Το βρετανικό δημοψήφισμα της 23ης Ιούνη είναι μια μάχη που προκάλεσε η αντι-ΕΕ πτέρυγα των Τόρηδων (η κυβερνητική Δεξιά) μαζί με το ακροδεξιό UKIP. Οι μικρές και σκόρπιες δυνάμεις της αντικαπιταλιστικής ή έστω «εκτός Εργατικών» Αριστεράς στη χώρα έχουν ως αποτέλεσμα η δημόσια συζήτηση για το δημοψήφισμα του «Brexit» να γίνεται με τελείως αντιδραστικούς όρους και από τα δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα.

Η κύρια καμπάνια των «ευρωπαϊστών», η «Πιο Δυνατή Εντός» (Britain Stronger In), είναι η επίσημα αναγνωρισμένη για κρατική επιχορήγηση. Το συντονιστικό της απαρτίζεται από μεγαλοεπιχειρηματίες, υπουργούς και των δυο κομμάτων της Δεξιάς (Τόρηδες, Φιλελεύθεροι), Πράσινους και Εργατικούς, πολιτικούς και αρχισυνδικαλιστές. Πολιτικός ηγέτης της είναι ο ίδιος ο Τόρης πρωθυπουργός, Ντέιβιντ Κάμερον. Στους χορηγούς συγκαταλέγονται οι Citibank, Goldman Sachs και το μεγαλύτερο τμήμα της βρετανικής άρχουσας τάξης που βλέπει την ΕΕ ως αναγκαιότητα για να ανταπεξέλθει στον διεθνή ανταγωνισμό.
Μετά τη συμφωνία του Κάμερον με τις άλλες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις άλλωστε, φαίνεται ότι διατηρείται αλώβητη η «εθνική κυριαρχία» του βρετανικού κεφαλαίου και η ικανότητά του να μπορεί αναστέλλει τα εργασιακά δικαιώματα των ευρωπαίων μεταναστών για επτά χρόνια, να απαγορεύει την επανένωση οικογενειών εκτός ΕΕ και να εξαιρείται από όποια ευρωπαϊκή πολιτική ή οικονομική απόφαση πλήττει τα συμφέροντά του, όπως η «διάσωση» χρεοκοπημένων ευρωπαϊκών χωρών.
Από την άλλη, η επίσημη καμπάνια της Εξόδου είναι η «Ψηφίζω Έξοδο» (Vote Leave). Συμμετέχουν δεξιοί πρώην και νυν υπουργοί του Κάμερον, η μειοψηφία των Εργατικών και το ακροδεξιό UKIP. Δεν λείπουν και εδώ οι καπιταλιστές. Η Salamanca Group, η Reebok, ο κάποτε πλουσιότερος άνθρωπος του City, Peter Cruddas, ενισχύουν ποικιλοτρόπως.
Η καμπάνια αλληλεπικαλύπτεται με τις υπόλοιπες για την «Έξοδο», όπως η «Leave.Eu» ή η «Εργατική Έξοδος» (Labour Leave). 
Κεντρικό επιχείρημα της «Εξόδου» είναι η εκροή βρετανικών πόρων προς τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό και τη «βοήθεια» στους «τεμπέληδες» του Νότου. Ο βασικότερος ίσως πυλώνας της αντι-ΕΕ προπαγάνδας, είναι η συκοφάντηση των μεταναστών, τόσο ευρωπαίων όσο και άλλων: Αυτοί φταίνε για την υποβάθμιση του κοινωνικού κράτους, αλλά και για τα χαμηλά μεροκάματα.
Ο προστατευτισμός υιοθετείται εξίσου από την «Εργατική Έξοδο»: η Έξοδος θα κάνει καλό στις εξαγωγές, τη γεωργία και τη βιομηχανία χάλυβα που διαλύεται από τον ανταγωνισμό της Κίνας. Γενικά οι ευρωσκεπτικιστές φαίνεται να εκπροσωπούν μια μειοψηφία της αστικής τάξης που υπολογίζει να διαπραγματευτεί καλύτερα με τον διεθνή καπιταλισμό εκτός της ΕΕ.
Πώς απαντούν στα παραπάνω οι οπαδοί της Παραμονής; Λέγοντας τα ίδια με άλλη κατάληξη. Ο Κάμερον ισχυρίζεται ότι εκτός ΕΕ «θα μας έρθει όλο το Καλαί», αφού είναι οι ευρωπαϊκές συμφωνίες που «μας προστατεύουν» τόσο από τους Πολωνούς, όσο και από τους μουσουλμάνους μετανάστες! 
Ιδιαίτερα η σοσιαλδημοκρατία  έχει τεράστια ευθύνη για την κατάντια της δημόσιας συζήτησης. Αξίζει αναφορά η κινδυνολογία της Φράνσις Ογκρέιντι, ηγέτιδας της TUC (συνδικάτο 6 εκατ. εργατών): «εκτός της ΕΕ οι μισθοί θα πέσουν 150 λίρες και θα αυξηθεί η ανεργία». Βέβαια, οι μισθοί έχουν πέσει 160 λίρες μέσα στην Κρίση, εντός ΕΕ...
Αλλά το δηλητήριο κρύβεται αλλού. Κοινός στόχος και των δύο στρατοπέδων είναι να ταυτίσουν τα συμφέροντα εργοδοτών και εργατών με όρους περί «οικονομίας». Έτσι βέβαια δεν δικαιολογείται μόνο η «νεοφιλελεύθερη» Παραμονή ή η «προτεξιονιστική»  Έξοδος, αλλά το οτιδήποτε: ένας πόλεμος στη Μέση Ανατολή για να έχουν οι επιχειρήσεις φτηνό πετρέλαιο ή η σκληρότερη λιτότητα. 
