Γαλλία: Η Μητέρα των Μαχών

διεθνή / Πάνος Πέτρου / 16.06.2016

Στη Γαλλία η σύγκρουση για τον νόμο Ελ Κομρί (που ξηλώνει τον Εργατικό Κώδικα) κλιμακώνεται. Μαζί με την πάλη ενάντια στο νόμο, εμφανίζονται και διάφορα κλαδικά αιτήματα, με αποτέλεσμα όλη η χώρα να βρίσκεται σε παρατεταμένο απεργιακό πυρετό. Λιμενεργάτες, συγκοινωνίες, διυλιστήρια, πυρηνικά εργοστάσια, οι εργαζόμενοι στην Air France βρίσκονται είτε σε «ανανεούμενες» απεργίες διαρκείας, είτε δίνουν ο ένας τη σκυτάλη στον άλλο, φροντίζοντας με τον συντονισμό τους μέσω της «διασυνδικαλιστικής» να μένει πάντα το απεργιακό μέτωπο ανοιχτό. Συνελεύσεις, απεργιακές φρουρές, συγκρούσεις εξελίσσονται σε κάθε πόλη της Γαλλίας. Και όλα αυτά καθώς πλησιάζει το Euro 2016, το οποίο οι απεργοί δηλώνουν πρόθυμοι να «σαμποτάρουν», απειλώντας το κύρος (αλλά και τα κέρδη) του γαλλικού καπιταλισμού.

Aυτό που εξελίσσεται στη Γαλλία παίρνει διαστάσεις «Μητέρας των Μαχών», τόσο για τον ταξικό συσχετισμό δυνάμεων στην ίδια τη χώρα, όσο και για το μήνυμα που θα στείλει διεθνώς.   
Γαλλικός καπιταλισμός
Καταρχήν είναι κρίσιμη μάχη για την ίδια τη γαλλική αστική τάξη. Στα χρόνια της διεθνούς επέλασης του νεοφιλελευθερισμού, ο συσχετισμός δυνάμεων δεν της επέτρεψε να ακολουθήσει με τους ίδιους ρυθμούς τους διεθνείς ανταγωνιστές της. Μεγάλοι αγώνες όπως του 1995 και του 2006, ή στα μεσοδιαστήματα ακόμα και ο φόβος να ξεσπάσουν αντίστοιχοι αγώνες, έβαλαν «φρένο» στα σχέδιά της. Μια ή δύο 24ωρες γενικές απεργίες μπορούσαν ακόμα να οδηγήσουν τις κυβερνήσεις στο «τραπέζι του διαλόγου», από όπου περνούσαν πράγματα, αλλά συχνά «ψαλιδισμένα». 
Κάπως έτσι, ένα είδος «κοινωνικού συμβολαίου» επιβίωσε στη Γαλλία: Παρά τις υπαρκτές επιθέσεις και αντιμεταρρυθμίσεις που πέρασαν όλα αυτά τα χρόνια, η αλήθεια είναι πως δεν θίχτηκαν κατακτήσεις που σε άλλες χώρες θεωρούνται πλέον «αδιανόητες», ενώ στη Γαλλία θεωρούνται ακόμα «αυτονόητες».
Αν επί ανάπτυξης, αυτό για τους Γάλλους καπιταλιστές ήταν «πονοκέφαλος», με το ξέσπασμα της κρίσης εξελίχθηκε σε «εφιάλτη». Η πυκνή αρθρογραφία για την «παρατεταμένη κρίση ανταγωνιστικότητας» της γαλλικής οικονομίας, για τα «βαρίδια» ενός «αρχαϊκού οικονομικού μοντέλου», αντανακλούσαν την αγωνία του γαλλικού καπιταλισμού που έμενε πολύ πίσω στην κούρσα με τον μεγάλο του ανταγωνιστή, τη Γερμανία. 
Μετά το ξέσπασμα της κρίσης ξεκίνησε η προσπάθεια να σαρωθούν όλα τα «εμπόδια» που έχουν επιβιώσει και «κρατάνε καθηλωμένο» το γαλλικό καπιταλισμό. Μια διαδικασία που ξεκίνησε επί Σαρκοζί (εμβληματική η επίθεση στο συνταξιοδοτικό), συνεχίστηκε επί Ολάντ (π.χ. Νόμος Μακρόν για απολύσεις, «διαιτησία», εργάσιμες Κυριακές κ.ά.) και κορυφώνεται σήμερα με τον νόμο Ελ Κομρί.
