Συνέντευξη με το Γιώργο Χαρίση

Μπροστά μας έχουμε να αντιμετωπίσουμε τη νέα μεγάλη επίθεση με το χτύπημα στα εργασιακά και ιδιαίτερα τις ομαδικές απολύσεις. Παράλληλα υπάρχει και η προσπάθεια εφαρμογής της αντιμεταρρύθμισης στο Ασφαλιστικό. Τα συνδικάτα μπορούν να απαντήσουν σε αυτή την επίθεση; Τι χρειάζεται να γίνει;
Η εργατική τάξη πρέπει –είναι υποχρεωμένη– να απαντήσει απέναντι στη νέα επίθεση της συμμαχίας κυβέρνησης - ΕΕ και ΔΝΤ για τα εργασιακά, γιατί αν δεν το κάνει θα είναι υπόλογη στις επόμενες γενιές. 
Σήμερα είναι ανάγκη να συγκροτηθεί ένα κέντρο από ταξικές ομοσπονδίες, Εργατικά Κέντρα της ΓΣΕΕ και Νομαρχιακά Τμήματα της ΑΔΕΔΥ, πρωτοβάθμια σωματεία και εργατικές-συνδικαλιστικές συλλογικότητες, που θα αναλάβει το συντονισμό του αγώνα. Δεν μπορεί να ψηφίζονται σκληρά αντεργατικά και αντιλαϊκά μέτρα, που σημαδεύουν το μέλλον αυτής της χώρας και των εργαζομένων, και να μην «ανοίγει ρουθούνι» στο Σύνταγμα.
Χρειάζεται επίσης να διαμορφωθεί μια τακτική που θα κινητοποιεί και θα συσπειρώνει τους εργαζόμενους πάνω στα καθημερινά τους προβλήματα. Έτσι πρέπει να εκδηλωθούν το επόμενο διάστημα κινητοποιήσεις για τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας, για την κατάργηση των ακραίων μορφών ελαστικής εργασίας που είναι οι ενοικιαζόμενοι εργαζόμενοι και οι εργαζόμενοι με το μπλοκάκι. Για την κανονική και στην ώρα τους καταβολή των αποδοχών τους, για την πληρωμή των υπερωριών και για την τήρηση των ωραρίων εργασίας. Για τη διεκδίκηση και την υπογραφή ΣΣΕ και την αντιμετώπιση της ανεργίας και του κλεισίματος επιχειρήσεων, που σε κάποιες από αυτές πρέπει να υπάρχει σχέδιο επαναλειτουργίας από τους ίδιους τους εργαζόμενους.
Από την άλλη είναι ανάγκη οι ταξικές δυνάμεις μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα να συνδέουν τα καθημερινά προβλήματα των εργαζομένων με τα γενικότερα ζητήματα όπως η στάση πληρωμών και η διαγραφή του χρέους, η εθνικοποίηση των τραπεζών και ο κοινωνικός-εργατικός έλεγχός τους, το σταμάτημα των ιδιωτικοποιήσεων και ο επανέλεγχος από το Δημόσιο των επιχειρήσεων στρατηγικής σημασίας, η αναδιανομή του παραγόμενου πλούτου υπέρ αυτών που τον παράγουν και των φτωχών και βέβαια η σύγκρουση και ρήξη με την Ευρωζώνη και την ΕΕ.
Η πολιτικοποίηση αυτή των αιτημάτων είναι αναγκαία, γιατί ακόμη και η λύση των επιμέρους αιτημάτων προσκρούει σ’ ένα μνημονιακό τείχος που αν δεν διαρραγεί δεν μπορούν να υπάρξουν ουσιαστικές λύσεις. Εξάλλου είναι μνημονιακή δέσμευση της κυβέρνησης τα νομοσχέδιά της να εγκρίνονται πρώτα από τους δανειστές και μετά να έρχονται στη Βουλή. 
