Στις 22 Σεπτεμβρίου πραγματοποιούνται στη Γερμανία εκλογές για το ομοσπονδιακό κοινοβούλιο. Απ’ ό,τι φαίνεται, θα είναι μια εύκολη εκλογική αναμέτρηση για τους συντηρητικούς της Μέρκελ (CDU), λαμβάνοντας υπόψη την άσχημη κατάσταση στην οποία βρίσκεται το δεύτερο κόμμα, το SPD.

Σύμφωνα με όλες τις δημοσκοπήσεις, οι σοσιαλδημοκράτες δε λένε να «ξεκολλήσουν» από το 22%, το οποίο αποτελεί ιστορικό χαμηλό τους. Ανάμεσα στον κόσμο που τους ψήφιζε παραδοσιακά, είναι πλέον πολύ βαθιά η πεποίθηση ότι είναι η πολιτική του Σρέντερ, γνωστή ως «Νόμοι του Χαρτς» και «Ατζέντα 2010», η οποία ευθύνεται για την κατάλυση των εργασιακών σχέσεων και κατακτήσεων στη χώρα. Θα περίμενε, λοιπόν, κανείς ότι το SPD θα είχε βγάλει τα συμπεράσματά του από τη σοβαρή εκλογική ήττα που γνώρισε το 2009 και ότι θα άλλαζε πορεία. Η αλήθεια όμως είναι ότι έχει μετακινηθεί σε τόσο νεοφιλελεύθερες θέσεις, ώστε πολύ συχνά είναι δύσκολο να το ξεχωρίσεις από το CDU.

Υποψήφιος καγκελάριος εκ μέρους του SPD είναι ο Πέερ Στάινμπρουκ, εκπρόσωπος της δεξιάς πτέρυγας του κόμματος, πρώην υπουργός Οικονομικών και… εκατομμυριούχος, μέσα από τη στενή και καθόλου διαφανή σχέση του με μεγάλους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς. Με τέτοιο προφίλ, δεν είναι λοιπόν να απορεί κανείς που δεν μπορεί να «πλασαριστεί» ως το αντίπαλο δέος στη Μέρκελ. Ακόμη και στελέχη του κόμματός του, τα οποία έχουν μια προϊστορία και ένα παραδοσιακό δέσιμο με εργατικά κομμάτια, όπως ο Φραντς Μίντεφερινγκ, έχουν αποστασιοποιηθεί στις εκλογές αυτές από την ηγεσία τους.

Οι συμμαχίες
Αυτό που παίζεται ακόμη, δεν είναι το αν θα είναι και πάλι καγκελάριος η Μέρκελ, μια και αυτό θεωρείται δεδομένο (βρίσκεται γύρω στο 41%). Τα αποτελέσματα των εκλογών θα απαντήσουν στο ποιος θα είναι αυτός που θα συγκυβερνήσει μαζί με τους χριστιανοδημοκράτες. Ένα προηγούμενο διάστημα φαινόταν ότι ο τωρινός κυβερνητικός εταίρος τους, οι Φιλελεύθεροι (FDP), δεν θα καταφέρουν καν να πιάσουν το 5% που απαιτείται για την είσοδο στην ομοσπονδιακή βουλή. Τελευταίες δημοσκοπήσεις τους φέρνουν κοντά ή λίγο πάνω από το ποσοστό αυτό. Το παιχνίδι όμως γι’ αυτούς είναι ακόμη ανοιχτό και εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το αν θα καταφέρει το νεοσύστατο κόμμα «Εναλλακτική για τη Γερμανία» να μπει στο κοινοβούλιο. Στην περίπτωση αυτή όλα τα σενάρια είναι ανοιχτά και κανείς δε μπορεί να πει με σιγουριά πώς θα διαμορφωθούν οι συμμαχίες.