Αυτό έχει γίνει σαφές από τη συμπεριφορά του αστικού μπλοκ: Η παράκαμψη του κοινοβουλίου από τον Ολάντ (αξιοποιώντας τη ρύθμιση που κατήγγειλε παλιά ως «άρνηση της δημοκρατίας»), η αξιοποίηση της «κατάστασης έκτακτης ανάγκης» για να εξαπολυθεί μια άνευ προηγουμένου για δεκαετίες καταστολή ενάντια στο κίνημα, η… εκ δεξιών κριτική που κάνουν στο νομοσχέδιο οι Ρεπουμπλικάνοι του Σαρκοζί, η αμηχανία της Λε Πεν που αδυνατεί ακόμα και να δημαγωγήσει αποτελεσματικά, καθώς καταδικάζει το νόμο γενικά ως «εντολή της ΕΕ», ενώ το κόμμα ζητά περισσότερη καταστολή και στηρίζει τις θλιβερές κινητοποιήσεις των μπάτσων, οι κραυγές της MEDEF (γαλλικός ΣΕΒ) ενάντια στην CGT και οι προειδοποιήσεις της ενάντια στον Ολάντ (καμιά διόρθωση δεν θα γίνει ανεκτή) είναι αποκαλυπτικά. 
Εργατικό κίνημα
Αντίστοιχα, είναι κρίσιμη μάχη για το εργατικό κίνημα. 
Καταρχήν, με απόλυτα υλικούς όρους, αν περάσει ο νόμος θα ξηλωθούν θεμελιώδεις κατακτήσεις και θα σηματοδοτεί μια εν πολλοίς «νέα κατάσταση» στη Γαλλία, όσον αφορά τη δύναμη των συνδικάτων και την προστασία των εργαζομένων. 
Δεύτερον, αλλά καθόλου δευτερεύον, από τη στιγμή που το εργατικό κίνημα έχει ήδη εμπλακεί σε ένα υψηλής έντασης «μπρα-ντε-φερ» δύναμης και αποφασιστικότητας με την αστική τάξη, η έκβασή του μπορεί να έχει κρίσιμες συνέπειες και για τα μαζικά συμπεράσματα που θα βγουν από αυτή.
Για να κατανοηθεί αυτή η δεύτερη διάσταση, χρειάζεται να πάμε λίγο πίσω στην πρόσφατη προϊστορία. 
Περιγράψαμε παραπάνω με τι είδους «αποσκευές» μπήκε το γαλλικό εργατικό κίνημα στη φάση της οικονομικής κρίσης. Επιχείρησε να απαντήσει στις πρώτες επιθέσεις του Σαρκοζί με τη «γνωστή ρουτίνα» (που παλιότερα δούλευε) κάποιων 24ωρων απεργιών ή πανεθνικών διαδηλώσεων. Όταν συνάντησε τοίχο και αντιμετώπισε τη χοντρή πρόκληση της αντιασφαλιστικής μεταρρύθμισης, ρίχτηκε στη μάχη με «τα βαριά όπλα»: Ήταν το «θερμό εργατικό φθινόπωρο» του 2010. Αυτή η εν πολλοίς ξεχασμένη μάχη, ήταν αντίστοιχη με το ελληνικό «2010-2012», συμπυκνωμένη σε 2μιση περίπου μήνες γεμάτους με διαδοχικές γενικές απεργίες και θηριώδη συλλαλητήρια, που συνοδεύονταν στα «μεσοδιαστήματα» από απεργίες διαρκείας στα διυλιστήρια και τις συγκοινωνίες, κυλιόμενες από κλάδο σε κλάδο απεργίες, μαχητικές μορφές πάλης που έκαναν τους αναλυτές να μιλούν για «κύμα εργατικής μαχητικότητας που είχαμε να δούμε από το 1968», και στο κορύφωμά του πλαισιώθηκε από φοιτητικές διαδηλώσεις των οποίων το σύνθημα «Σαρκό ξόφλησες, η νεολαία βγήκε στους δρόμους» αντανακλούσε απόλυτα το τότε κλίμα. 
Μετά την ήττα του 2010
Αυτό το κίνημα ηττήθηκε και ο Σαρκοζί πέρασε την αντιασφαλιστική του μεταρρύθμιση. Ως συνέπεια της ήττας, ακολούθησε μια διετία «εκλογικής αναμονής» που κατέληξε στη νίκη του Ολάντ το 2012: Ενός Ολάντ που για να εκλεγεί (και πιεζόμενος από το 12% του Μελανσόν), δήλωνε προεκλογικά πως «εχθρός μου είναι ο κόσμος του κεφαλαίου»…
Φυσικά ο Ολάντ αποδείχθηκε από την πρώτη στιγμή εχθρός της εργατικής τάξης. Στην πρώτη υποψία παραφωνιών από την «αριστερή» πτέρυγα των Σοσιαλιστών, φρόντισε να ξηλώσει την κυβέρνηση και να την αντικαταστήσει με νέα, ούλτρα-νεοφιλελεύθερη. Η προδοσία των ελπίδων και η αμηχανία απέναντι σε μια Σοσιαλιστική κυβέρνηση οδήγησε σε τέλμα τους ταξικούς αγώνες. Ακολούθησαν αντεργατικά μέτρα, με κορυφαίο το νόμο του Μακρόν, που πέρασαν «χωρίς να πέσει τουφεκιά». Σε αυτό το φόντο απουσίας αγώνων άλλωστε μπόρεσε το Εθνικό Μέτωπο να επωφεληθεί της λαϊκής δυσαρέσκειας.