Σε τελική ανάλυση οι δυο δεξιοί πόλοι, φιλο-ΕΕ και αντι-ΕΕ, πρακτικά προετοιμάζουν τον κόσμο ότι είτε εντός, είτε εκτός, λιτότητα και ρατσισμός θα κλιμακωθούν. Προετοιμάζουν τη δική τους «ερμηνεία» του δημοψηφίσματος, ανεξαρτήτως αποτελέσματος. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που Παραμονή και Έξοδος περίπου ισοψηφούν στις τελευταίες δημοσκοπήσεις. 
Γι’ αυτό μεγαλώνει και η πίεση να πάρει σαφή θέση η ηγεσία των Εργατικών, που σχετίζεται με την εργαζόμενη πλειοψηφία. Ο Κόρμπιν φαίνεται ότι συνθηκολόγησε με τον βαθιά νεοφιλελεύθερο κομματικό μηχανισμό. Έστω αργά, στις 2 Ιούνη, παρενέβη ανοιχτά υπέρ της καμπάνιας «Εργατικοί Μέσα» (Labour In For Britain). Μαζί με δεξιά κλισέ υπέρ της ΕΕ (τα συμφέροντα των επιχειρήσεων, οι χαμηλές τιμές, η συνεργασία των αστυνομιών), ανέσυρε ως βασική την παμπάλαια ιδέα της μεταρρύθμισης εκ των έσω. Περιέγραψε την ΕΕ ως εγγυήτρια των εργατικών κατακτήσεων, μια λαθροχειρία που παραγνωρίζει τόσο την πραγματική πολιτική της ΕΕ, όσο και τα συγκεκριμένα στοιχεία. (Π.χ. στην Αγγλία οι άδειες μητρότητας και διακοπών, που επικαλούνται οι ευρωπαϊστές, είναι πολύ μεγαλύτερες από ό,τι προβλέπει η ΕΕ, 39 αντί 28 και 259 αντί 98 ημέρες αντίστοιχα).
Από την άλλη, πήρε σαφείς αποστάσεις από την αντιμεταναστευτική μανία των υπόλοιπων, κατηγορώντας κυβέρνηση και εργοδότες για τα χαμηλά μεροκάματα των μεταναστών, ενώ υποσχέθηκε επανακρατικοποίηση των τρένων στο συνδικάτο των σιδηροδρομικών που τάσσεται με το «Έξω». Αυτό άραγε είναι μεταρρύθμιση με την άδεια της ΕΕ ή σύγκρουση μαζί της;
Παρόλο που η βοήθεια που προσέφερε κατηγορείται εκ δεξιών ότι δεν ήταν θερμή, το κέρδισμα της εμπιστοσύνης με αριστερές υποσχέσεις μπορεί να είναι καλή τακτική για να πειστεί ένα κρίσιμο ακροατήριο εχθρικό στη λιτότητα. Πάντως είναι καλύτερη απ’ την ανοιχτή στήριξη της Παραμονής εκ μέρους λαομίσητων στελεχών, όπως o παλιός υπουργός των Εργατικών, Μάντελσον (ένας Άγγλος Γιαννίτσης), ή οι Ραχόι, Τουσκ και Μέρκελ.
Ακόμη κι αν η λαϊκή βούληση εκφραζόταν συντριπτικά κατά της ΕΕ, έστω κι αν ήταν με τα σωστά ταξικά επιχειρήματα, ξέρουμε ότι υπάρχουν πολλοί τρόποι να αγνοηθεί: ανακοινώνοντας εκλογές για να αναιρέσουν το δημοψήφισμα, όπως στην Ελλάδα, παραπέμποντας την υλοποίηση του Brexit στις καλένδες μιας δεκαετούς περιόδου προσαρμογής, όπως ήδη υπάρχουν σκέψεις, ή κάνοντας νέο δημοψήφισμα, όπως είχε γίνει για τη συνθήκη της Λισαβόνας στην Ιρλανδία το 2009, ενδεχομένως μετά από μια εμπειρία αντιποίνων για τη «λάθος» ψήφο. Παρ’ όλα αυτά το αποτέλεσμα έχει σημασία και είναι λάθος η αποχή που προτείνει μια μειοψηφία Βρετανών συντρόφων.
Είναι σωστό ότι οι εξελίξεις -είτε εντός είτε εκτός ΕΕ- θα κριθούν τελικά από τους ταξικούς αγώνες. Αλλά αν υπερισχύσει το Brexit, σίγουρα το αγγλικό πολιτικό σύστημα θα περιέλθει σε κρίση. Επιπλέον, θα ανοίξει το ζήτημα και στις υπόλοιπες χώρες μιας ΕΕ που δεν θα μοιάζει πια τόσο απαραίτητο μέρος της λύσης κάθε προβλήματος.
Πρόκειται για ενδεχόμενα που αποσταθεροποιούν τον αντίπαλο, και με αυτήν την έννοια ανοίγουν παράθυρο ευκαιρίας για καλύτερη παρέμβαση της ταξικής πάλης και της πραγματικής Αριστεράς. Γι’ αυτό μάλλον έχουν δίκιο οι περισσότερες αριστερές οργανώσεις της Βρετανίας, που αγωνίζονται για μια «Αριστερή Έξοδο». Ωστόσο, η ανάσα θα είναι σύντομη, χωρίς «έξοδο» της Αριστεράς από το περιθώριο. Οι μικρές και διασπασμένες αριστερές δυνάμεις θα πρέπει να βρουν τρόπο συνεννόησης μεταξύ τους. Διαφορετικά ο αντίπαλος με κατάλληλες μανούβρες θα καταφέρνει να κλείνει πάντα το καπάκι.