Δεν θα περάσει η διάλυση της δημόσιας Παιδείας

εργασία / Κατερίνα Αγγίσταλη, Γιάννης Παππάς, Νίκος Αναστασιάδης / 28.08.2013

Όπως διαφαίνεται, αυτός ο Σεπτέμβρης θα είναι καυτός για όλους τους εμπλεκόμενους στην εκπαιδευτική διαδικασία: μαθητές, γονείς και φυσικά εκπαιδευτικούς.

Οι 2.122 συνάδελφοι των πλέον περιζήτητων από τις τεχνικές ειδικότητες, που είδαν την πόρτα εξόδου από το σχολείο τον Ιούλη, συμπαρασύρουν 20.000 μαθητές, που αφήνονται στην τύχη τους μετά την κατάργηση των αντίστοιχων ειδικοτήτων, και ένα συντριπτικά μεγάλο ποσοστό σχολείων της Τεχνικής Εκπαίδευσης που αποψιλώνονται και θα οδηγηθούν στη συγχώνευση ή/και το κλείσιμο, δημιουργώντας επιπλέον «πλεονάσματα» εκπαιδευτικών.

Το «μέλλον» της τεχνικής εκπαίδευσης
Το νομοσχέδιο για την Τεχνική Εκπαίδευση ολοκληρώνει και θεσμοθετεί το στόχο της σημερινής πολιτικής: μέσω της μαθητείας-απλήρωτης εργασίας, που εισάγεται από τη Β΄ τάξη Λυκείου, επιχειρείται η παραγωγή αποσπασματικά καταρτισμένων ανθρώπων, οι οποίοι σε ένα τοπίο εργασιακής ζούγκλας, υποαπασχολούμενοι και χωρίς δικαιώματα, θα είναι πρόθυμοι και υπάκουοι να αναλάβουν οποιοδήποτε ρόλο τους επιφυλάσσει η αγορά εργασίας.

Το πόσο σημαντικό είναι για τη σημερινή πολιτική ηγεσία μέσω των επιχειρούμενων εκπαιδευτικών «αντιμεταρρυθμίσεων» να επηρεάσει τις μελλοντικές συνθήκες εργασίας, αλλά και να παραδώσει «τα φιλέτα» στους ιδιώτες επιχειρηματίες, είναι η δηλωμένη πρόθεση της κυβέρνησης να χρηματοδοτήσει με κουπόνια τα δίδακτρα στα ιδιωτικά ΙΕΚ.

Το νέο Λύκειο
Η αλλαγή στα ωρολόγια προγράμματα συνεχίζεται και στο Γυμνάσιο και Γενικό Λύκειο με μία βασική φιλοσοφία: ένα σχολείο φθηνό, βαρετό για τους εμπλεκομένους, με την ίδια λογική που διέπει και τώρα το εκπαιδευτικό σύστημα (εξετάσεις, ανταγωνισμός, βαθμοθηρία, παραδοσιακός τρόπος αξιολόγησης, ένα σχολικό εγχειρίδιο ανά μάθημα, χωρίς υποδομές) και συνεπώς ξένο προς τις ανάγκες των νέων ανθρώπων.

Το υπουργείο, ωστόσο, προχωρά στην εφαρμογή ενός ακραία νεοφιλελεύθερου μοντέλου, που όμοιό του δεν υπάρχει πουθενά στον πλανήτη, καθιστώντας μας όλους τα τέλεια πειραματόζωα: το Γενικό Λύκειο πρόκειται να μετατραπεί σε ένα απέραντο εξεταστικό κέντρο, με τέσσερις πανελλαδικού χαρακτήρα εξετάσεις, των οποίων ο βαθμός θα συνδιαμορφώνει το βαθμό εισαγωγής στα ΑΕΙ-ΤΕΙ.

Η στόχευση είναι πολλαπλή. Καταρχήν μείωση του μαθητικού δυναμικού που θα ήθελε να κατευθυνθεί στην Ανώτατη Εκπαίδευση, ώστε να μην υπάρχουν νέοι άνθρωποι που θα έχουν την αξίωση, τις γνώσεις και την αυτοπεποίθηση να διεκδικήσουν ανθρώπινες συνθήκες ζωής στο μέλλον, αλλά αντίθετα μετά το γυμνάσιο να οδηγούνται στη δουλειά σαν μελλοντικοί εργάτες-σκλάβοι.

Καταρράκωση της ψυχολογίας και της προσωπικότητας των μαθητών μέσω των πολλαπλών ελέγχων και της εντατικοποίησης, ώστε αυτοί να μην έχουν την αυτοπεποίθηση και την ελπίδα να παρέμβουν αποφασιστικά στην κατεστημένη τάξη πραγμάτων.

Και, τέλος, αυτό που δεν δηλώνεται ρητά, αλλά συνδυάζεται πάντα με ένα τόσο ασφυκτικό παιδαγωγικό πλαίσιο: η σύνδεση της αξιολόγησης των εκπαιδευτικών και των σχολικών μονάδων με την επίδοση των μαθητών, υποτίθεται μέσα από τις «αντικειμενικές» και «πανελλαδικές» εξετάσεις.

Η εμπορευματοποίηση της εκπαίδευσης
Τα παραπάνω, αν συνδυαστούν με την υποχρηματοδότηση των σχολείων και την προσπάθεια διοικητικής αποκέντρωσης αυτών, ώστε η λειτουργία τους να καθορίζεται σε μεγαλύτερο βαθμό από την Τοπική Αυτοδιοίκηση, διαμορφώνουν τους όρους για μια αγορά πλέον εκπαιδευτικών υπηρεσιών: γονείς-πελάτες που, ανάλογα με τα χρήματα που είτε θα διαθέτουν είτε θα τους χορηγεί το κράτος, θα επιλέγουν τα ανάλογα εκπαιδευτικά προϊόντα και εκπαιδευτικοί που θα εργάζονται σε θέσεις απασχόλησης, με συμβάσεις χωρίς δικαιώματα.

Η μετάλλαξη της δημόσιας εκπαίδευσης προχωρά αργά και συστηματικά τα τελευταία τρία χρόνια. Παράλληλα με τις μαζικές απολύσεις εκπαιδευτικών και την επιδείνωση των εργασιακών συνθηκών (αύξηση ωραρίου, μισθολογική ισοπέδωση, διάσπαση παλιών-νέων συναδέλφων, βασικών-«δευτερευουσών» ειδικοτήτων) ξεδιπλώνεται μία πολύ μεθοδική τακτική σπασίματος του ηθικού των εκπαιδευτικών μέσω της καλλιέργειας φόβου και ανασφάλειας.

Αυτό το είδαμε πρόσφατα στη διαδικασία των υποχρεωτικών μετατάξεων «πλεοναζόντων» εκπαιδευτικών από τη Β/θμια στην Α/θμια: με μια νομικά και διοικητικά ασαφή και διάτρητη διαδικασία, χωρίς το υπουργείο να ξεκαθαρίζει ποιους αφορά και ποιο το εργασιακό παρόν και μέλλον αυτών των συναδέλφων, επιχειρεί να καλύψει προχειρότατα τις τρύπες που αφήνει η πολιτική των μηδενικών προσλήψεων και να νομιμοποιήσει τον όρο «πλεονάζων» με τη συγκατάθεση του εκπαιδευτικού, ποντάροντας στο αβέβαιο και σκοτεινό τοπίο που διαμορφώνει με όσα κάνει και όσα αφήνει να εννοηθούν.

Είναι απαραίτητος όρος της συνολικής επίθεσης στη δημόσια εκπαίδευση, εξάλλου, να απαξιωθεί περαιτέρω ηθικά και κοινωνικά το ζωντανό κομμάτι της που είναι οι εκπαιδευτικοί, οι οποίοι συμβιώνουν με το πιο δυναμικό κομμάτι της κοινωνίας, τους νέους, και διαδραματίζουν έναν τόσο κρίσιμο ρόλο στην αναπαραγωγή του συστήματος, με την εγχάραξη στη νέα γενιά των αξιών και στάσεων που διαμορφώνουν τις μελλοντικές συνθήκες ζωής και εργασίας.

Ειδικά μάλιστα, όταν αυτοί τυχαίνει να έχουν ένα από τα πιο μαχητικά και μαζικά συνδικάτα του Δημοσίου, που σε αυτή τη συγκυρία ετοιμάζεται να αποτελέσει την ατμομηχανή του κινήματος ανατροπής αυτής της κυβέρνησης και της πολιτικής της, είναι επιβεβλημένη ανάγκη για την κυβέρνηση να συκοφαντηθούν και να σκύψουν το κεφάλι, πριν καν το σηκώσουν.

Οι κινητοποιήσεις στη Θεσσαλονίκη
Η μνημονιακή κυβέρνηση επέλεξε το φετινό καλοκαίρι να εφαρμόσει τη δική της μέθοδο «μαυρίσματος» για τον κόσμο της μισθωτής εργασίας (και όχι μόνο), αρχίζοντας με το «μαύρο» στην ΕΡΤ, στις 11 Ιουνίου. Όμως, η ολοκλήρωση της εθνικής προσπάθειας για τη σωτηρία του ελληνικού λαού δεν μπορεί να περιοριστεί σε ένα «ελαφρύ μαύρισμα» 2.656 εργαζομένων.

Στις 9 Ιουλίου, η κυβέρνηση προχώρησε σε ακόμα ταχύτερο και βαθύτερο «μαύρισμα» στην εκπαίδευση, καταργώντας 46 από τις 110 ειδικότητες των ΕΠΑΛ και ΕΠΑΣ, ειδικότητες δημοφιλείς όχι μόνο στους 13.165 μαθητές αυτών των σχολών, αλλά και στα «ΙΕΚ Ακμή».

Τους 2.482 «μαυρισμένους» εκπαιδευτικούς, που συνέβαλαν στο εθνοσωτήριο μνημονιακό έργο, ακολούθησαν και οι 2.200 σχολικοί φύλακες που δεν έμελλε να γλιτώσουν το κυβερνητικό «σολάριουμ».

Όπως ήταν αναμενόμενο, λόγω των «εγκαυμάτων βαριάς μορφής» που προκλήθηκαν στις ζωές χιλιάδων εργαζόμενων, υπήρξαν έντονες αντιδράσεις. Στη Θεσσαλονίκη, εκπαιδευτικοί μαζί με άλλους κλάδους που πλήττονται από τις απολύσεις-διαθεσιμότητες, όπως π.χ. οι εργαζόμενοι στους ΟΤΑ και στο νοσοκομείο «Παναγία», σε όλη τη διάρκεια του καλοκαιριού δεν σταμάτησαν τις κινητοποιήσεις.

Σχεδόν καθημερινά πραγματοποιούσαν συγκεντρώσεις, πορείες με συμμετοχή χιλιάδων στους δρόμους της πόλης, καταλήψεις σε Διευθύνσεις Εκπαίδευσης, παρεμβάσεις ενημέρωσης σε θεατρικές και μουσικές παραστάσεις, ανοιχτές εκδηλώσεις-συζητήσεις, συνελεύσεις σωματείων για συντονισμό όλων αυτών των δράσεων.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο χώρος της ΕΡΤ3 αποτελεί το κέντρο αγώνα και το σημείο συνάντησης για οργάνωση και αγωνιστικό συντονισμό όλων των σωματείων που βρίσκονται σε κινητοποίηση, καθώς και τόπος που κατέληγαν πολλές από τις πορείες. Τέλος, οι ΕΛΜΕ-Θ είχαν στήσει δικό τους «κιόσκι» ενημερωτικής εξόρμησης στη διασταύρωση Τσιμισκή με Αριστοτέλους.

Συμπεράσματα
Οι κινητοποιήσεις των εκπαιδευτικών το καλοκαίρι ανέδειξαν κάποια συμπεράσματα χρήσιμα για τη συνέχεια.

α) Είναι πολύ μεγάλη η σημασία του συντονισμού στο εσωτερικό κάθε κλάδου. Οι 5 ΕΛΜΕ της Θεσσαλονίκης συντονίστηκαν στη βάση ενός σχεδίου για δραστηριοποίηση του κλάδου και των αποφάσεων του συνεδρίου της ΟΛΜΕ. Αυτό έδωσε τη δυνατότητα να υπάρξουν όλες οι δράσεις που αναφέρθηκαν, αλλά και επιπλέον να συμμετάσχουν σε πλατιές κοινές συνελεύσεις όλων των ΕΛΜΕ εκατοντάδες συνάδελφοι.

Με το δεδομένο ότι ένα μεγάλο κομμάτι συναδέλφων που μπαίνουν στον αγώνα είναι εκπαιδευτικοί που δεν είχαν ιδιαίτερη σχέση με τη συλλογική δράση του κλάδου τα τελευταία χρόνια, η μαζικότητα που πρόσφεραν οι παραπάνω διαδικασίες βοηθούσαν να μην κυριαρχήσει η απογοήτευση σε όσους και όσες βγήκαν σε διαθεσιμότητα. Η επίτευξη ενός εσωτερικού συντονισμού είναι κρίσιμη για κάθε κλάδο που χτυπιέται από την κυβέρνηση.

β) Η λειτουργία επιτροπών αγώνα και σε διελμικό επίπεδο, αλλά και σε επίπεδο ΕΛΜΕ είναι το εργαλείο που θα μας επιτρέψει να δράσουμε με επιτυχία. Η λειτουργία τους στην κατεύθυνση της κινητοποίησης του κλάδου αποδείχτηκε τη δύσκολη περίοδο του καλοκαιριού. Η σχέση ισορροπίας που έπρεπε μέσα στο καλοκαίρι να υπάρχει με τα ΔΣ των ΕΛΜΕ –αφού οι επιτροπές αγώνα ήταν άτυπα όργανα– διευκολύνεται από τη στιγμή που το επόμενο διάστημα θα είναι όργανα που θα αναλάβουν με αποφάσεις των γενικών συνελεύσεων τη διεύθυνση του αγώνα.

γ) Ο συντονισμός ανάμεσα σε όλους τους κλάδους που χτυπιούνται είναι απαραίτητος τόσο από τα πάνω όσο και από τα κάτω. Οι εκπαιδευτικοί με την παρουσία τους στις κινητοποιήσεις των νοσοκομείων της πόλης, όπως και με την παρουσία τους στις συνελεύσεις του νοσοκομείου «Παναγία», αλλά και του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου, έδειξαν ότι έχουν κατανοήσει ότι για να έχεις αλληλεγγύη από μια κοινωνία που υποφέρει, πρέπει εσύ να την προσφέρεις απλόχερα. Και η ταξική αλληλεγγύη είναι απαραίτητος όρος για να νικήσουν οι αγώνες μας.

δ) Δεν μπορείς να πας σε μεγάλους νικηφόρους αγώνες, αν δεν προετοιμάσεις τους όρους και τις προϋποθέσεις. Αυτή η διαπίστωση, που έγινε σήμα κατατεθέν πριν το τραγικό κλείσιμο της απεργίας του Μαΐου, φαίνεται ότι έχει κατανοηθεί πια ότι είναι το απαραίτητο  συμπλήρωμα της αποφασιστικότητας. Και οι προϋποθέσεις είναι δύο ειδών: πολιτικές και κοινωνικές συμμαχίες.