Η σωστή σχέση και σύνδεση στους αγώνες του μερικού με το γενικό θα μας προφυλάξει από τις εύκολες απογοητεύσεις, αλλά και από την καλλιέργεια αυταπατών.
Τέλος, για να έχουμε ρωγμές σ’ αυτό το μνημονιακό τείχος χρειάζεται η συγκέντρωση όλων δυνάμεων στον ίδιο στόχο, γιατί «ουδέν κάστρον απόρθητον βαλλόμενον καθ’ εκάστην». Έτσι η εργατική τάξη και τα συνδικάτα της πρέπει να οικοδομήσουν ένα ευρύτερο μέτωπο δυνάμεων με όλα τα πληττόμενα από τα μνημόνια στρώματα, ιδιαίτερα τους μικρομεσαίους ελεύθερους επαγγελματίες, επιστήμονες και αγρότες, για να μπορούν οι αγώνες να είναι αποτελεσματικοί και νικηφόροι. Αυτή συμμαχία να πάρει μόνιμα χαρακτηριστικά και να αποτελεί το εργαλείο παρέμβασης ακόμη και στα τοπικά ζητήματα, όπως π.χ. η υπεράσπιση του τοπικού νοσοκομείου, του νερού, της δημόσιας διαχείρισης των απορριμμάτων κ.λπ.
Ήταν αναγκαία, αυτή την περίοδο, η πρωτοβουλία για την ανασυγκρότηση του ΜΕΤΑ; Βλέποντας μάλιστα ότι ακόμη και σήμερα υπάρχουν παρατάξεις όπου συνδικαλιστικά στελέχη από το χώρο του ΜΕΤΑ και της ΛΑΕ συνεργάζονται με συνδικαλιστικά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ. Πώς μπορεί να αλλάξει αυτή η κατάσταση;
Ήταν αναγκαία και δυστυχώς καθυστερημένη. Έχει περάσει αρκετό διάστημα και έχει πλέον ξεδιπλωθεί η πολιτική της κυβέρνησης σ’ όλα τα επίπεδα και είναι μια πολιτική νεοφιλελεύθερη και μνημονιακή. Όσοι πλέον με το άλφα ή τον βήτα τρόπο στηρίζουν, ανέχονται και δικαιολογούν αυτή την πολιτική, έχουν επιλέξει πλευρά και είναι απέναντι στα πραγματικά συμφέροντα των εργαζομένων και της χώρας. Η συνεργασία μας σε κεντρικό επίπεδο με τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ δίνει λάθος μήνυμα στους εργαζόμενους, θολώνει την εικόνα της παράταξης και θα αναπαραγάγει αύριο το ψεύτικο δίλημμα του μικρότερου κακού και την επιλογή του Αλέξη αντί του Κυριάκου.
Οι επιλογές που έγιναν σε ΕΚ Πειραιά, ΓΣΕΕ και ΕΚ Αθήνας ήταν λάθος. Έγιναν χωρίς καμία «έγκριση» από την παράταξη και δεν πρόκειται να επιφέρουν θετικά αποτελέσματα για τον ευρύτερο πολιτικό-συνδικαλιστικό μας χώρο και πρωτίστως για τους εργαζόμενους, γιατί υπακούν σε μια λογική αριθμών και θέσεων και όχι στο πραγματικό επίδικο που είναι στη βάση ποιας γραμμής συσπειρώνεις τους εργαζόμενους και ποιες συμμαχίες οικοδομείς για να ανατρέψεις τα πράγματα. Χωρίς να είναι συγκρίσιμα τα μεγέθη, ποιο είναι το συμπέρασμα της ανάληψης της κυβέρνησης από τον ΣΥΡΙΖΑ; Μεγάλη ζημιά για την Αριστερά, τη χώρα και το λαό. Αν ήταν αντιπολίτευση δεν θα μπορούσαν να περάσουν τόσο επώδυνα μέτρα. Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι η κυβέρνηση, αλλά με ποιο πρόγραμμα, ποιους όρους και ποιες προϋποθέσεις παίρνεις την κυβέρνηση.
