Τι είναι ο αντιρατσιστικός νόμος που προωθεί η κυβέρνηση; Είναι μια προσπάθεια τροποποίησης (εκσυγχρονισμού) της αντιρατσιστικής νομοθεσίας του 1979, αλλά και εναρμόνισης με το ευρωπαϊκό δίκαιο. Ταυτόχρονα είναι μια απόπειρα να μπει υπό έλεγχο η εντελώς ανεξέλεγκτη ρατσιστική, συμμορίτικη και κρατική βία, που έχει βλάψει πολύ σοβαρά το διεθνές κύρος της χώρας.

Ο παλιός νόμος δεν είχε σχεδόν καμιά εφαρμογή για 35 χρόνια. Συνολικά είχαν υποβληθεί κάπου 60 μηνύσεις και υπήρξε μόνο μία τελεσίδικη καταδίκη το 2008, για άρθρο της εφημερίδας «Ελεύθερος Κόσμος» που έλεγε ότι... ευτυχώς έχουν απομείνει μόνο 1.500 Εβραίοι... στη Θεσσαλονίκη. Ο νόμος του 1979 περιέπεσε σε κατάσταση ανυπαρξίας μετά το 1990. Τότε η χώρα δέχτηκε μαζικά ρεύματα μετανάστευσης, στην αρχή από τις πρώην «σοσιαλιστικές» χώρες και στη συνέχεια από τις χώρες του Τρίτου Κόσμου.
Την ίδια ώρα η ρατσιστική και φασιστική βία κλιμακώθηκε, οι ιδέες της άκρας Δεξιάς σημείωσαν σοβαρή πρόοδο, ο εθνικισμός για ένα διάστημα (με το Μακεδονικό) σάρωσε την ελληνική κοινωνία... Αλλά το κράτος, αντί να εφαρμόσει το νόμο, τον ακύρωσε με τη ρατσιστική αυθαιρεσία και τη βαρβαρότητα των μηχανισμών του (με τις επιχειρήσεις-σκούπα και τις απελάσεις χιλιάδων ανθρώπων...).
Το νέο νομοσχέδιο στοχεύει με έμφαση στην ευθύνη των νομικών προσώπων και ενώσεων προσώπων και ιδιαίτερα στο σκέλος της πράξης και όχι απλώς της υποκίνησης. Με αυτό τον τρόπο βάζει εμπόδια, ως έναν βαθμό, στη χυδαία προπαγάνδα και δράση ρατσιστικών κομμάτων, εντύπων, ακόμη και των ακραίων δεσποτάδων της Εκκλησίας.
Το νομοσχέδιο, από την πρώτη στιγμή της υποβολής του, αποτέλεσε ζήτημα οξύτατης πολιτικής διαμάχης. Η περιπέτειά του ξεκίνησε την άνοιξη του 2013, με την ευθύνη του τότε υπουργού Δικαιοσύνης, του Ρουπακιώτη της ΔΗΜΑΡ. Ύστερα από παρέμβαση του περιβόητου πια Μπαλτάκου, συμβούλου του Σαμαρά και συνομιλητή της Χρυσής Αυγής, το νομοσχέδιο πάγωσε και ο Ρουπακιώτης οδηγήθηκε στην παραίτηση. Το Νοέμβρη του 2013 και τον Απρίλη του 2014, το νομοσχέδιο πέρασε από τις σχετικές επιτροπές της Βουλής, με επόμενο σταθμό την κατάθεσή του στην ολομέλεια του Β’ Θερινού Τμήματος. Και ενώ η κυβέρνηση έδειχνε την αποφασιστικότητά της και διακήρυσσε την ενότητά της σ’ αυτή την επιλογή... αμέσως μετά το Δεκαπενταύγουστο ξέσπασε η πρώτη αντίδραση.
Η αντίρρηση της άκρας Δεξιάς
Ήταν ένας συνασπισμός από βουλευτές της ΝΔ και ανεξάρτητους της άκρας Δεξιάς, ποντιακές ενώσεις και συλλόγους, υπεραντιδραστικούς δεσποτάδες και κέρβερους ακαδημαϊκούς, που απείλησαν και κατήγγειλαν την κυβέρνηση με τον πιο θορυβώδη τρόπο που μπορούσαν, για να μπλοκάρουν την κατάθεση του νομοσχεδίου.
