Η εκτέλεση των δύο μελών της περιφρούρησης των γραφείων της Χρυσής Αυγής στο Ν. Ηράκλειο ήρθε σε μια απολύτως κρίσιμη στιγμή, σαν ένα πολύτιμο δώρο τόσο για τη Χρυσή Αυγή, όσο και –κυρίως– για την κυβέρνηση Σαμαρά.

 

Η Χρυσή Αυγή, μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα από στέλεχός της των Ταγμάτων Εφόδου της Νίκαιας, είχε βρεθεί σε εξαιρετικά δύσκολη θέση. Αντιμετώπιζε την πλατιά λαϊκή κατηγορία ως «οργάνωση δολοφόνων» που, σε συνδυασμό με τις αποκαλύψεις για τα νταβατζιλίκια και άλλες ατιμωτικές δραστηριότητες, την οδηγούσαν στον κίνδυνο της επιστροφής στο περιθώριο.
 
Αντιμετώπιζε, επίσης, την επίθεση της κυβέρνησης Σαμαρά που –υποχρεωτικά, λόγω της λαϊκής οργής, αλλά και κατ’ επιλογή, λόγω της ανάγκης επαναπατρισμού των ακροδεξιών ψηφοφόρων στη ΝΔ– αποφάσισε να οδηγήσει στο σκαμνί του κατηγορούμενου την πολιτική και κοινοβουλευτική ηγεσία των νεοναζί.
 
Χαλάρωση
Η δολοφονία των δύο μελών της στο Ν. Ηράκλειο από τους άγνωστους «εκδικητές» οδηγεί αντικειμενικά στο να χαλαρώσει η θηλιά της απομόνωσης που έσφιγγε, επικίνδυνα πλέον, το λαιμό των νεοναζί. Αυτός ο παράγοντας εξηγεί τη μέχρι σήμερα «πολιτική» και πειθαρχημένη αντίδραση των νεοναζί στην επίθεση που δέχθηκαν στο Ν. Ηράκλειο: Η ηγεσία της Χρυσής Αυγής κατανοεί ότι έχει μια ευκαιρία για να ξεφύγει από τη γωνία…
 
Η κυβέρνηση Σαμαρά είχε συρθεί από τις εξελίξεις στην ανάγκη να ξεκινήσει την επίθεση στη Χρυσή Αυγή. Κανείς δεν δικαιούται να ξεχάσει την προστασία που οι κατασταλτικοί μηχανισμοί του κράτους έδωσαν απλόχερα στους νεοναζί την, πρώτη, κρίσιμη περίοδο της ανάπτυξής τους.
 
Ακόμα και μετά τη δολοφονία του Π. Φύσσα, κοντινοί «σύμβουλοι» του πρωθυπουργού δήλωναν δημοσίως την αντίθεσή τους στη δίωξη της Χρυσής Αυγής και την πρόθεση να κρατήσουν «τις σφαίρες τους» για την Αριστερά και κυρίως τον ΣΥΡΙΖΑ.
 
Ακόμα και όταν η κυβέρνηση αποφάσισε τελικά τη δίωξη της Χρυσής Αυγής, αντιμετώπιζε δύο μεγάλα πολιτικά προβλήματα: Αφενός, τη δυσκολία να κρατήσει ζωντανή τη θεωρία της πάλης κατά των «δύο άκρων», δηλαδή την επιθετικότητα κατά της Αριστεράς. Αφετέρου, τη δυσκολία να κρατήσει στο απυρόβλητο των αποκαλύψεων τα τμήματα του κρατικού μηχανισμού –στο στρατό, στην αστυνομία, στο δικαστικό σώμα– που είχαν εμφανώς συνεργαστεί με τους νεοναζί.
 
Η επίθεση στο Ν. Ηράκλειο δίνει, έστω προσωρινά, στο Σαμαρά περιθώρια να ξεφύγει από αυτές τις πιέσεις: Να παρουσιαστεί ως εγγυητής της ομαλότητας απέναντι στην «παράλογη βία».
Δεν υπάρχει κανένα περιθώριο για αυταπάτες ότι ο Σαμαράς θα κρατήσει ίσες αποστάσεις από τα «δύο άκρα» που σήμερα στοχοποιεί. Οι απειλητικές προειδοποιήσεις του αφορούν κυρίως το μαζικό κίνημα αντίστασης στη μνημονιακή πολιτική, αλλά και τα κόμματα και οργανώσεις της πολιτικής Αριστεράς. Γι’ αυτό, το στελεχικό επιτελείο της ΝΔ, παρά τις υποκρισίες, μετά βίας κρύβει τη χαρά του για το πολιτικό δώρο που, απρόσμενα, δέχθηκε στο Ν. Ηράκλειο. 
 
Η αντιπαράθεση με τους νεοναζί δεν άρχισε χθες. Στα δύσκολα χρόνια που προηγήθηκαν, χιλιάδες αντιφασίστες –κυρίως από την Αριστερά και τον αναρχικό χώρο– έδωσαν τη μάχη για να σταματήσουν τη Χρυσή Αυγή. Σε όλη αυτή την πορεία, οι «εκδικητές», σαν αυτούς που εμφανίστηκαν στο Ν. Ηράκλειο, έλαμψαν –ευτυχώς– δια της απουσίας τους.
 
Δεν συμμεριζόμαστε τις θεωρίες «συνομωσίας» που βλέπουν πίσω από τα πιστόλια του Ν. Ηρακλείου πράκτορες και σκοτεινούς κύκλους. Γι’ αυτό θα επιμείνουμε σε κάποιους βασικούς κανόνες που οφείλουν να διέπουν τη σχέση του μαζικού αντιφασιστικού κινήματος με τη βία. 
 
Στη δράση κατά των νεοναζί ένα κάποιο επίπεδο βίας είναι αυτονόητο. Το κάνει, άλλωστε, αναγκαίο η δολοφονική τακτική των Ταγμάτων Εφόδου. Η προστασία των μεταναστών, η αυτοάμυνα των αντιφασιστών, η υπεράσπιση των χώρων του κινήματος είναι υποχρεώσεις. Όμως αυτά τα καθήκοντα θα πρέπει να υπηρετούνται με συγκεκριμένο τρόπο:
Ανοιχτά, ώστε να είναι εφικτή η συμμετοχή του καθενός και καθεμιάς που επιθυμεί, με στόχο τη μέγιστη μαζικότητα.
 
Δημοκρατικά, ώστε να είναι εφικτή η συζήτηση όλων των ζητημάτων τακτικής του κινήματος και ο έλεγχος από τους ίδιους τους ανθρώπους που το στηρίζουν.
 
Στο φως της μέρας, δηλαδή της δημοσιότητας, με στόχο οι δραστηριότητες της κάθε φορά αντιφασιστικής πρωτοπορίας να αποτελούν «πρόταση» προς όλο το εργατικό κίνημα και τις λαϊκές δυνάμεις.
 
Αυτός ο δρόμος όχι μόνον επιτρέπει τη συστηματική αντιφασιστική δράση (όπως μαζί με πολλούς άλλους έχουμε μέχρι σήμερα αποδείξει), αλλά είναι ο μόνος δρόμος για την πραγματική συντριβή της αντιφασιστικής απειλής. Γιατί είναι ο δρόμος που προσπαθεί να ενεργοποιήσει τον μεγάλο αντίπαλο των νεοναζί: Τους μεγάλους αριθμούς των εργαζομένων, των νέων, των θυμάτων της πολιτικής της λιτότητας. 
 
Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι, παρά τις αντιμνημονιακές υποκρισίες, η Χρυσή Αυγή είναι μια βαθιά καθεστωτική δύναμη, μια δύναμη στην υπηρεσία των εφοπλιστών, των τραπεζιτών, των βιομηχάνων. Γι’ αυτό η συντριβή της φασιστικής απειλής είναι άμεσα συνδεδεμένη με την υπόθεση της ανατροπής της μνημονιακής πολιτικής και των προγραμμάτων λιτότητας. 
 
Επίσης γι’ αυτό είναι απολύτως λαθεμένη κάθε τακτική που, με πρόσχημα την αντιμετώπιση της Χρυσής Αυγής, τσουβαλιάζει την Αριστερά μέσα στο λεγόμενο «συνταγματικό τόξο», μαζί με τα κυβερνητικά-μνημονιακά κόμματα της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ.
 
Περιθώρια
Μια τέτοια τακτική, αν αφεθεί να περπατήσει, θα έχει καταστροφικά αποτελέσματα: Αφενός, θα ελαχιστοποιεί την αντίσταση στα μνημόνια και στη λιτότητα, προετοιμάζοντας το έδαφος για πιθανές λύσεις τύπου «εθνικής ενότητας». Αφετέρου, θα δίνει περιθώρια στη Χρυσή Αυγή να δημαγωγεί ως αντικαθεστωτική και αντιμνημονιακή δύναμη. 
 
Το κλίμα που διαμορφώθηκε με την επίθεση στο Ν. Ηράκλειο θα είναι προσωρινό. Ανεξάρτητα από το αν και ποιος θα πάρει την ευθύνη, ανεξάρτητα από την πορεία των ερευνών και των αποκαλύψεων, τα πράγματα θα γυρίσουν στην κανονική τροχιά τους: Εκεί όπου η υποχρέωση της ολοκληρωτικής συντριβής της Χρυσής Αυγής είναι άμεσα δεμένη με την υποχρέωση της ανατροπής των μνημονίων και –κατά συνέπεια– είναι υποχρέωση της δράσης εκατομμυρίων ανθρώπων και όχι μιας δράκας «εκτελεστών».