Αυτόν τον Δεκέμβρη κλείνουμε 20 χρόνια από τον πολύ θερμό γαλλικό χειμώνα του 1995, που βοήθησε να σπάσει ο πάγος του «τέλους της Ιστορίας» και άνοιξε νέους δρόμους για τα κοινωνικά κινήματα παγκοσμίως. Μεταφράζουμε εδώ μια συνέντευξη για το θέμα που δημοσιεύτηκε στην εβδομαδιαία εφημερίδα του NPA «l’Anticapitaliste» στις 3 Δεκεμβρίου. Τη στιγμή του κινήματος του χειμώνα του 1995, η Ανίκ Κουπέ ήταν γενική γραμματέας της SUD PTT (συνδικάτο των ταχυδρομικών) και μία από τους οργανωτές της Ομάδας των Δέκα (G10), που τρία χρόνια αργότερα θα εξελισσόταν στη συνδικαλιστική ομοσπονδία Solidaires.

Πριν από το Μάη του ’68 η Γαλλία βαριόταν... Πριν από το Νοέμβρη-Δεκέμβρη του 1995 πώς ήταν;
Όπως και πριν από το Μάη του ’68, κανείς δεν θα μπορούσε να πει κάποιες εβδομάδες νωρίτερα ότι ερχόταν ένα κοινωνικό κίνημα. Ήταν μια περίοδος που φαινόταν να κυριαρχεί η ιδεολογία «Tapie» (ΣτΜ: υπουργός της εποχής), των «winners» , που η αμφισβήτηση και η κοινωνική κριτική είχαν απαξιωθεί, θεωρούνταν ντεμοντέ, και ήταν δύσκολο να πει κανείς ότι είναι αντικαπιταλιστής. Ο Εντμόν Μερ μπορούσε να λέει ότι οι απεργίες είναι ξεπερασμένες και το πέρασμα του Μιτεράν από τα πράγματα είχε συνεισφέρει στον αφοπλισμό του κινήματος.
Ωστόσο, στους αντίποδες, είχαν εμφανιστεί κοινωνικά κινήματα γύρω από την ανεργία, γύρω από το δικαίωμα στη στέγη, κοινωνικοί αγώνες με ανανεωμένες μορφές, όπως των νοσηλευτριών και των σιδηροδρομικών, με γενικές συνελεύσεις και συντονιστικά. Η πορεία των γυναικών στις 25 Νοεμβρίου έρχεται να δώσει μορφή σε αυτή την έλλειψη βεβαιοτήτων: πρωτοφανής και μη αναμενόμενη συμμετοχή τη στιγμή που τίποτε δεν έδειχνε ότι η απεργία των σιδηροδρομικών, που μόλις είχε ξεκινήσει, θα είχε διάρκεια.
Η ιδέα ότι η παγκοσμιοποίηση, με την αύξηση της ανεργίας και της επισφάλειας, δεν θα μας κάνει κατ’ ανάγκη πιο ευτυχισμένους απασχολεί την κοινωνία, χωρίς αυτό να έχει γίνει εμφανές. Η κινητοποίηση του χειμώνα του 1995 θα είναι το αναπάντεχο αποτέλεσμα.
Πρέπει επίσης να λάβουμε υπόψη τη βούληση του συνδικαλιστικού κινήματος να ξαναπάρει την πρωτοβουλία κινήσεων μετά την καταστροφική δεκαετία του ’80, την επιδείνωση του συσχετισμού δυνάμεων, την αποσυνδικαλοποίηση, τις επιθέσεις των αφεντικών. Η CGT βρίσκει χώρο εκεί, ειδικά στο ζήτημα της κοινωνικής πρόνοιας, όπου υπήρχε η δυνατότητα ενωτικού πλαισίου με τις FO, SUD, PTT και την Ομάδα των Δέκα, και την FSU.
Πρωτόγνωρες μορφές: η συμμετοχή στις διαδηλώσεις, οι μαζικές απεργίες στον δημόσιο τομέα αλλά και η λεγόμενη απεργία «με εξουσιοδότηση» στον ιδιωτικό τομέα...
Το φαινόμενο δεν παρουσιάστηκε μόνο στον ιδιωτικό τομέα αλλά και σε κάποιες ταχυδρομικές υπηρεσίες και στη δημόσια τηλεόραση, σε εργασιακούς χώρους με μικρότερη απεργιακή παράδοση, με απεργίες μόνο για μία μέρα, ύστερα πάλι δουλειά, ύστερα πάλι απεργία για συμμετοχή σε κάποια πορεία... Κάποιοι κλάδοι δεν αισθάνονται ούτε ότι νομιμοποιούνται ούτε ότι είναι ικανοί να «μπλοκάρουν» την οικονομία, το σύστημα. 
Για πρώτη φορά ο αριθμός των διαδηλωτών είναι μεγαλύτερος αναλογικά στην περιφέρεια σε σχέση με το Παρίσι, με την πρόθεση συμμετοχής σε ένα κίνημα που συνδέεται με τις τοπικές πραγματικότητες, που ριζώνει στον τόπο. Πώς να μπλοκάρουμε την οικονομία με τη σημερινή της οργάνωση; Το ερώτημα είναι γενικότερο και επανέρχεται το 2003 και ιδιαίτερα το 2010 με την απεργία στα διυλιστήρια.
Αυτή η λειτουργία της απεργίας δεν εξαντλεί την προβληματική της αυτοδιαχείρισης, της αυτενέργειας...