Το πρώτο όπλο μάχης που επέλεξαν ήταν το ζήτημα της Γενοκτονίας των Ποντίων (που έχει αναγνωρίσει όμως μόνο η ελληνική Βουλή το 1994 και κανένας αναγνωρισμένος διεθνής οργανισμός, όπως π.χ. διεθνές δικαστήριο κ.λπ.). Με δεδομένο όμως ότι η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ δεν είχαν και δεν έχουν καμιά αντίρρηση για μια τέτοια τροπολογία, η πρώτη ακροδεξιά επίθεση έπεσε στο κενό. Γιατί αυτό δεν ήταν το επίδικο, αλλά το πρόσχημα. Στην πραγματικότητα, πίσω από το λεγόμενο Ποντιακό ζήτημα κρύβονται οι ισχυροί εθνικιστικοί και μιλιταριστικοί κύκλοι που «κερδοσκοπούν» με κάθε τρόπο (οικονομικό και πολιτικό) πάνω στην όξυνση του ελληνοτουρκικού ανταγωνισμού. Και τελευταία το μοίρασμα των ΑΟΖ και οι περιοχές φυσικού αερίου και πετρελαίου στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου έχουν φέρει ξανά στην επιφάνεια τα προβλήματα και τις αντιθέσεις μεταξύ του ελληνικού και του τουρκικού κράτους. 
Το δεύτερο ζήτημα της ακροδεξιάς επίθεσης προήλθε από τους πιο αντιδραστικούς ιεράρχες της Ορθοδοξίας, που ανέδειξαν την ομοφοβία ως το κρίσιμο σημείο του αντιρατσιστικού νομοσχεδίου. Ο Σαμαράς και ο Βενιζέλος έγιναν ο στόχος πολύ σκληρών δηλώσεων και απειλών, που ίσως θα θυμούνται για πολλά χρόνια. Πίσω όμως απ’ αυτή την επίθεση κρυβόταν και κρύβεται η διαμάχη για το σύμφωνο συμβίωσης. 
Η «λαθρομετανάστευση», το τζαμί στο Βοτανικό και το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο ήταν η αρμοδιότητα των κέρβερων ακαδημαϊκών. Για το υπόμνημα των λεγόμενων 40 ακαδημαϊκών, το νομοσχέδιο και το τζαμί υπάγονται στο ίδιο σατανικό σχέδιο των διεθνών νεοταξικών κύκλων που θέλουν την εξαφάνιση του ελληνικού έθνους μέσα από τον μαζικό και παράνομο εποικισμό της Ελλάδας από τα στίφη των λαθρομεταναστών κ.λπ. κ.λπ. Και επειδή είναι παράνομοι, δεν έχουν κανένα δικαίωμα, όχι μόνο πολιτικό αλλά και στοιχειώδες ανθρώπινο.
Περισσότερο από τον ανορθολογισμό, υποτίθεται επιστημόνων, τρομάζει η ωμότητα του συμπεράσματος. Μετανάστες χωρίς δικαιώματα σημαίνει μετανάστες ως άφθονη και φτηνή εργατική δύναμη. Ο εθνικισμός και ο ρατσισμός δεν είναι πλέον αφηρημένες ιδεολογίες, αλλά εξυπηρετούν πολύ συγκεκριμένα οικονομικά συμφέροντα.
Το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο, χωρίς να υπάρχει η παραμικρή πρόθεση από τους εμπνευστές του, αγγίζει τον σκληρό πυρήνα της κυρίαρχης ιδεολογίας στη χώρα και μπορεί να προκαλέσει βαθύ ρήγμα μεταξύ της κυβέρνησης και των πιο αντιδραστικών κοινωνικών στηριγμάτων της. Πόσο μακριά όμως μπορεί να προχωρήσει η κυβέρνηση με το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο; Αργά ή γρήγορα θα το μάθουμε, αλλά η Αριστερά δεν πρέπει με τίποτα να αφήσει την πρωτοβουλία στα χέρια αυτής της κυβέρνησης.
Η απάντηση της Αριστεράς
Μετά τη φυγομαχία του ΚΚΕ, που δήλωσε την άρνησή του στο αντιρατσιστικό νομοσχέδιο με το επιχείρημα ότι είναι κομμάτι ενός σχεδίου της ΕΕ για την ποινικοποίηση και την καταστολή της δράσης των λαϊκών στρωμάτων... και αποχώρησε, το βάρος της αντιπαράθεσης στην κυβέρνηση έπεσε στο ΣΥΡΙΖΑ. Οι τροπολογίες (σύμφωνο συμβίωσης, παράταση παραμονής θυμάτων ρατσιστικής βίας, ευθύνη δημοσίων προσώπων) που κατέβασε ο ΣΥΡΙΖΑ δίνουν μια δημοκρατική τροπή στην αντιπαράθεση. Δεν χρειάζονται όμως αυταπάτες. Η μάχη στη Βουλή θα είναι μόνο η μία από τις πολλές που θα έχουμε να δώσουμε, γιατί ο πόλεμος θα είναι παρατεταμένος και δύσκολος. Και σ’ αυτό τον πόλεμο η Αριστερά μπορεί να πάει μόνο ως ανεξάρτητη πολιτική δύναμη, με το δικό της πρόγραμμα, γιατί το ζήτημα του ρατσισμού και των μεταναστών δεν είναι ζήτημα ψήφων, αλλά πλέον ζήτημα φυσιογνωμίας για την Αριστερά και το εργατικό κίνημα.