Από ένα πικρό-σατυρικό άρθρο («Οι συμμετοχές στη Γιουροβίζιον που αξίζουν το τίμημα της σφαγής Παλαιστινίων») μάθαμε ότι το τραγούδι της Φιλανδίας λεγόταν «Look away» («κοίτα αλλού»). Ο τίτλος αυτού του τραγουδιού λέει –άθελά του– όλη την αλήθεια της σκοπιμότητας του φετινού μουσικού διαγωνισμού στο Ισραήλ.

Από την άλλη, η διαφημιστική καμπάνια της Ισραηλινής δημόσιας ραδιοτηλεόρασης για τον διαγωνισμό είπε την «αλήθεια» της ηθελημένα, για όποιον ήθελε να συνεχίσει να εθελοτυφλεί ότι «δεν είναι πολιτικό το ζήτημα». Το σποτ ξεκινά με τη φράση «Ξέρουμε ότι έχετε ακούσει ότι είμαστε μια χώρα πολέμου και κατοχής, αλλά έχουμε πολύ περισσότερα να προσφέρουμε από αυτό…», πριν αρχίσει με κυνισμό να διαφημίζει το Ισραήλ σε τουρίστες (με «την Ιερουσαλήμ, την αγαπημένη μας πρωτεύουσα» ανάμεσα στους προορισμούς). Κάτι ήξερε κι ο Νετανιάχου, όταν πέρσι επαινούσε την Ισραηλινή νικήτρια του περσινού διαγωνισμού για «εξαιρετική δουλειά στις διεθνείς δημόσιες σχέσεις». 
Στη Γάζα, που στις 15 Μάη μετρούσε και πάλι νεκρούς διαδηλωτές στο φράχτη, οργανώθηκε η GazaVision, ένας «διαγωνισμός» τραγουδιστών από τη Γάζα. Τη μέρα του τελικού, μεταδόθηκε ιντερνετικά η Globalvision, με σχετικά πάρτι-συναυλίες σε Λονδίνο, Δουβλίνο, Ραμάλα και Χάιφα. Κατά την έναρξη της Γιουροβίζιον, στο ίδιο το Τελ Αβίβ, Ισραηλινοί διαμαρτυρήθηκαν ενάντια στο μουσικό διαγωνισμό με πανό «τα τραγούδια και το γκλίτερ δεν μπορούν να κρύψουν την κατοχή».
Παρά τις διεθνείς εκκλήσεις από τους Παλαιστίνιους καλλιτέχνες, από Ισραηλινούς συναδέλφους τους κι από το διεθνές κίνημα BDS, καμία δημόσια ραδιοτηλεόραση και κανένας καλλιτέχνης δεν δέχτηκε να «μην περάσει την απεργιακή φρουρά» και να αποσύρει τη συμμετοχή του από το καλλιτεχνικό ξέπλυμα του απαρτχάιντ και της κατοχής. Στην Ελλάδα, η Κατερίνα Ντούσκα απάντησε στον Ρότζερ Γουότερς κάτι κλασικά για «τη μουσική που ενώνει», ενώ η ΕΡΤ μας χάρισε απίθανες στιγμές στην ιστοσελίδα της, όπου μπορούσε κανείς να βρει κεντρικό θέμα «Η Γάζα πνίγεται στο αίμα» πλαισιωμένο από τα διαφημιστικά του ημιτελικού της Γιουροβίζιον. Με αυτή την έννοια, θα έλεγε κανείς ότι οι εκκλήσεις έπεσαν στο κενό. 
Όμως –πέρα από τη μεταφορά του διαγωνισμού από την Ιερουσαλήμ στο Τελ Αβίβ– η έκταση των διεθνών αντιδράσεων έφερε το φετινό διαγωνισμό στο επίκεντρο της πολιτικής συζήτησης –και όχι με τους όρους που θα ήθελε η ισραηλινή κυβέρνηση. Είτε φτάνοντας ακόμα και σε μέινστριμ ΜΜΕ, είτε (πολύ περισσότερο) στο ίντερνετ και τα κοινωνικά δίκτυα, το πλήθος των εκκλήσεων (με εμβληματική την απόφαση 60 ΛΟΑΤΚΙ οργανώσεων από 20 περίπου χώρες να καλέσουν σε μποϊκοτάζ ενός θεσμού που επιχειρεί συστηματικά να απευθυνθεί σε αυτές τις κοινότητες) και οι αντιδράσεις (θετικές ή αρνητικές) σε αυτές άνοιξαν πλατιά τη συζήτηση για την κατάσταση που βιώνουν οι Παλαιστίνιοι, ακόμα και σε ανθρώπους που αγνοούσαν ή αδιαφορούσαν. 
Με αυτή την έννοια, μάλλον έχει δίκιο ο Άρης Χατζηστεφάνου, όταν καταλήγει σε πρόσφατο άρθρο του:   
«Αν διδαχθήκαμε όμως κάτι από τις μεγάλες αθλητικές και καλλιτεχνικές διοργανώσεις που απέκτησαν γεωπολιτικό ενδιαφέρον, είναι ότι η ομαλή διεξαγωγή δεν σημαίνει νίκη. Στην περίπτωση του Ισραήλ σημαίνει μια τεράστια επικοινωνιακή ήττα».
Πολλές φορές αυτό είναι το νόημα των δράσεων του κινήματος αλληλεγγύης στην Παλαιστίνη, να «σπάσει η σιωπή», να συνεχίσουν να ακούγονται οι φωνές των Παλαιστινίων, να αμφισβητηθεί η «κανονικότητα» των διαρκών εγκλημάτων και η αποστέρηση δικαιωμάτων σε βάρος των Παλαιστινίων. 
Στην Ελλάδα, αυτό επιχείρησαν να κάνουν, στο μέτρο των δυνάμεών τους, και κινητοποιήσεις διάφορων συλλογικοτήτων και πρωτοβουλιών που έγιναν στην Αθήνα στις 14, 15 και 18 Μάη, και το BDS Greece νωρίτερα (συλλογή υπογραφών, δημόσια έκκληση, συναυλία στο Γκαγκάριν και γλέντι στη Λαμπηδόνα), αλλά και απλές πρωτοβουλίες «εναλλακτικής διασκέδασης» όπως το πάρτι «δεν πάμε Γιουροβίζιον» της παράταξης «Ζωγράφου Ανυπότακτη Πόλη» το βράδυ του τελικού. 
Όπως γράφτηκε σε προκήρυξη που διακινήθηκε στη διαδήλωση στις 18 Μάη, «Η αυξημένη κινητικότητα είναι ελπιδοφόρα, αλλά στο άμεσο μέλλον είναι ανάγκη να προχωρήσει μια πιο συστηματική επιδίωξη συνεννόησης, συντονισμού και κοινών δράσεων, για να οργανωθεί πιο αποτελεσματικά και μαζικά η αναγκαία αντιπαράθεση με τη συνεργασία της Ελλάδας με το ισραηλινό απαρτχάιντ». Με δεδομένες τις διαφορές (σε ανάλυση, λειτουργία, θεματολογία, εμφάσεις, επιλογές δράσεων) μεταξύ των διάφορων δυνάμεων και πρωτοβουλιών, και με σεβασμό στις «παράλληλες» διαδρομές μας, το δυναμικό που δείχνει διάθεση να «κάνει πράγματα» για το παλαιστινιακό αξίζει να επιχειρήσει έναν ελάχιστο κοινό βηματισμό με κάποια γεγονότα, που θα μπορούσε να λειτουργήσει πολλαπλασιαστικά στην απεύθυνση που έχει ο καθένας από εμάς χωριστά. 
Στην Ελλάδα όπου ο στρατηγικός άξονας με το Ισραήλ κάνει τη συμμετοχή στη Γιουροβίζιον παρονυχίδα, στην Ελλάδα του σφιχταγγαλίσματος στρατιωτικά-οικονομικά-διπλωματικά με το κράτος-τρομοκράτη, δυστυχώς δεν θα μας λείψουν οι αφορμές να συνεχίσουμε τη δράση υποστήριξης στον αγώνα του παλαιστινιακού λαού όλο το επόμενο διάστημα. Είναι ενδεικτική η πορεία του διαγωνισμού για το διαβόητο τραμ της Ιερουσαλήμ, όπου ένα κύμα αποχωρήσεων διεθνών κοινοπραξιών από τη διεκδίκηση του έργου (καθώς διεθνείς οργανισμοί το περιγράφουν ως «αναγνώριση και διευκόλυνση της κατοχής») απειλεί να αφήσει… μόνη υποψήφια την περήφανη ελληνική, καθώς στην κυβέρνηση (συμμετέχει η ΣΤΑΣΥ) και στη ΓΕΚ-ΤΕΡΝΑ δεν ιδρώνει το αυτί τους από τέτοιες «υπερ-ευαισθησίες»…

Η περίπτωση της Ισλανδίας

Ο διαγωνισμός στο Ισραήλ μέτρησε κι ένα γκολ εντός έδρας: την παλαιστινιακή σημαία του ισλανδικού συγκροτήματος Hatari που προκάλεσε αμηχανία στους παρουσιαστές, γρήγορη αλλαγή πλάνου και ακόμα γρηγορότερη επέμβαση του προσωπικού ασφαλείας (την οποία οι Hatari ανέβασαν σε βίντεο στο ίντερνετ).
Για αρκετούς (και για την παλαιστινιακή επιτροπή του BDS) ήταν λάθος ότι οι Hatari συμμετείχαν και δεν άκουσαν τις παλαιστινιακές εκκλήσεις. Ωστόσο ήταν μια κίνηση με σημασία –που αποδείχθηκε από τον αντίκτυπο που είχε διεθνώς, σίγουρα όχι «ξεπλυματικό». 
Το μποϊκοτάζ είναι μια μορφή πάλης. Κατά τη γνώμη μας η πλέον αποτελεσματική. Αυτή την άποψη δεν τη συμμερίζονται πολλοί (και μέσα στο κίνημα και την Αριστερά, πόσο μάλλον σε προοδευτικούς καλλιτεχνικούς κύκλους). Αυτοί οι άνθρωποι δεν θα κριθούν το ίδιο με τους πολέμιους γενικά του μποϊκοτάζ, λόγω ταύτισης με το Ισραήλ ή λόγω αδιαφορίας.
Οι Hatari το συζήτησαν σοβαρά αν θα πάνε. Και με την ιδιαιτερότητα ότι δεν πρόκειται για δική τους προγραμματισμένη συναυλία, αλλά γι’ αυτόν τον διεθνή διαγωνισμό που θα έχει ισλανδική συμμετοχή έτσι κι αλλιώς, αποφάσισαν τελικά να πάνε. Δηλώνοντας ότι «είναι ξέπλυμα», αλλά εκτιμώντας ότι είναι καλύτερα να αξιοποιήσουν οι ίδιοι την παρουσία τους για να στείλουν ένα μήνυμα, παρά να αποσυρθούν για να πάει στο πανηγύρι ο πρώτος επιλαχών. 
Μπορεί η παρουσία τους να πλήγωσε κάποιους αγωνιστές, που ξόδεψαν χρόνο κι ενέργεια για να βρουν «τον ένα» που θα δήλωνε ότι αρνείται να παίξει. Αλλά τουλάχιστον οι Hatari ήταν έντιμοι στην επιλογή να πάνε «για να στείλουν μήνυμα». Το πρόβλημα με τους καλλιτέχνες που ισχυρίζονται ότι «είναι πιο εποικοδομητικό να αξιοποιήσουμε την εξέδρα» είναι ότι συνήθως δεν την αξιοποιούν και όταν το κάνουν, στέλνουν κάποιο μήνυμα του τύπου «να είστε αγαπημένοι, να μη μαλώνετε». 
Οι Hatari ύψωσαν σκέτη την «απαγορευμένη» σημαία με το «απαγορευμένο» όνομα –όχι περιστέρια ή καρδούλες με καταπιεστή και καταπιεσμένο αγκαλιασμένους. 
Θα προτιμούσαμε περισσότερα πράγματα, από τη στιγμή που εκτίμησαν ότι η παρουσία τους εκεί θα είναι πιο «θορυβώδης» από την απόσυρσή τους –πχ να αρνηθούν να παίξουν τελευταία στιγμή και να το τινάξουν στον αέρα, ή να κάνουν τον ακτιβισμό τους πάνω στη σκηνή όπου θα ήταν πιο δύσκολο «να αλλάξει το πλάνο» σε 2 δευτερόλεπτα και να συνεχιστεί ομαλά η βραδιά. 
Αλλά έστω κι έτσι, υπήρξαν «θορυβώδεις». Κι αν οι προσπάθειές μας αφορούσαν να σπάσει η απολίτικη υποκρισία και να αξιοποιηθεί η δημοφιλία του θεσμού για να φτάσει το μήνυμα παραέξω, οι Hatari τελικά βοήθησαν σ’ αυτόν το στόχο.
«Η ομαλή διεξαγωγή δεν σημαίνει πάντα επιτυχία», αναφέρεται στις δίπλα στήλες. Ο ακτιβισμός των Hatari ήταν το «κερασάκι στην τούρτα» αυτής της πραγματικότητας για τη Γιουροβίζιον στο Ισραήλ. Κι αντίστροφα, όλη η προηγούμενη δράση του BDS έκανε αυτή τη στιγμή κάτι περισσότερο από «2 δευτερόλεπτα που κάποιοι ύψωσαν μια παλαιστινιακή σημαία». Με έναν τρόπο, ο ακτιβισμός αυτός έγινε η φωτογραφική αποτύπωση όλης της προσπάθειας που έκανε το BDS, ακόμα κι αν αφορούσε μια άλλη μορφή παρέμβασης.

 

Αντισημιτισμός;
Από την επιτυχία να ανοίξει τόσο πλατιά και με τέτοιους όρους το ζήτημα της Γιουροβίζιον ίσως να εξηγείται και η σπουδή που έδειξε το γερμανικό κοινοβούλιο να καταγγείλει με ψήφισμά του το BDS ως «αντισημιτικό» αυτές ακριβώς τις μέρες. Χριστανοδημοκράτες, Σοσιαλδημοκράτες, Πράσινοι και Φιλελεύθεροι συμφώνησαν σε αυτόν τον ανιστόρητο χαρακτηρισμό, φροντίζοντας μάλιστα να περιλάβουν στο ψήφισμα φράσεις όπως «αντισημιτικές δηλώσεις κι επιθέσεις που μεταμφιέζονται ως κριτικές στις πολιτικές του Κράτους του Ισραήλ, αλλά στην πραγματικότητα εκφράζουν μίσος…» ή «το Κράτος του Ισραήλ μπορεί επίσης να γίνει κατανοητό ως μια εβραϊκή συλλογικότητα». Τέτοιες διατυπώσεις ταυτίζουν πιο εύκολα με αντισημιτισμό την κριτική στις πολιτικές του Ισραηλινού Κράτους. Άλλωστε η προσπάθεια κάποιων βουλευτών του SPD και των Πρασίνων να προστεθεί μια πρόταση που να δηλώνει έστω ότι «η κριτική των πολιτικών της ισραηλινής κυβέρνησης» προστατεύεται από την ελευθερία του λόγου και πρέπει να επιτρέπεται, απορρίφθηκε ως «αυτονόητο που δεν χρειάζεται να αναφερθεί». Αξίζει εδώ να αναφερθεί το ψήφισμα του ακροδεξιού AfD, που έχει δεσμούς με πραγματικούς κι επικίνδυνους αντισημίτες, διάφορους παλιούς νεοναζί: Το AfD ζητούσε «πλήρη απαγόρευση του BDS» και κατέκρινε τη διάκριση που κάνουν θεσμοί της διεθνούς κοινότητας μεταξύ του Ισραήλ (των συνόρων του 1967) και των εποικισμών ως «μορφή μποϊκοτάζ» που θίγει τους εποίκους.
Ενώ οι ακροδεξιοί (που οι οπαδοί τους ευθύνονται για το 90% των αντισημιτικών επιθέσεων στη Γερμανία) πλειοδοτούν ενάντια στο BDS, ένα κείμενο που έχουν υπογράψει πάνω από 60 Εβραίοι ακαδημαϊκοί ισχυρίζεται ότι η «ταύτιση» των εκκλήσεων για μποϊκοτάζ με τον αντισημιτισμό «είναι λάθος, απαράδεκτη και απειλή στα θεμέλια της δημοκρατίας στη Γερμανία». Κάποιοι από αυτούς διαφωνούν με το BDS, αλλά συνυπογράφουν ότι «απορρίπτουμε τον ψευδή ισχυρισμό ότι το κίνημα BDS ως τέτοιο είναι αντισημιτικό και υπερασπιζόμαστε το δικαίωμα κάθε ανθρώπου και κάθε οργάνωσης να το υποστηρίζει».