Στο σχέδιο ακρωτηριασμού της ΔΕΗ φαίνεται ότι επιμένουν οι δανειστές, παρά τις κατά καιρούς διαβεβαιώσεις κυβερνητικών στελεχών περί «προστασίας του δημόσιου χαρακτήρα» της επιχείρησης. Την ίδια στιγμή, μαίνεται ο πόλεμος ΔΕΗ-ιδιωτών αναφορικά με τις τιμές στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας.

Στο διαβόητο πακέτο νέων μέτρων για την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης, η πρόταση των δανειστών μιλά ακόμα και για πώληση του 40% των λιγνιτικών και υδροηλεκτρικών μονάδων της ΔΕΗ μέσω ενός σφιχτού χρονοδιαγράμματος (ολοκλήρωση της διαδικασίας μέχρι τον Ιούλιο του 2018). Η σκληρή αυτή επιλογή προτείνεται ως εναλλακτική λύση, αν δεν επιτευχθούν οι στόχοι στις δημοπρασίες ισχύος, με τις οποίες η ΔΕΗ υποχρεώνεται να χάνει μερίδια έναντι των ανταγωνιστών της κάθε χρόνο (μείωση του μεριδίου της ΔΕΗ κάτω από το 50% μέχρι το 2019).
Σε ό,τι αφορά το 17% της ΔΕΗ, οι δανειστές διαφωνούν με την κυβερνητική πρόταση για τη μεταφορά του ποσοστού που κατέχει το ΤΑΙΠΕΔ στο νέο υπερταμείο και προκρίνουν την άμεση προκήρυξη διαγωνισμού για την πώλησή του. Για τον ΑΔΜΗΕ θέτουν θέμα ολοκλήρωσης του σχεδίου απόσχισης μέχρι τα τέλη Μάρτη, επιμένοντας ότι σε διαφορετική περίπτωση θα ενεργοποιηθεί η πρόβλεψη του νόμου για την πώληση του 100% των μετοχών του. Ιδιαίτερα το ευρωπαϊκό κομμάτι του κουαρτέτου απαιτεί την περιγραφή των ενεργειακών μέτρων –στην όποια συμφωνία– και την ψήφισή τους μέσα στο καλοκαίρι του 2017. Μάλιστα, τα ενεργειακά «προαπαιτούμενα» απαγορεύουν στο Δημόσιο να έχει με οποιονδήποτε τρόπο συμμετοχή στα σχήματα που θα αγοράσουν τις μονάδες.
Σε αυτό το φόντο, την περασμένη εβδομάδα, 30 ελεγκτές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ανταγωνισμού άρχισαν έρευνα σε στοιχεία της ΔΕΗ (όπως και του ΑΔΜΗΕ), μετά από καταγγελία που έγινε το 2009 για χειραγώγηση των τιμών στην αγορά ενέργειας. Μόνο τυχαίο δεν είναι το γεγονός ότι, λίγες μέρες νωρίτερα, ο πρόεδρος της ΔΕΗ είχε μιλήσει δημόσια για χειραγώγηση της χονδρικής αγοράς και πρακτικές κερδοσκοπίας από τους ιδιώτες ηλεκτροπαραγωγούς και προμηθευτές. Η πρόσφατη ενεργειακή κρίση την περίοδο του Ιανουαρίου κόστισε στη ΔΕΗ πάνω από 35 εκατ. ευρώ, λόγω της υποχρεωτικής χρήσης πετρελαίου και ταμιευτήρων νερού για τη λειτουργία των μονάδων. Αντίθετα οι ιδιωτικές μονάδες ηλεκτροπαραγωγής, με την τεχνητή έλλειψη, βρήκαν την ευκαιρία να κερδίσουν από την κρίση (από τα 40 ευρώ τη μεγαβατόρα στα 120 ευρώ): «Με αυτή την έλλειψη χειραγωγούσαν την αγορά και κέρδιζαν στην κρίση από τη διαμόρφωση της Οριακής Τιμής Συστήματος σε υψηλά επίπεδα».
Η ημερήσια αγορά (Οριακή Τιμή) αποτελεί μια πολύπλοκη διαδικασία ιδιωτικοοικονομικών κριτηρίων, μέσω της οποίας καθορίζεται στην πραγματικότητα ποιες ηλεκτροπαραγωγικές επιχειρήσεις θα διοχετεύσουν ρεύμα στο σύστημα, σε ποια τιμή και υπό ποιες προϋποθέσεις. Και όπως γνωρίζουμε και από άλλα πεδία της οικονομίας, σε μια τέτοια διαδικασία οι επιχειρηματικοί πόλεμοι είναι αναπόφευκτοι. Ειδικά όταν το νεοφιλελεύθερο δόγμα περί «απελευθέρωσης της αγοράς ενέργειας» αποτελεί μόνιμη επωδό των μνημονιακών προγραμμάτων, αλλά και διαχρονικό αίτημα των καπιταλιστών. Για την εξυπηρέτηση αυτού ακριβώς του στρατηγικού στόχου, η ΔΕΗ οδηγείται σε διαρκή απαξίωση (κακή συντήρηση υποδομών, ελλείψεις προσωπικού, ενίσχυση εργολαβιών κλπ.) προς όφελος των άλλων προμηθευτών, ενώ τα λαϊκά νοικοκυριά καταλήγουν με κομμένο ρεύμα, είτε λόγω ακριβών τιμολογίων, είτε λόγω πολύωρων διακοπών ρεύματος, όπως στην πρόσφατη κακοκαιρία. Είναι ενδεικτικό ότι μόνο η Εlpedison, με μετόχους τα ΕΛΠΕ, την Edison και την Ελλάκτωρ, διαθέτει πλέον ένα πελατολόγιο 55.000 καταναλωτών. 
Η κλιμάκωση των ιδιωτικοποιήσεων και η κατάργηση του κρατικού μονοπωλίου (και) στην ενέργεια ήταν αναμενόμενο ότι θα οδηγούσε στη σημερινή κατάσταση. Η κυρίαρχη λογική της ιδιωτικής κερδοφορίας (με τη χρήση δημόσιων υποδομών και γενναίων ενισχύσεων δημόσιου χρήματος βέβαια...) και της περιβαλλοντικής καταστροφής είναι το μοναδικό υπόδειγμα που έχει να προσφέρει η «ελεύθερη αγορά». Έτσι, σήμερα η ΔΕΗ κινείται μεταξύ της απειλής χρεοκοπίας λόγω έλλειψης ρευστότητας ή στο να χαρίσει τα «φιλέτα» της περιουσίας της σε εξευτελιστικές τιμές. 
Απέναντι στα ιδεολογήματα της «ανάπτυξης» και της «παθογένειας» του Δημοσίου, που το μόνο που φέρνουν είναι χειρότερες και ακριβότερες παροχές (η μεγάλη απάτη της «Hellas Power» και της «Energa», μερικά χρόνια πριν, είναι ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα), το κίνημα και η Αριστερά έχουν να προβάλουν τη δική τους ατζέντα. Καμία ιδιωτικοποίηση, καμία εκποίηση της δημόσιας περιουσίας, καμία εμπορευματοποίηση των κοινωνικών αγαθών, όπως το ρεύμα. Επαναφορά υπό δημόσιο-εργατικό έλεγχο όλων των ΔΕΚΟ στρατηγικής σημασίας, ως τμήμα των ριζοσπαστικών μέτρων ανατροπής της λιτότητας, μείωσης της ανεργίας και υλοποίησης μιας πραγματικά κοινωνικής πολιτικής.