Το κόμμα αυτό έχει συσταθεί στη βάση του αντιευρωπαϊσμού και προβάλλει ως βασική θέση το ότι «δε θέλουμε άλλες θυσίες για το ευρώ». Στην πραγματικότητα είναι στα όρια να χαρακτηριστεί φασιστικό, μια και περιέχει πολλά ακροδεξιά στοιχεία σε έναν περίεργο συνδυασμό όμως με νεοφιλελεύθερα (ο πρώην πρόεδρος των Γερμανών βιομηχάνων και γνωστός για τις ακραίες νεοφιλελεύθερες θέσεις του ήταν από τους πρώτους που υπέγραψαν για τη σύστασή του). Ευτυχώς οι τελευταίες δημοσκοπήσεις δείχνουν πως μάλλον θα μείνει εκτός βουλής (κινείται γύρω στο 3%).

Εκτός κοινοβουλίου και με πάνω κάτω το ίδιο ποσοστό μένουν και οι «Πειρατές», οι οποίοι προκάλεσαν τόσο σάλο όταν εμφανίστηκαν πριν από λίγα χρόνια. Πρόβαλλαν ως ατού τους την εναλλακτικότητα και το αμεσοδημοκρατικό μοντέλο οργάνωσης του κόμματος. Έπειτα όμως από τις πρώτες επιτυχίες φάνηκαν πολύ γρήγορα τα πραγματικά προβλήματα: ηγετικές διαμάχες με προσωποπαγή χαρακτηριστικά, αδυναμία (ή και έλλειψη θέλησης) να πάρουν θέση σε οποιοδήποτε ζήτημα δεν είχε σχέση με την τεχνολογία και τις εφαρμογές της (ακόμη και αν αυτό ήταν ο πόλεμος και η εμπλοκή ή μη της Γερμανίας σε αυτόν), αντιφατικές δηλώσεις στελεχών πάνω στα ίδια θέματα που κυμαίνονταν από ακροαριστερές μέχρι φιλελεύθερες.

Πράσινοι
Οι Πράσινοι φαίνεται να μένουν στα ίδια ποσοστά που είχαν στις εκλογές του 2009, δηλαδή γύρω στο 11%, και αυτό παρά το γεγονός ότι κάποια στιγμή οι δημοσκοπήσεις έφτασαν να τους δίνουν μέχρι και 23%. Έχουν και αυτοί υποστεί τις συνέπειες τις υποστήριξής τους στην πολιτική Σρέντερ –όχι μόνο την οικονομική αλλά και τη στρατιωτική. Δεν έχει ξεχαστεί ότι ως κυβερνητικοί εταίροι, και πιο συγκεκριμένα ο Γιόσκα Φίσερ ως υπουργός Εξωτερικών, υποστήριξαν την αποστολή γερμανικών στρατευμάτων εκτός χώρας, για πρώτη φορά μετά τον β’ παγκόσμιο πόλεμο. Σε μια προσπάθεια να ανακάμψουν τα ποσοστά τους έφεραν στις προεκλογικές συζητήσεις, εκτός από τα προσφιλή τους θέματα (περιβάλλον, γυναίκες και ειρήνη), και το θέμα των κοινωνικών ανισοτήτων.

Από αυτή τους την προσπάθεια φαίνεται, ωστόσο, ότι βγαίνει κερδισμένο το κόμμα «Αριστερά» (Die Linke), το οποίο είναι το μόνο κόμμα που προβάλλει και αγωνίζεται για τα θέματα αυτά. Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις το φέρνουν γύρω στο 10%, και έτσι είναι πολύ κοντά στα πολύ καλά ποσοστά που είχε πετύχει στις εκλογές του 2009. Αυτό είναι μια επιτυχία, έπειτα από μεγάλη περίοδο εσωτερικών αναζητήσεων, διαμαχών και έλλειψης προσανατολισμού. Παρά τα προβλήματά του, το Die Linke παραμένει η πιο ουσιαστική και μαζική φωνή στην αριστερά στη Γερμανία. Είναι εξάλλου χαρακτηριστικό ότι ακόμη και δυνάμεις που το αντιμετώπιζαν με μεγάλη επιφυλακτικότητα και έμεναν έξω από αυτό (όπως κάποια τροτσκιστικά κομμάτια ή το γερμανικό ΚΚ) στις εκλογές αυτές καλούν για κριτική υπερψήφιση.