Η απεργία είναι αναγκαία. Είναι μια βασική αρχή που δεν πρέπει να εγκαταλείψουμε και που πρέπει να μοιράζονται οι εργαζόμενοι. Στα ταχυδρομεία, μετά τις πολύ σημαντικές απεργίες του ’68 και του ’74, το ’95 σημάδεψε τη συλλογική συνείδηση. Ακόμη και χωρίς κυλιόμενες απεργίες, είχαμε τη συμμετοχή κάποιων εργαζομένων στις διακλαδικές γενικές συνελεύσεις, κάτι που θέτει ερωτήματα: νομιμοποίησης, αντιπροσωπευτικότητας... Οι συζητήσεις που διαπέρασαν το κίνημα του ’95 βοήθησαν να συνειδητοποιήσουμε πολιτικά τον «παγκόσμιο» κόσμο στον οποίο βρισκόμαστε, βοήθησαν να αναπτυχθεί μια κριτική της φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, και έθεσαν επίσης το ερώτημα της γενικής απεργίας, της ανάγκης να σηκώσουμε το βάρος μιας κεντρικής σύγκρουσης με την κατεστημένη εξουσία. Η άρνηση ειδικά της CGT να καλέσει σε γενική απεργία αφαίρεσε νομιμοποίηση και δεν βοήθησε στη γενίκευση του αγώνα.
Το άλλο χαρακτηριστικό των απεργιών του ’95 είναι η πολυδιάσπαση του συνδικαλιστικού κινήματος.
Πράγματι, το ’95 αναδεικνύει δύο διαφορετικές αντιλήψεις για τον συνδικαλισμό: από τη μια πλευρά μια λογική συνοδοιπόρου και παραίτησης από την αλλαγή της κοινωνίας, από την άλλη μεριά έναν συνδικαλισμό του κοινωνικού μετασχηματισμού, που στηρίζεται στην οικοδόμηση των κατάλληλων συσχετισμών. Κάποιοι είναι καλοί διαπραγματευτές, αλλά και οι καλύτεροι φάκελοι δεν επαρκούν για να κάνουν την κυβέρνηση και την εργοδοσία να υποχωρήσει. Αυτή η ρήξη είχε ήδη υλοποιηθεί με τις ποινές στους συνδικαλιστές CFST των PTT και της υγείας το φθινόπωρο του ’88 (ποινές που οδήγησαν στη δημιουργία της Sud PTT και της Sud Υγείας-Πρόνοιας) και τη δημιουργία της FSU. Το ερώτημα παραμένει κεντρικό για το συνδικαλιστικό κίνημα αλλά οι CGT και οι FSU δεν το απαντούν. Ωστόσο, ο τρόπος που απαντάμε αυτό το ερώτημα δεν σημαίνει και την παραίτηση από την αναζήτηση ενωτικών δράσεων με συγκεκριμένους στόχους, με πλατφόρμες λιγότερο ή περισσότερο πλατιές. Μετά το ’95, η τοποθέτηση της CGT υπέρ του «συγκεντρωτικού συνδικαλισμού» αποτέλεσε εμπόδιο για κάθε προσπάθεια ανασύνθεσης του συνδικαλιστικού κινήματος.
Ήταν ένα κοινωνικό κίνημα με μεγάλη επίδραση στην κοινωνία αλλά με πολύπλοκη σχέση με την πολιτική...
Όπως γράφτηκε στη Monde, πρόκειται για την πρώτη απεργία ενάντια στην παγκοσμιοποίηση: για την εκ νέου διάνοιξη ενός πολιτικού χώρου αμφισβήτησης του συστήματος. Η απουσία ορατότητας των πολιτικών τη δεκαετία του ’80, τα «χρόνια Μιτεράν», είχε ως αποτέλεσμα την καθιέρωση της εργαλειοποίησης του συνδικαλιστικού κινήματος, κάτι που με τη σειρά του είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία αποστάσεων ανάμεσα στο συνδικαλιστικό κίνημα και την πολιτική, κάτι αναπόφευκτο αν λάβουμε υπόψη μας την ιστορία του γαλλικού εργατικού κινήματος. Αυτή η ρήξη ενισχύθηκε με την πτώση του Τείχους το 1989, που είχε ως επακόλουθο η CGT να πάρει ακόμη περισσότερες αποστάσεις από το PCF. Για τους απεργούς του 1995, το κοινωνικό κίνημα είναι πολιτικό, οι πολιτικοί είμαστε εμείς. Μια κατάσταση διαφορετική σε σχέση με το ’86 ή το ’89 που οι κινητοποιήσεις του νοσηλευτικού προσωπικού και των σιδηροδρομικών ήταν ριζοσπαστικές αλλά έμεναν στο πεδίο της διεκδίκησης. Οι συντάξεις και η κοινωνική πρόνοια είναι κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα. Η συζήτηση αυτή διαθλάται στα ΜΜΕ με τη ρήξη ανάμεσα στους διανοούμενους που στηρίζουν τον Νοτά και την κυβέρνηση και τους διανοούμενους που στηρίζουν το κίνημα. Μια συζήτηση που επανέρχεται το 2005 με την ευκαιρία του ευρωσυντάγματος και παίρνει έστω και δύσκολα τον δρόμο της στα συνδικάτα, τα κόμματα, τα σωματεία. Αυτοί είναι δρόμοι που τώρα τους εξερευνούν το Podemos και το Occupy. Ζητήματα που θέτουν διαφορετικά το διαχωρισμό μεταρρύθμιση-επανάσταση, γιατί δεν θέτουν μόνο το ζήτημα της κατάληψης της εξουσίας αλλά και το ζήτημα της δημοκρατίας. Ζητήματα ανοιχτά που τίθενται σε όλα τα κοινωνικά κινήματα, σε όλες και όλους που θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο!