Σε αναβρασμό βρίσκεται η πόλη Κέμνιτς στη γερμανική Σαξονία. Ένα ανελέητο ρατσιστικό πογκρόμ στήθηκε στην πόλη σε βάρος μεταναστών και αλληλέγγυων με αφορμή τη δολοφονία ενός 35χρονου Γερμανού και την επακόλουθη σύλληψη δύο μεταναστών ως υπόπτων. Δεν είναι η πρώτη φορά που παρατηρούνται φαινόμενα ξενοφοβίας και ρατσισμού στη Σαξονία, όμως πλέον φάνηκε ότι η κατάσταση ξέφυγε από τον έλεγχο.

Το βράδυ του Σαββάτου προς Κυριακή 25-26 Αυγούστου, στο περιθώριο του τοπικού φεστιβάλ της πόλης του Κέμνιτς, δυο παρέες ανδρών ήρθαν σε συμπλοκή. Σύμφωνα με τις αρχές, από τη μία ήταν ένας Ιρακινός και ένας Σύρος μετανάστης και από την άλλη τρεις Γερμανοί από τους οποίους ο ένας υπέκυψε στα τραύματά του από μαχαίρωμα. Το συγκεκριμένο συμβάν ήταν το κατάλληλο πάτημα που έψαχνε σύσσωμη η ακροδεξιά της πόλης για να ξεδιπλώσει τις «αρετές» της στο δρόμο. Το βράδυ της Κυριακής 26/8, ακροδεξιοί τοπικοί χούλιγκανς, φασίστες κάθε απόχρωσης και «αγανακτισμένοι» πολίτες άρχισαν να συγκεντρώνονται στο Κέμνιτς. Το αποτέλεσμα αυτής της μάζωξης περίπου 1.000 ατόμων οδήγησε σε ένα ανελέητο κυνηγητό μεταναστών και μελών του αντιφασιστικού κινήματος. Η κατάσταση ξέφυγε και δεν ήταν ελεγχόμενη από την αστυνομία. 
Την αμέσως επόμενη μέρα, το τοπικό ακροδεξιό κόμμα κάλεσε σε συγκέντρωση στην πόλη. Το αντιφασιστικό κίνημα, έχοντας ξεπεράσει το σοκ της πρώτης μέρας, κάλεσε σε αντισυγκέντρωση. Αντιφασίστες από τις γύρω πόλεις κατέφθασαν τη Δευτέρα στο Κέμνιτς, στο οποίο διαδήλωσαν από τη μία περίπου 8.000 ακροδεξιοί και από την άλλη περίπου 1.000 αντιφασίστες. Η αστυνομία και οι τοπικές αρχές στην πραγματικότητα έδωσαν ελεύθερο χώρο στους φασίστες να δράσουν. Κινητοποιήθηκαν μόλις 600 αστυνομικοί για να διασφαλίσουν τη μη συνάντηση των δύο συγκεντρώσεων. Εγκληματική αμέλεια ή συνειδητή ανοχή; Μάλλον το δεύτερο. 
Κατά τη διάρκεια των συγκεντρώσεων, αλλά και μετά τη λήξη τους, ακροδεξιοί χούλιγκανς, φασίστες και κάθε λογής ρατσιστές επιτέθηκαν σε αντιφασίστες οργανωμένα στο σταθμό του τρένου και σε μεμονωμένα αυτοκίνητα, αλλά και σκόρπια στο δρόμο. Το Σάββατο 1/9, το αντιφασιστικό κίνημα κάλεσε συγκέντρωση στην πόλη, ενώ δράσεις την ίδια ώρα προγραμμάτισαν και οι ακροδεξιοί, τόσο το τοπικό κόμμα όσο και το γνωστό AfD. Υπολογίζεται ότι εκείνη τη μέρα διαδήλωσαν 4.500 ακροδεξιοί έναντι 3.500 αντιφασιστών.
Η άνοδος της ακροδεξιάς
Το Κέμνιτς είναι μια βιομηχανική πόλη 250.000 κατοίκων στη Σαξονία. Το ομόσπονδο κρατίδιο της Σαξονίας γνωρίζει μια εκρηκτική άνοδο της ακροδεξιάς τα τελευταία χρόνια. Παρότι πρόκειται για μια περιοχή που φιλοξενεί μικρότερο ποσοστό προσφύγων και μεταναστών σε σχέση με άλλα κρατίδια, ο ρατσισμός και η ξενοφοβία έχουν εκτοξευθεί τόσο σε επίπεδο εκλογικών ποσοστών, όσο και σε επίπεδο δρόμου. 
Το ακροδεξιό AfD, με ποσοστό 12,5%, είναι τρίτο κόμμα σε ολόκληρη τη Γερμανία. Στο κρατίδιο της Σαξονίας έλαβε 25% στις εκλογές του 2017, με αποτέλεσμα να είναι δεύτερο κόμμα. Είναι σαφές ότι η ακροδεξιά κινείται πολύ μεθοδικά στο θεσμικό επίπεδο, επιδιώκοντας την εκλογική ενίσχυση. Παράλληλα όμως ενδυναμώνεται και στο δρόμο μέσω φασιστικών κινημάτων όπως το γνωστό PEGIDA που γεννήθηκε σε αυτές τις περιοχές. Ένας συνδυασμός φασισμού γραβάτας και αρβύλας απειλεί το Κέμνιτς, αλλά και συνολικότερα τη Σαξονία. 
Οι τοπικές εκλογές του κρατιδίου θα διεξαχθούν στα μέσα του 2019 και η συμμετοχή του ακροδεξιού AfD στην τοπική κυβέρνηση θεωρείται πολύ πιθανή. Όλα τα παραπάνω αναδεικνύουν μια συστηματική δουλειά διαφορετικών κομματιών της ακροδεξιάς, που ακόμη κι αν δεν έχουν οργανική σύνδεση μεταξύ τους, ξέρουν να συνεργάζονται.
Ο ρόλος του κράτους
Η ανοχή (αν όχι συνενοχή) του γερμανικού κράτους στο ξεδίπλωμα του ρατσιστικού πογκρόμ στο Κέμνιτς είναι ξεκάθαρη. Τη Δευτέρα 27/8 η αστυνομία κινητοποίησε μόλις 600 αστυνομικούς για μια συγκέντρωση-επίδειξη δύναμης της άκρας δεξιάς. Δεν πρόκειται απλώς για έναν λάθος κυβερνητικό χειρισμό, όπως διατείνονται διάφοροι εκπρόσωποι του πολιτικού κόσμου, αλλά για μια συνειδητή επιλογή που σκοπό είχε την εκτόνωση της κατάστασης μέσω της τρομοκράτησης των μεταναστών και του περιορισμού του αντιφασιστικού κινήματος. Το κλείσιμο του ματιού στους φασίστες έδωσε την καλύτερη αφορμή για την εδραίωση ενός καθεστώτος βίας και αστυνομοκρατίας στην πόλη, το οποίο πλέον φάνηκε νομιμοποιημένο.
Ο αστικός πολιτικός κόσμος καταδίκασε υποκριτικά τη ρατσιστική βία, όταν αυτή είχε πλέον εκτονωθεί πάνω σε μετανάστες και αντιφασίστες. Η κυρίαρχη τάξη της Γερμανίας και οι πολιτικοί της εκπρόσωποι ανέχτηκαν τη βία των φασιστών όσο αυτή ήταν χρήσιμη. Την αξιοποίησαν για ακόμη μια φορά προκειμένου να επιβάλλουν ένα καθεστώς πειθαρχίας και τάξης. Οι τραγελαφικές καταδίκες των γεγονότων ήρθαν μόνο και μόνο όταν η δύναμη των ακροδεξιών άρχιζε να ξεφεύγει από τον έλεγχο. Μπροστά στο φόβο της υποβάθμισης της εικόνας του Κέμνιτς, της απώλειας επενδύσεων και της εξαφάνισης της υποτιμημένης εργατικής δύναμης των μεταναστών, σύσσωμο το αστικό πολιτικό σύστημα έσπευσε να μαζέψει την κατάσταση, αφού πρώτα συναίνεσε να ξεδιπλωθεί.
