Μαζική συμμετοχή στη διεθνή συνάντηση των αντικαπιταλιστικών κομμάτων που διοργάνωσε τo Rproject

 

Συμμετείχαν και μίλησαν σύντροφοι από τη Γαλλία, την Ιταλία, το Βέλγιο, την Πορτογαλία και τις ΗΠΑ (παρακολούθησαν επίσης και σύντροφοι από τη Γερμανία), ενώ από την Ελλάδα, εκτός από τις οργανώσεις του Κόκκινου Δικτύου (ΔΕΑ, Κόκκινο, ΑΠΟ), συμμετείχαν κι άλλοι σύντροφοι από την Αριστερή Πλατφόρμα του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και ανεξάρτητοι σύντροφοι, καθώς και απλοί αγωνιστές του εργατικού κινήματος. Κοινή διαπίστωση ήταν πως παρά τις δυσκολίες της Αριστεράς στη Γαλλία και την Ιταλία και παρά την άνοδο του φασισμού, υπάρχουν παντού ευκαιρίες και αναλαμβάνονται πρωτοβουλίες ανασυγκρότησης. Ειδικά σε χώρες όπως η Ελλάδα, αν η Αριστερά επιμείνει στον συγκρουσιακό δρόμο που υποδεικνύει το πρόγραμμά της για τη με κάθε μέσο υπεράσπιση των λαϊκών αναγκών, μπορεί να δημιουργηθεί η θρυαλλίδα για να ξεκινήσουν παγκόσμιες ανατροπές. 

 

Τη συζήτηση άνοιξε ο Λεόν Κρεμιέ από το Νέο Αντικαπιταλιστικό Κόμμα (NPA), περιγράφοντας την κατάσταση στη Γαλλία, στο φόντο και των πρόσφατων δημοτικών εκλογών, της μεγάλης αποχής, των επιτυχιών του Εθνικού Μετώπου και της αδυναμίας της ριζοσπαστικής Αριστεράς να προβάλει μια δική της εναλλακτική απάντηση στην κυβέρνηση Ολάντ που εφαρμόζει ένα πρόγραμμα που επιβάλλει κατευθείαν ο γαλλικός σύνδεσμος βιομηχάνων. Περιέγραψε τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι αγώνες, που είναι τοπικοί, αμυντικοί και κατακερματισμένοι, την αντεπίθεση της Δεξιάς με τις μαζικές της διαδηλώσεις γύρω από μια ακραία συντηρητική ατζέντα και την ανάγκη να οργανωθεί μια κοινωνική-πολιτική αντεπίθεση. Σε αυτόν το στόχο, ιδιαίτερη σημασία θα έχει η ενωτική διαδήλωση στις 12 Απρίλη, όπου καλούν το NPA, το Μέτωπο της Αριστεράς, συνδικαλιστικές και κοινωνικές οργανώσεις.

Ο Φράνκο Τουριλιάτο, από την ιταλική Αντικαπιταλιστική Αριστερά, περιέγραψε τη δύσκολη κατάσταση που βιώνουν οι «από κάτω» στην Ιταλία τα τελευταία χρόνια, αλλά και την ακόμα χειρότερη λαίλαπα που προετοιμάζει η νέα κυβέρνηση του Ματέο Ρέντσι, μαζί με μια βαθιά αυταρχική μεταρρύθμιση των κρατικών θεσμών. Μίλησε για τις ευθύνες των μεγάλων συνομοσπονδιών για την αδυναμία του κινήματος αντίστασης, αλλά και τις πρόσφατες προσπάθειες να ανασυγκροτηθεί η Αριστερά –τόσο στο συνδικαλιστικό πεδίο, με την προσπάθεια συγκρότησης μιας μαχητικής πτέρυγας μέσα στην CGIL, όσο και στο πολιτικό, με τη Λίστα Τσίπρα –που ενώνει δυνάμεις, αλλά έχει και σοβαρές αντιθέσεις στο εσωτερικό της– και την καμπάνια των συντρόφων της Αντικαπιταλιστικής Αριστεράς «ενάντια στη λιτότητα, ενάντια στην πολιτική της ΕΕ». Ενδιαφέρον θα έχει μια μεγάλη διαδήλωση ενότητας των κινημάτων στη Ρώμη στις 12 Απρίλη, την ίδια μέρα που θα διαδηλώνει και η γαλλική Αριστερά.

Ο Αντώνης Νταβανέλλος περιέγραψε την αυταρχικοποίηση της «υπαρκτής ΕΕ» και εξήγησε πως η απαλλαγή από τον «μερκελισμό» απαιτεί μεγάλη ανατροπή του ταξικού συσχετισμού, καθώς πίσω από την Μέρκελ υπάρχει μια κοινωνική τάξη, η οποία έχει κάνει σαφές ότι δεν διαπραγματεύεται. Ανέφερε πως δεν υπάρχουν «εύκολοι δρόμοι» ούτε στο ζήτημα της ΕΕ και της ευρωζώνης ούτε στο ζήτημα των συμμαχιών, τονίζοντας την ανάγκη να μην υπαναχωρήσουμε από τη συνεδριακή θέση «καμιά θυσία για το ευρώ» και υπενθυμίζοντας την πρόσφατη επιλογή του ΚΚ Γαλλίας να συνταχθεί με τους Σοσιαλιστές στις δημοτικές εκλογές με τα γνωστά καταστροφικά αποτελέσματα. Τόνισε πως ο ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει να επιδιώξει το σπάσιμο της λιτότητας «με κάθε διαθέσιμο μέσο» και αυτό αφορά και το νόμισμα, και τις τράπεζες, και τις ελευθερίες του κεφαλαίου. Έτσι θα μπορεί να απευθυνθεί ουσιαστικά στο εργατικό κίνημα και την Αριστερά της Ευρώπης για αλληλεγγύη, καθώς ο αγώνας που θα ξεκινήσει στην Αθήνα, τη Ρώμη, τη Λισσαβόνα, θα ολοκληρωθεί και θα κριθεί στο Παρίσι, το Βερολίνο, και το Λονδίνο.

Τη διεθνή εικόνα συμπλήρωσαν με τις παρεμβάσεις τους η Ρακέλ Βαρέλα, –που περιέγραψε την παρόμοια με την Ελλάδα κατάσταση στην Πορτογαλία, έθεσε (κοινά για όλους) ερωτήματα ως προς την οργάνωση της εργατικής αντίστασης μετά από χρόνια νεοφιλελευθερισμού και κατέληξε πως «δεν είναι δικό μας χρέος, δεν είναι δική μας κρίση»–  και ο  Άχμεντ Σόκι –που αναφέρθηκε στην κατάσταση στις ΗΠΑ, στον έμπρακτο διεθνισμό (από την αλληλεγγύη της ΟΛΜΕ στους απεργούς καθηγητές του Σικάγο έως την προσπάθεια των δυνάμεων του Rproject να βοηθήσουν στη διεθνή καμπάνια των Αμερικανών συντρόφων για αλληλεγγύη στους Αιγύπτιους αγωνιστές), και στο δίδαγμα της εποχής μας πως «όταν τα βάζεις με το κράτος και το κεφάλαιο, δεν αρκούν τελικά οι κινητοποιήσεις εκατομμυρίων στους δρόμους», αλλά χρειάζεται η ανασυγκρότηση μιας «αληθινής Αριστεράς». 

Η Ελένη Πορτάλιου, αφού εξήγησε γιατί στην Ευρωπαϊκή Ένωση η λαϊκή κυριαρχία είναι σήμερα ένα αδειανό πουκάμισο, έκανε λόγο για ένα ολιγαρχικό πολιτικό σύστημα. Η γνωστή αγωνίστρια και δημοτική σύμβουλος προειδοποίησε πως «η ευρωπαϊκή αριστερά δεν έχει σήμερα μια ηγεμονική πρόταση για την απελευθέρωση των λαϊκών τάξεων απέναντι στο σύγχρονο χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό και τον ακραίο νεοφιλελευθερισμό που κυριαρχούν στην Ευρώπη. Στην Ελλάδα η δυνατότητα ανατροπής της κυρίαρχης πολιτικής είναι ακόμα μια αβέβαιη στόχευση, με σημαντικές ελλείπουσες προϋποθέσεις». Και τόνισε: «Ο ΣΥΡΙΖΑ, η ελληνική αριστερά, η ευρωπαϊκή αριστερά με τις εθνικές τις ιδιαιτερότητες, δεν έχουν καμία πιθανότητα ν’ ανατρέψουν τις εθνικές κυβερνήσεις και ν’ αλλάξουν από κοινού την Ευρώπη αν δεν επαναθεμελιωθούν μέσα στις λαϊκές τάξεις και τους αγώνες τους. Αν δεν αναλάβουν, ριζοσπαστικοποιώντας τη δημοκρατία, την υπόθεση της λαϊκής κυριαρχίας η οποία σήμερα παραβιάζεται βάναυσα».

Ο δημοσιογράφος Γιάννης Κιμπουρόπουλος στάθηκε στη δύσκολη φάση ύφεσης του κινήματος αντίστασης, την ιδεολογική/πολιτική υποχώρηση τόσο συνολικότερα στις λαϊκές προσδοκίες όσο και ως προς τη διάθεση σύγκρουσης με την ΕΕ, αποδίδοντας ευθύνες και στην συμπεριφορά της Αριστεράς απέναντι στις «ευκαιρίες» που δημιουργήθηκαν. 

Ο Πάνος Κοσμάς, επικαλούμενος τη διεθνή –καλή και κακή– εμπειρία στάθηκε ιδιαίτερα στη σημασία του διεθνισμού σήμερα, σε συνθήκες ιμπεριαλιστικής αντεπανάστασης, όχι ως αφηρημένη ιδεολογική αξία, αλλά ως έμπρακτη, οργανωμένη δράση, στην οποία η Αριστερά έχει τεράστια ελλείμματα. Εστίασε ιδιαίτερα στα κρίσιμα (για όλη την Ευρώπη και διεθνώς) καθήκοντα του ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα, όπου το μεγάλο διεθνιστικό καθήκον, αλλά και μονόδρομος, είναι η σύγκρουση και η ρήξη με το σύστημα, που μπορεί να βοηθήσει καταλυτικά «να γκρεμιστεί η Βαστίλλη» της ΕΕ.  

Ο Γιώργος Σαπουνάς επισήμανε την απόσταση ανάμεσα στις εμπειρίες και τη γραμμή του ΚΕΑ (με το χαρακτηριστικό παράδειγμα των δεξιόστροφων επιλογών του ΚΚΓ) και του ΣΥΡΙΖΑ, για να εντοπίσει το ζήτημα του «ποιος θα ρυμουλκήσει ποιον». Χρειάζεται, τόνισε, η Αριστερά να αποφύγει να γίνει «ουρά» και των δύο αστικών επιλογών (διεθνική και εθνική αναδίπλωση), υψώνοντας τα ζητήματα των εθνικοποιήσεων (ως επίθεση στην ατομική ιδιοκτησία) και του εργατικού ελέγχου (ως βάθεμα της δημοκρατίας), καταλήγοντας στον κρίσιμο ρόλο ενός ενεργού πολιτικού κόμματος στην ταξική πάλη.  

Ο Γιώργος Γιαννόπουλος από το περιοδικό «Ένεκεν», μας κάλεσε να σκεφτούμε «για ποια Ευρώπη» μιλάμε, αντιπαραβάλλοντας τις «Βρυξέλλες» και τους συνειρμούς που γεννούν σήμερα με τις μεγάλες ιστορικές μάχες του εργατικού κινήματος στο Βέλγιο, δίνοντας εικόνες από την πορεία επαναστατών του παρελθόντος μέχρι τον αγώνα στις Σκουριές ή τους απεργούς της Κόκα-Κόλα σήμερα. 

Συγκλονιστική ήταν η στιγμή που πήραν το λόγο ένας σχολικός φύλακας και μία καθηγήτρια που βρίσκονται σε διαθεσιμότητα, αλλά που πρωταγωνιστούν στον αγώνα ενάντια στις απολύσεις: δήλωσαν την ακλόνητη θέλησή τους να συνεχίσουν τον αγώνα μέχρι «να γυρίσουν πίσω» όλοι οι απολυμένοι και καταχειροκροτήθηκαν επανειλημμένα σε κλίμα έντονης φόρτισης, κλείνοντας μια πολύ «γεμάτη» ημέρα με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

 

Ε. Τουσέν: Μόνη λύση είναι η ανυπακοή στην ΕΕ

Για τον Ερίκ Τουσέν, η ΕΕ βρίσκεται στο επίκεντρο μιας παγκόσμιας κρίσης του καπιταλισμού, γι’ αυτό και η απάντηση της ρήξης με ΕΚΤ-ΔΝΤ και ΕΕ θα έχει τεράστια σημασία για όλη την Ευρώπη. Αναφερόμενος στην αρχιτεκτονική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μίλησε για «εργαλεία που οι άρχουσες τάξεις ονειρεύονταν για δεκαετίες». Συγκεκριμένα αναφέρθηκε στις ευρωπαϊκές συνθήκες, στην Κομισιόν ως ιδανική μορφή κυβέρνησης για τους αστούς (δαπανά μόλις το 1% των προϋπολογισμών ενώ λαμβάνει τις ισχυρότερες αποφάσεις), την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα που λειτουργεί πλέον ως πιστωτής των κρατών-μελών και έχει στη διάθεσή της το ευρώ που λειτουργεί ως «ζουρλομανδύας» που διευκολύνει την επιβολή «εσωτερικής υποτίμησης, δηλαδή δραματικής μείωσης των μισθών». Μάλιστα από το 2009 και μετά έχει στα χέρια της ως όπλο και το δημόσιο χρέος, που πλέον «μετατράπηκε σε εργαλείο καταστροφικής δύναμης ενάντια στα κεκτημένα». Αλλά ταυτόχρονα, σημείωσε, η τρόικα χρησιμοποιώντας και αναλαμβάνοντας το χρέος, «μας έδωσε έναν κεντρικό στόχο μάχης για να σπάσει αυτή η ευρωπαϊκή αλυσίδα». 

Απέναντι λοιπόν στην «πολεμική μηχανή Κομισιόν-Ευρώ-Χρέος-Συνθήκες» η Αριστερά χρειάζεται να βρει τις σωστές πολιτικές, τα αδύναμα σημεία του αντιπάλου και αυτό, σύμφωνα με τον Τουσέν, είναι να διακηρύξει πως το χρέος προς την τρόικα «είναι επαχθές, είναι παράνομο, είναι αβάσταχτο, δεν είναι δικό μας και δεν θα το πληρώσουμε!».

Ιδιαίτερα χρήσιμες ήταν οι επισημάνσεις που έκανε όσον αφορά μια τέτοια κατεύθυνση αμφισβήτησης του χρέους. Το ένα σημείο αφορούσε την διεθνιστική αλληλεγγύη: «Αν βρεθεί μια θαρραλέα κυβέρνηση που θα αρνηθεί να πληρώσει», θα βρει τη συμπάθεια των λαών της Ευρώπης. Το άλλο αφορούσε το δρόμο που μπορεί να ακολουθήσει μια κυβέρνηση της Αριστεράς: «Είναι εύκολο και μπορείτε φυσικά να ζητήσετε μια ευρωπαϊκή συνδιάσκεψη για το χρέος, μια συμφωνία αντίστοιχη με αυτήν του 1953, γιατί όχι;». Αλλά, «ξέρετε καλά ότι δεν πρόκειται να πείσετε την Μέρκελ, τον Ολάντ, την ΕΚΤ», γι’ αυτό και «η εφικτή διέξοδος είναι μονομερής», είναι η στάση πληρωμών και σε μια τέτοια περίπτωση «η ευρωπαϊκή Αριστερά θα ταχθεί μαζί σας, θα οργανωθούν μαζικές διαδηλώσεις αλληλεγγύης». 

Αντίστοιχα, είπε, πρέπει να σταθούμε στο σύνθημα «καμιά θυσία για το ευρώ». «Έχετε κάθε δικαίωμα να πείτε πως αν δεν αλλάξει αυτή η ΕΕ, έχουμε την επιλογή να φύγουμε». Σε αυτό το σημείο, ξεχώρισε τη «δεξιά» από την «αριστερή» έξοδο από την ευρωζώνη. Μια έξοδος χωρίς αντικαπιταλιστική πολιτική «μπορεί να είναι και ιδανική για την αστική τάξη», γι’ αυτό και η αριστερή κυβέρνηση χρειάζεται μέτρα όπως ο έλεγχος στις ελευθερίες του κεφαλαίου, η στοχευμένη (εις βάρος των πλουσίων) φορολογική μεταρρύθμιση, οι αυξήσεις μισθών, η κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων της εκκλησίας και του μεγάλου κεφαλαίου. 

Έκλεισε με την έκκληση «μην υπακούετε στην ΕΕ». Όπως είπε «μόνη λύση είναι η ανυπακοή στην ΕΕ, από μια κυβέρνηση του λαού». Αυτό, θα μπορέσει να οδηγήσει «σε μια νέα άνοιξη σε όλη την Ευρώπη που μπορεί να οδηγήσει στο σοσιαλισμό».

 

Π. Λαφαζάνης: Διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους  του χρέους χωρίς όρους

Απόσπασμα από την ομιλία του κοινοβουλ. εκπροσώπου του ΣΥΡΙΖΑ

Μια προοδευτική ανατροπή στην Ελλάδα δεν μπορεί να ξεκινάει παρά από τρία θέματα-ογκόλιθους:

Πρώτον: Την ακύρωση των μνημονίων -και προσθέτω- και των εφαρμοστικών τους νόμων. Και προσθέτω και των εφαρμοστικών νόμων, διότι τα μνημόνια μπορούν να ακυρωθούν και πρέπει να ακυρωθούν ως μια από τις πρώτες πράξεις μιας κυβέρνησης της Αριστεράς –και διευκρινίζω όταν λέμε Αριστερά στην ελληνική πολιτική ορολογία εννοούμε την πέραν της σοσιαλδημοκρατίας Αριστερά. Δεν φτάνει λοιπόν η κυβέρνηση της Αριστεράς να ακυρώσει τα μνημόνια, διότι κι αν ακυρωθούν τα μνημόνια, δεν σημαίνει τίποτα στην πράξη όσον αφορά τους στόχους και το πρόγραμμα που θέλουμε να εφαρμόσουμε. Διότι παρά την ακύρωση των μνημονίων, εφόσον λειτουργούν οι εφαρμοστικοί νόμοι, τα μνημόνια αυτά στην πράξη -παρότι θα έχουν καταργηθεί ως ενιαία κείμενα- θα εφαρμόζονται αδιαλείπτως. Γι’ αυτό λέμε κατάργηση μνημονίων και εφαρμοστικών νόμων.

Το δεύτερο: Να αντιμετωπίσουμε το πελώριο θέμα του χρέους, που το ανέπτυξε ο σύντροφος Τουσέν με μεγάλη ενάργεια και καθαρότητα και από μια σκοπιά που δείχνει ότι ξέρει πολύ καλά την κατάσταση στη χώρα μας. Το ζήτημα του χρέους λοιπόν είναι ο δεύτερος ογκόλιθος. Και εδώ η θέση που πρέπει να είναι αδιαπραγμάτευτη ως κατεύθυνση και ως πολιτική επιλογή -και η οποία έχει εγγραφεί στις αποφάσεις του ΣΥΡΙΖΑ με μια πολύ μεγάλη πλειοψηφία- είναι ότι θα διεκδικήσουμε τη διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους τουλάχιστον του χρέους, χωρίς όρους και προϋποθέσεις. Και βεβαίως αυτήν τη διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους θα προσπαθήσουμε τουλάχιστον να τη διεκδικήσουμε με διαπραγματεύσεις, αλλά αν αυτές δεν μπορούν να έχουν θετική έκβαση, όπως έχουμε τονίσει επανειλημμένα, η κυβέρνηση της Αριστεράς, χρησιμοποιώντας όλα τα δημοκρατικά και αγωνιστικά μέσα που διαθέτει -και είναι πολλά- θα προχωρήσει ανεξαρτήτως για να προασπίσει όχι απλώς το σοσιαλιστικό μέλλον του ελληνικού λαού, αλλά να προασπίσει πρώτα και κύρια την επιβίωσή του. Γιατί όσο υπάρχει αυτό το χρέος, δεν μπορεί να επιβιώσει και να έχει μέλλον ο ελληνικός λαός.
Αυτό το χρέος δεν μπορεί να αποπληρωθεί. Επιστημονικά και οικονομικά το λένε συχνά «μη βιώσιμο». Είναι μια κομψή έκφραση για να εκφραστεί ότι αυτό το χρέος -ως αποπληρωμή- σημαίνει την εξόντωση στην ουσία του ελληνικού λαού, την εξόντωση των εργαζομένων και αυτό δεν πρόκειται και δεν μπορούμε να το ανεχτούμε. 

Το τρίτο από τα βασικά αφετηριακά σημεία είναι η εθνικοποίηση-κοινωνικοποίηση των τραπεζών. Και αυτό είναι μια δέσμευση του ΣΥΡΙΖΑ την οποία έχουμε αναλάβει με συνεδριακές υπερ-πλειοψηφικές αποφάσεις. Αν μια κυβέρνηση της Αριστεράς δεν έχει τον έλεγχο του χρηματοπιστωτικού συστήματος, προκειμένου να διαμορφώσει μια νέα χρηματοπιστωτική πολιτική με αναπτυξιακά κοινωνικά κριτήρια, τότε δεν είναι δυνατόν να προχωρήσει ούτε βήμα σε μια προοδευτική κατεύθυνση. Αν συνεχίσουμε αυτήν την κατάσταση, όπου οι ιδιώτες και μάλιστα το πλαίσιο της τραπεζικής ένωσης της Ευρώπης, έχουν τον έλεγχο στο τραπεζικό σύστημα, τότε η εκάστοτε κυβέρνηση δεν θα κάνει τίποτε άλλο παρά να είναι επιτροπή διαχείρισης των συμφερόντων του τραπεζικού κεφαλαίου. Και ειδικά για την Ελλάδα, ο έλεγχος του τραπεζικού συστήματος σημαίνει έλεγχος συνολικά της διαπλοκής μεγάλων ιδιωτικών συμφερόντων και κράτους. Αν δεν σπάσει αυτή η διαπλοκή, μια κυβέρνηση της Αριστεράς δεν μπορεί να προχωρήσει στην υλοποίηση του προγράμματός της. 

Είμαστε σε ένα κρίσιμο σημείο, η Ελλάδα είναι στο μεταίχμιο. Ο συσχετισμός, περιφερειακός, ευρωπαϊκός, διεθνής δεν είναι καθόλου καλός. Θα έλεγε είναι πολύ δύσκολος. Με αγωνία και ανησυχία βλέπουμε ακροδεξιές έως φασίζουσες τάσεις να αναπτύσσονται στον ευρωπαϊκό χώρο και εξαιτίας της αδυναμίας της ριζοσπαστικής Αριστεράς να εκφράσει έναν ριζοσπαστικό και επιθετικό λόγο. Αλλά η Αριστερά της Ελλάδας κι ο ελληνικός λαός δεν έχει καμιά άλλη επιλογή μέσα στις δύσκολες συνθήκες αυτές και το άνισο διεθνής συσχετισμό δυνάμεων από μια μικρή χώρα να τολμήσει να κάνει το προοδευτικό σοσιαλιστικό άλμα προς τα μπρος. Δεν έχουμε καμία άλλη επιλογή.