Αλλά μαζί με αυτά, εξακολουθούσε να βαραίνει η ήττα του 2010, το σοκ της οποίας ίσως υποτιμήσαμε τότε. Ενώ μέτρα συνέχισαν να περνούν, τα συνδικάτα συνέχιζαν για χρόνια να ισχυρίζονται πως «ακόμα συνερχόμαστε/ανασυντασσόμαστε», πως «είναι νωρίς για να ξανα-επιχειρήσουμε ένα νέο 2010» και να «ρισκάρουμε μια νέα βαριά ήττα», καθώς το 2010 είχε πανηγυριστεί άγρια στον αστικό Τύπο ως «τέλος της εποχής που η CGT είχε τη δύναμη να καθορίζει τις εξελίξεις». Πέρα από τις προφάσεις των συνδικαλιστικών ηγεσιών, το ζήτημα είναι πως αυτές αντανακλούσαν σε μεγάλο βαθμό και τις διαθέσεις της βάσης του εργατικού κινήματος. 
Τους προηγούμενους μήνες η ακινησία έδειξε να σπάει (από το «ξύλο» στα στελέχη της Air France ως την αλληλεγγύη στους απεργούς της Goodyear, κι από τη μάχη των «ζαντιστών» ενάντια στην ανέγερση  αεροδρομίου μέχρι τη δημοφιλία του ντοκιμαντέρ «Αφεντικό, Ευχαριστώ!»). Η αγριότητα του νόμου Ελ Κομρί απαντήθηκε πρώτα από τη νεολαία με φοιτητικές και μαθητικές καταλήψεις που έδωσαν την θέση τους στο κίνημα Nuit Debout, που με τη σειρά του «έπεισε» τα συνδικάτα πως είναι η ώρα να δοθεί σοβαρή μάχη. 
Κρίσιμο επίδικο
Το γαλλικό εργατικό κίνημα, λοιπόν, επιστρέφει για μια νέα «μετωπική σύγκρουση» για πρώτη φορά μετά την ήττα του 2010, επιστρατεύοντας ξανά «όλα τα διαθέσιμα όπλα». Προφανώς χωράνε εξ αριστερών κριτικές για το τι παραπάνω μπορεί να γίνει, αλλά σίγουρα οι υπαρκτές ηγεσίες του υπαρκτού συνδικαλιστικού κινήματος αγγίζουν (αν δεν ξεπερνούν) το «ταβάνι» τους. Με όσα περιγράψαμε παραπάνω, καταλαβαίνει κανείς ότι η έκβαση αυτής της νέας απόπειρας θα βαρύνει αποφασιστικά. 
Το ερώτημα που θα απαντηθεί, για να υιοθετήσουμε στιγμιαία τη γλώσσα των αστών αναλυτών, είναι «αν η CGT έχει ακόμα τη δύναμη να καθορίζει τις εξελίξεις». Αν θα έχουμε εργατική ρεβάνς για την ήττα του 2010, ή επιβεβαίωση της τότε ήττας. 
Αν το εργατικό κίνημα αποδείξει ότι μπορεί να ματαιώσει στρατηγικές για το κεφάλαιο πολιτικές επιλογές και να «καθηλώνει» τον γαλλικό καπιταλισμό σε μια ανυπόφορη για την κερδοφορία του κατάσταση, το μήνυμα θα είναι πανίσχυρο. 
Αν, μετά τα όσα έχουν προηγηθεί, ηττηθεί και η νέα «έφοδος», δεν είναι καθόλου αυτονόητο ότι θα βγουν συμπεράσματα που θα καταλήγουν στην ανάγκη «κλιμάκωσης». Αντίθετα μπορεί να εμπεδωθεί η αντίληψη πως «δοκιμάσαμε τα πάντα»…
Αυτά θα έχουν τεράστια σημασία για τις εξελίξεις στη Γαλλία. Θα έχουν τεράστια σημασία για το μήνυμα που θα στείλουν στην Ευρώπη, που ζει άλλου τύπου –πολιτικούς– «κλυδωνισμούς» στην Πορτογαλία, την Ισπανία, τη Βρετανία, αλλά με επίδικο παντού τη μάχη ενάντια στην ΤΙΝΑ.