Οι ανεπάρκειες της Αριστεράς
Μπροστά στο πογκρόμ και στην ωμή βία απέναντι σε μετανάστες και αλληλέγγυους το αντιφασιστικό κίνημα προσπάθησε να λειτουργήσει από κοινού. Η έκτακτη ανάγκη οδήγησε στην από κοινού αντιμετώπιση του φασιστικού φαινομένου από μια ευρεία γκάμα δυνάμεων, που εκτείνονταν από το SPD μέχρι την άκρα Αριστερά και την αναρχία. Τη Δευτέρα 1/9 διοργανώθηκε μια μεγάλη αντιφασιστική συναυλία στο Κέμνιτζς, με τίτλο «Είμαστε περισσότεροι». Στη συναυλία συμμετείχαν γνωστοί καλλιτέχνες που δεν είχαν τοποθετηθεί πολιτικά πιο πριν, αλλά και άλλοι που ήταν ανοιχτά αντιφασίστες, και υπολογίζεται ότι συγκεντρώθηκαν 65.000 άτομα. Πρόκειται για μια σημαντική πρωτοβουλία, η οποία όμως τελείωσε το ίδιο βράδυ. Ο πολιτικός συσχετισμός στο δρόμο και στις γειτονιές του Κέμνιτς χρειάζεται διαρκή πολιτική δουλειά για να αλλάξει και όχι κινητοποιήσεις-πυροτεχνήματα.
Η Αριστερά οφείλει να πάρει μια ξεκάθαρη θέση για το μεταναστευτικό, που θα αποτυπώνεται στα αιτήματα για ανοιχτά σύνορα, στην αλληλεγγύη στους πρόσφυγες και στα ίσα δικαιώματα για όλους. Στο τελευταίο του συνέδριο στη Λειψία, το Die Linke, το μεγαλύτερο κόμμα της Αριστεράς, παρότι υπερψήφισε προγραμματικά το αίτημα για ανοιχτά σύνορα, ταλαντεύτηκε αρκετά μέχρι να φτάσει σε αυτή την απόφαση. Η επικεφαλής της Κοινοβουλευτικής Ομάδας Σάρα Βάγκενκνεχτ έχει επανειλημμένως τοποθετηθεί με προβληματικό τρόπο στο θέμα του μεταναστευτικού. Το Μάιο του 2016 είχε τονίσει ότι υπάρχουν όρια στις δυνατότητες της Γερμανίας να φιλοξενήσει πρόσφυγες και μετανάστες, επιμένοντας ότι δεν μπορούν όλοι να πάνε στη χώρα της, ενώ πρόσφατα δήλωσε ότι «το να προσποιούμαστε ότι είναι ρεαλιστική η θέση “όποιος θέλει, ας έρθει”, είναι εντελώς παράλογο». 
Αν και η Βάγκενκνεχτ έχει υιοθετήσει πολύ ριζοσπαστικές θέσεις στα ζητήματα της οικονομικής κρίσης και της αριστερής απάντησης σε αυτή, δείχνει πολύ συντηρητικά αντανακλαστικά στο μεταναστευτικό, γεγονός που έχει ανοίξει μεγάλο διάλογο στο εσωτερικό του Die Linke. Ο αγώνας ενάντια στον νεοφιλελευθερισμό και το κεφάλαιο δεν είναι ξεκομμένος από τον ταξικό διεθνισμό και την αλληλεγγύη στους πρόσφυγες και τους μετανάστες. Μια αριστερή απάντηση στην κρίση και στην ανερχόμενη ακροδεξιά δεν χτίζεται πάνω σε διαχωρισμούς, αλλά στους κοινούς αγώνες ντόπιων και μεταναστών. Όσο ξεχνιέται αυτό από τη γερμανική Αριστερά, τόσο θα σηκώνουν κεφάλι οι φασίστες.