καταποθεί... μονορούφι. 
Κρίση διαχείρισης του μνημονίου
Η κρίση διαχείρισης του μνημονίου έχει πολλές πλευρές, αλλά μπορούμε να τη συνοψίσουμε στην κρίση του οικονομικού και του πολιτικού «μηχανισμού» της διαχείρισής του. 
Όσον αφορά την οικονομία, οι συνέπειες έχουν ήδη διαφανεί:
Πρώτο, με την έρπουσα κρίση του ιδιωτικού χρέους, που απειλεί να εξελιχτεί σε ανοιχτή, παράγοντας μια «φαντασμαγορία» καταρρεύσεων μεγάλων επιχειρήσεων, αλλά και μια κρίση αξιοπιστίας στο μηχανισμό αλληλόχρεων λογαριασμών σε όλο το φάσμα της καπιταλιστικής αγοράς που εγκυμονεί τον κίνδυνο εκτεταμένης στάσης πληρωμών όλων προς όλους: ιδιωτών προς ιδιώτες, ιδιωτών προς Δημόσιο, Δημοσίου προς ιδιώτες. Τα «κανόνια» του Mega, του Μαρινόπουλου και της Jet Oil είναι μόνο η αρχή, το εκρηκτικό ξέσπασμα της κρίσης ιδιωτικού χρέους είναι η απειλητική συνέχεια. 
Δεύτερο, με το «μαύρισμα» των οικονομικών προοπτικών. Το Brexit (που λειτουργεί αποτρεπτικά για νέες επενδύσεις και αντίθετα ευνοεί την απόσυρση κεφαλαίων από την ευρωπαϊκή περιφέρεια και ακόμη περισσότερο την Ελλάδα), ο κίνδυνος μείζονος κρίσης των ευρωπαϊκών τραπεζών με επίκεντρο τις ιταλικές (που κλείνει πιο ερμητικά τις στρόφιγγες χρηματοδότησης των ελληνικών επιχειρήσεων και επιδεινώνει την κατάσταση των ελληνικών τραπεζών «ξαναζεσταίνοντας» τους κινδύνους για ανάγκη νέας ανακεφαλαίωσης, που αυτήν τη φορά θα γίνει με τη μέθοδο του bail in), το τεράστιο βάρος της υπερφορολόγησης και των περικοπών στα εισοδήματα, που εντείνουν τις υφεσιακές τάσεις (με αποτέλεσμα το IOBE να προβλέπει ύφεση 1,3% το 2016 και 0,3% το 2017 - για 9ο και 10ο συνεχόμενο χρόνο!), το τεράστιο βάρος των ιδιωτικών χρεών (για τις συνέπειες του οποίου μιλήσαμε ήδη), οι αρνητικές εξελίξεις στον τουρισμό (που, σε συνδυασμό με τα μέτρα ενάντια στους αγρότες, κάνουν την ελληνική περιφέρεια να μοιάζει με καζάνι που βράζει) κ.λπ. διαλύουν οποιοδήποτε success story για την ελληνική οικονομία και γελοιοποιούν τις κυβερνητικές διακηρύξεις για «επάνοδο στην ανάπτυξη». Πολύ απλά, το μνημονιακό βαρέλι είναι χωρίς πάτο... 
Πολιτική προετοιμασία ενόψει
νέας υποτροπής της κρίσης

Εντελώς αναμενόμενα, αυτή η κρίση διαχείρισης του τρίτου μνημονίου και των συνεπειών του επαναφέρει τους κινδύνους για μια μεγάλη υποτροπή της κρίσης του ελληνικού καπιταλισμού, με ορατό σημείο καμπής το φθινόπωρο. Τότε, η κρίση διαχείρισης του μνημονίου θα παροξυνθεί: τα προαπαιτούμενα και η νέα αξιολόγηση με επίκεντρο τα εργασιακά, ο κοινωνικός αναβρασμός από την υλοποίηση των μέτρων περικοπών και υπερφορολόγησης, τα νέα «κανόνια», η επιβεβαίωση των «μαύρων» οικονομικών προοπτικών, η δραματική συρρίκνωση της πολιτικής επιρροής της κυβέρνησης, θα συμπυκνωθούν σε μια συνολική αίσθηση αδιεξόδου και θα δημιουργήσουν τους όρους για να περάσουμε από την κρίση διαχείρισης του μνημονίου σε μια συνολική, οικονομική και πολιτική, υποτροπή της κρίσης του ελληνικού καπιταλισμού. 
Όσα κάνει το τελευταίο διάστημα η κυβέρνηση μαρτυρούν ότι στην πραγματικότητα, σε αντίθεση με την επιμελημένη αισιοδοξία που διακρίνει τις δημόσιες διακηρύξεις των στελεχών της, προετοιμάζεται γι’ αυτήν ακριβώς την προοπτική. Έχοντας περάσει στο απέναντι στρατόπεδο και εφαρμόζοντας σκληρές μνημονιακές πολιτικές, έχει χάσει κάθε επιθυμία αλλά και δυνατότητα να στηριχτεί στα εργατικά και λαϊκά στρώματα για να αντιμετωπίσει τις φουρτούνες που έρχονται και, αντί γι’ αυτό, ύστερα από την πολιτική και προγραμματική κινδυνεύει και από δημοσκοπική-εκλογική «πασοκοποίηση», όπως φαίνεται από το γεγονός ότι τα δημοσκοπικά της ποσοστά καταρρέουν, με αποτέλεσμα ο Μητσοτάκης να αυξάνει τη διαφορά από τον ΣΥΡΙΖΑ χωρίς να αυξάνει τη δική του επιρροή. 