Με δεδομένο ότι και η επόμενη κυβέρνηση θα είναι κυβέρνηση συνεργασίας και ότι η «φυσική» κατανομή των στρατοπέδων θεωρείται από τη μια το CDU, το FDP (και ίσως η Εναλλακτική για τη Γερμανία) και από την άλλη το SPD, οι Πράσινοι και το Die Linke, η πίεση που ασκείται πάνω στο κόμμα της Αριστεράς για το τι θα κάνει είναι μεγάλη. Σε σύνοδο που πραγματοποίησε στο Βερολίνο τη Δευτέρα 9 Σεπτεμβρίου το Die Linke αποφάσισε τις βασικές γραμμές με τις οποίες μπαίνει στην τελική μάχη των εκλογών. Δεν αποκλείουν μετεκλογική συνεργασία με SPD και Πράσινους, αρκεί αυτοί να συμφωνήσουν σε δέκα σημεία, τα οποία το Die Linke τα θεωρεί πολύ σημαντικά. Σε αυτά ανήκουν θέσεις όπως: νομοθετημένο κατώτατο ωρομίσθιο 10 ευρώ, αύξηση των επιδομάτων «Χαρτς IV» στα 500 ευρώ μηνιαίως, ανάκληση της συνταξιοδότησης στα 67, κατώτατη σύνταξη 1.050 ευρώ, πλήρης εξομοίωση των συντάξεων μεταξύ Δυτικής και Ανατολικής Γερμανίας μέχρι το 2017, φορολόγηση κεφαλαίου και μεγάλης περιουσίας, αύξηση του φορολογικού συντελεστή των πλουσίων στο 53%, άμεση απόσυρση των γερμανικών στρατευμάτων από το Αφγανιστάν, κουρέματα κρατικού χρέους κ.λπ. Όπως έχουν τονίσει κορυφαία στελέχη του, όπως ο Γκρέγκορ Γκίζι και η Σάρα Βάγκενκνεχτ, οι θέσεις αυτές δεν είναι διαπραγματεύσιμες, αλλά αν το SPD και οι Πράσινοι επιθυμούν συνεργασία, μπορούν να προσχωρήσουν σε αυτές. Όπως είναι λογικό και οι δύο, και ειδικά το SPD, απόρριψαν αυτή την προοπτική.

Αγωνιστική παρουσία
Στην καλή δημοσκοπική εικόνα για το Die Linke συνέβαλε πολύ και η αγωνιστική παρουσία που είχε το κόμμα στις πρόσφατες διαδηλώσεις Blockupy στη Φρανκφούρτη ενάντια στην εκμετάλλευση από τις τράπεζες. Εκεί φάνηκε για άλλη μια φορά το πόσο μεγάλη σημασία έχει η κοινοβουλευτική δράση να στηρίζεται από αγωνιστικές κινητοποιήσεις από τα κάτω. Το Die Linke έχει επιχειρήσει, για πρώτη φορά με τόσο μαζικούς όρους στη Γερμανία, να δείξει πως απέναντι στην πολιτική που στηρίζει τους τραπεζίτες, υπάρχει και ο εναλλακτικός δρόμος του αγώνα. Είναι ίσως περισσότερο επιτακτικό τώρα από ποτέ, να δυναμώσουν οι δυνάμεις που χρησιμοποιούν την κοινοβουλευτική παρουσία για να δημοσιοποιήσουν αιτήματα εξωκοινοβουλευτικά, που δίνουν φωνή στον αγώνα που πραγματοποιείται σε κάθε χώρο.