Οι σύντροφοι και συναγωνιστές σ’ αυτές τις οργανώσεις πρέπει να διαχωριστούν από τις δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ για να αποκατασταθεί και η ενότητα της παράταξης, και από κει πέρα να συζητήσουμε τι συνδικαλιστικό κίνημα θέλουμε σήμερα.
Το Σάββατο 11 Ιούνη έγινε η Πανελλαδική Σύσκεψη της Πρωτοβουλίας για την Ανασυγκρότηση του ΜΕΤΑ. Ποια θα είναι τα επόμενα βήματα;
Κατ’ αρχάς να οργανωθεί η συνδιάσκεψη της παράταξης το φθινόπωρο με στόχο την επικαιροποίηση και ριζοσπαστικοποίηση των θέσεών της, παίρνοντας υπόψη τα προηγούμενα δυόμισι χρόνια και κυρίως τα θέματα που έχουν σχέση με το αν μπορούν να υπάρξουν φιλολαϊκές αλλαγές εντός της ΕΕ και της Ευρωζώνης και άρα το ότι η έξοδος της χώρας μας από αυτούς τους οργανισμούς πρέπει να γίνει και αίτημα πάλης του εργατικού κινήματος.
Να ολοκληρώσουμε τις προτάσεις μας σχετικά με τη δομή του συνδικαλιστικού κινήματος, γιατί πιστεύουμε ότι η υπάρχουσα δομή αναπαράγει τον παραγοντισμό και τη γραφειοκρατία. Η πρότασή μας είναι η συνένωση ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, Ομοσπονδιών, Εργατικών Κέντρων και Νομαρχιακών Τμημάτων, ο δραστικός περιορισμός του αριθμού τους, και είναι ανοιχτό το αν πρέπει να είναι οργανωμένο σε τρεις βαθμίδες. Προσωπικά υποστηρίζω τις δύο βαθμίδες, με μεγάλα πανελλαδικά κλαδικά συνδικάτα, που θα είναι οργανωμένα σε όλους τους χώρους δουλειάς και οι ηγεσίες τους θα εκλέγονται από όλους τους εργαζόμενους, χωρίς τα πολυτελή αλλά άχρηστα συνέδρια κ.λπ.
Να συγκροτήσουμε ένα μόνιμο φόρουμ διαλόγου και κοινής δράσης με άλλες συνδικαλιστικές συλλογικότητες και αγωνιστές συνδικαλιστές που κινούνται στον προοδευτικό αντιμνημονιακό χώρο και στο χώρο της Αριστεράς, και τέλος να ανοίξουμε τη συζήτηση για την επανενεργοποίηση στο ΜΕΤΑ όλων των δυνάμεων της παράταξης, και αυτών δηλαδή που είχαν επιφυλάξεις για την ανασυγκρότηση του ΜΕΤΑ, που όμως κινούνται σε μια αντιμνημονιακή αντικυβερνητική κατεύθυνση και με βασική προϋπόθεση το διαχωρισμό τους από τη συνεργασία με τις δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ. 

Και μια τελευταία κουβέντα. Κάποιοι θέλουν να εκχυδαΐσουν τα πράγματα και για να υποστηρίξουν μια λαθεμένη θέση λένε αναλήθειες. Ο διαχωρισμός με τις δυνάμεις του κυβερνητικού συνδικαλισμού δεν σημαίνει σε καμιά περίπτωση το στένεμα της παράταξης. Αντίθετα θέλουμε πλατιά αγωνιστικά ψηφοδέλτια παντού με σαφή ταξικό, αντιμνημονιακό και αντικυβερνητικό προσανατολισμό, και σ’ αυτά έχουν θέση όλοι όσοι συμφωνούν και συμμετέχουν ανιδιοτελώς.