Αναζητεί λοιπόν άλλα ερείσματα: στους σοσιαλδημοκράτες «φίλους» της στην Ευρώπη Ολάντ, Σουλτς και Σία (οι οποίοι όμως της το ανταποδίδουν με τη «σκληρή αγάπη» του τύπου «σας στηρίζουμε αλλά πρέπει να αποκτήσετε την ιδιοκτησία του προγράμματος και να εφαρμόσετε απαρέγκλιτα τα συμφωνηθέντα»), κυρίως όμως στους μηχανισμούς του αστικού-μνημονιακού «βαθέος κράτους», όπου επιχειρεί να διευρύνει την επιρροή της φτιάχνοντας «προγεφυρώματα»: στο δικαστικό σώμα (διεκδικώντας επιρροή ενάντια στο μηχανισμό του Αθανασίου), στα ΜΜΕ (όπου με τις νέες άδειες για τα κανάλια, προσπαθεί να αντικαταστήσει τα ερείσματα των παλαιομνημονιακών και της παλαιάς διαπλοκής με τα δικά της ερείσματα και τη νέα διαπλοκή της «μαύρης επιχειρηματικότητας»), στις τράπεζες (όπου προσπαθεί μάταια να διασώσει κάποια επιρροή στις διοικήσεις σε άνιση μάχη με τα ξένα funds και τους δανειστές), σε ακόμη σκληρότερους μηχανισμούς (στρατός, δυνάμεις καταστολής κ.λπ.). 
Όμως αυτό που αποκαλύπτει εύγλωττα τόσο τις πραγματικές προβλέψεις τους για τη συγκυρία όσο και τα σχέδιά τους είναι η υπόθεση του εκλογικού νόμου. Η εσπευσμένη και πάση δυνάμει προσπάθεια να αλλάξει «εδώ και τώρα» ο εκλογικός νόμος, να εξευρεθούν 200 βουλευτικές ψήφοι για να ισχύσει από τις επόμενες εκλογές, να καταργηθεί το μπόνους των 50 εδρών για το πρώτο κόμμα, να ψηφιστεί η αύξηση εξουσιών του Προέδρου της Δημοκρατίας και η απευθείας εκλογή του και να γίνει το εκλογικό σύστημα αναλογικότερο αποκαλύπτουν έναν πολιτικό σχεδιασμό με τις εξής στοχεύσεις:
1. Να αποτραπεί ο σχηματισμός κυβέρνησης από τον Μητσοτάκη και, αντίθετα, να ανοίξει ο δρόμος για τον «μεγάλο συνασπισμό». Είναι η «υπεύθυνη» καθεστωτική λύση που μπορεί να αντέξει τους κραδασμούς μιας νέας υποτροπής της κρίσης του ελληνικού καπιταλισμού και ταυτόχρονα -με ένα σμπάρο δυο τρυγόνια- να διατηρήσει τον ΣΥΡΙΖΑ στο παιχνίδι της εξουσίας, μαζί με τη ΝΔ και τους λοιπούς παλαιομνημονιακούς! 
2. Να χτίσει καθεστωτικές συμμαχίες σε αυτή την κατεύθυνση, με την καραμανλική πτέρυγα της ΝΔ (με υλικό υπόβαθρο την απευθείας εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας αλλά και μια υπεύθυνη καθεστωτική στάση «εθνικής ενότητας» μπροστά στην κρίση που ο... statesman Βαγγέλης Μεϊμαράκης βγήκε να διαλαλήσει δημοσίως) αλλά και με ρετάλια της Κεντροαριστεράς (Κουβέλη και... Γιωργάκη). 
Ο σχεδιασμός αυτός, ωστόσο, που ισοδυναμεί με το «να “αποτρέψουμε” τον Μητσοτάκη επαναφέροντάς τον στο δρόμο της καθεστωτικής υπευθυνότητας και εξαναγκάζοντάς τον να... συγκυβερνήσει μαζί μας και με τους καραμανλικούς», έχει μεγάλα κόστη και εντελώς αβέβαιο αποτέλεσμα. 
Με άμεσο ορίζοντα το φθινόπωρο, το κίνημα αντίστασης στα μνημόνια και η Αριστερά θα έχουν μια νέα ευκαιρία να κινητοποιηθούν και να κινητοποιήσουν, μια νέα ευκαιρία να δώσουν τη μάχη ενάντια στην κυβέρνηση και το καθεστώς των μνημονίων και της ιμπεριαλιστικής επιτροπείας. Η πολιτική, προγραμματική, ιδεολογική και οργανωτική προετοιμασία γι’ αυτήν τη μάχη είναι το άμεσο, θεμελιώδες πολιτικό καθήκον της στιγμής!