Το κείμενο που ακολουθεί είναι από την παρουσίαση του Φοίβου Αρβανίτη, μεταφραστή του βιβλίου του Σερζ, στο τρέχον τεύχος του περιοδικού «Κόκκινο».
Ε ίμαστε στο 1923. Η γερμανική εργατική τάξη δίνει μεγάλες μάχες αναδίπλωσης και παλεύει να ανασυνταχτεί πολιτικά με βάση την τεράστια πείρα που απόκτησε τα προηγούμενα εννιά χρόνια. Παλεύει μέσα σ’ ένα εσωτερικό και διεθνές περιβάλλον εξαιρετικά δυσμενές, παρά την ύπαρξη και τη συμπαράσταση της Σοβιετικής Ρωσίας. Στην ουσία καλείται να αποκρούσει την επιβολή εργασιακού μεσαίωνα και πείνας, την οποία απαιτεί το γερμανικό κεφάλαιο για να ανακτήσει τον πρωταγωνιστικό ρόλο του στη διεθνή οικονομία, μετά την ήττα του στον πόλεμο και τη Συνθήκη των Βερσαλλιών. Το γερμανικό προλεταριάτο καλείται να αναχαιτίσει τον ανερχόμενο φασισμό ή άλλης μορφής δεξιά δικτατορία ως κατεξοχήν πολιτικά εργαλεία του γερμανικού κεφαλαίου. Καλείται να αποφασίσει αν πράγματι η μόνη «διαφυγή» του είναι η επανάσταση και κατά πόσο υπάρχουν ακόμα δυνατότητες για κάτι τέτοιο.
Αυτά τα ζητήματα απαρτίζουν τον πυρήνα της θεματολογίας των άρθρων του Σερζ. Αλλά πώς βρίσκεται ο νεαρός ακόμα Σερζ –32  ετών– στη Γερμανία του 1923, με την ιδιότητα του δημοσιογράφου; Ποιοι δρόμοι οδήγησαν αυτόν τον κοσμοπολίτη επαναστάτη από τη σοβιετική Πετρούπολη στο Βερολίνο της Βαϊμάρης; Μας το εξηγεί ο Ίαν Μπίρτσαλ στην εισαγωγή του βιβλίου: «Το 1922 είχε ήδη αρχίσει να τον κυριεύει απογοήτευση για την τροπή που έπαιρναν τα πράγματα στη Ρωσία. Πίστευε ότι μόνο με την εξάπλωσή της θα μπορούσε να επιζήσει η επανάσταση: “Η απαντοχή και η σωτηρία πρέπει να έρθουν από τη Δύση. Από δω και στο εξής ήταν αναγκαίο να δουλέψουμε για να χτίσουμε ένα κίνημα της δυτικής εργατικής τάξης ικανό να στηρίξει τους Ρώσους και κάποια στιγμή να αναλάβει το ρόλο τους” [ γράφει στο έργο του «Αναμνήσεις Ενός Επαναστάτη»]. Με τη βοήθεια του Ζινόβιεφ βρήκε δουλειά στο Βερολίνο, στο πρακτορείο ειδήσεων Ινπρεκόρ (Correspondance Internationale ) της Κομιντέρν· το πρακτορείο έστελνε ανταποκρίσεις στον κομουνιστικό τύπο σε όλο τον κόσμο. Πέρασε το μεγαλύτερο μέρος του 1922 και 1923 στο Βερολίνο, κατόπιν εργάστηκε στη Βιέννη και αλλού, για να επιστρέψει στη Ρωσία το 1926».
Ασφαλώς δεν κάνει μια συμβατική δουλειά ρεπορτάζ. Είναι συνάμα αναλυτής, προπαγανδιστής, λιβελογράφος, ακόμα και κριτικός τέχνης και λογοτεχνίας κάποιες φορές. Η απασχόλησή του είναι να διαβάζει το σύνολο του γερμανικού Τύπου, να μιλάει με τους ανθρώπους του Γερμανικού Κομουνιστικού Κόμματος (KPD), να συναναστρέφεται κόσμο μέσα στο ρυθμό της καθημερινότητας, να τριγυρίζει στους δρόμους του Βερολίνου και να πιάνει κουβέντα, να συλλέγει κοντολογίς το υλικό του και να συλλαμβάνει την «αιχμή της στιγμής». Και κάθε βδομάδα γράφει και δίνει τις ανταποκρίσεις του στην Correspondance Internationale. 
Πασχίζει να μη χάσει καμία πτυχή των πραγμάτων. Από τα στεγνά, τρομακτικά στατιστικά κατεβατά του υπερπληθωρισμού της Γερμανίας του 1923 μέχρι τις γελοιογραφίες των χιουμοριστικών εντύπων, όλα αξιοποιούνται και προσθέτουν αδρές πινελιές στους εβδομαδιαίους πίνακες που συνθέτει.