Οι πολιτικές προϋποθέσεις έχουν δημιουργηθεί σε μεγάλο βαθμό κάτω από την πίεση της κυβέρνησης. Πολλά βήματα που δεν είχαν γίνει στην Αριστερά του κλάδου και στα στελέχη της φαίνεται ότι έχουν πια ωριμάσει.

Η προϋπόθεση των κοινωνικών συμμαχιών κτίζεται μέρα με τη μέρα. Σε επίπεδο εργατικής τάξης φαίνεται ότι συνδικάτα και ομοσπονδίες του δημόσιου τομέα και όχι μόνο προσανατολίζονται σε κινητοποιήσεις. Η συμπόρευση με ΔΟΕ και ΟΙΕΛΕ είναι πιο κοντά παρά ποτέ. Η ίδια η ΑΔΕΔΥ, νιώθοντας την οργή που εξαπλώνεται στους χώρους εργασίας, αναγκάζεται να κινηθεί.

Αλλά και σε επίπεδο κοινωνίας, γίνεται προσπάθεια να επιτευχθεί η συμπόρευση με γονείς και μαθητές. Ήδη έχουν ξεκινήσει συναντήσεις με συλλόγους γονέων και έχει ξεκαθαρίσει ότι, στον αγώνα που έρχεται, θέλουμε μαζί μας τους μαθητές μας. Ο αγώνας είναι κοινός για τη διατήρηση του δημόσιου και δωρεάν σχολείου που διαλύεται. Και στις γειτονιές όμως ξεκινάνε προσπάθειες για δημιουργία επιτροπών υπεράσπισης της δημόσιας παιδείας.

ε) Εξίσου σημαντικό όμως βήμα έχει γίνει και σε σχέση με την κατανόηση του χαρακτήρα της επερχόμενης σύγκρουσης. Δεν είναι αγώνας που μπορεί να πετύχει μια νίκη απέναντι στην κυβέρνηση όσον αφορά τα σχέδιά της για την παιδεία. Είναι αγώνας που μπορεί να νικήσει μόνο αν πυροδοτήσει μια γενική πολιτική απεργία για την ανατροπή της κυβέρνησης και των μνημονίων. Άλλωστε αν η κυβέρνηση υποχωρήσει στην παιδεία, τότε το πουλόβερ θα αρχίσει να ξηλώνεται και η αναποφασιστικότητά της θα μετατραπεί σε πλήρη ήττα.

Παρότι η κυβέρνηση φαίνεται να υπαναχωρεί προσωρινά στα σχέδιά της σε σχέση με την αποβολή ειδικοτήτων από το δημόσιο σχολείο (καθηγητές τεχνολόγοι, καλλιτεχνικών, μουσικής) και ο υπουργός δίνει συνέντευξη στο « Έθνος» όπου δεσμεύεται ότι κανένας καθηγητής δεν περισσεύει και δεν θα απολυθεί, απλώς είναι η τακτική του καρότου και του μαστίγιου. Γιατί την ίδια ώρα απειλεί με πολιτική επιστράτευση, αν η ΟΛΜΕ προχωρήσει σε απεργία.

Είναι παραπάνω από σίγουρο λοιπόν ότι από τη μια απειλεί και από την άλλη ρίχνει στάχτη στα μάτια, γιατί φοβάται. Αν όμως υπαναχωρήσουμε από την απόφασή μας για απεργία, τότε η επίθεση θα συνεχιστεί και θα κλιμακωθεί.

Ανατροπή
Η απόφαση του συνεδρίου της ΟΛΜΕ για την ανατροπή όσων κυβερνήσεων υλοποιούν μνημόνια είναι ένας τρόπος ώστε η Αριστερά να πει ότι πρέπει να ανατραπεί η κυβέρνηση. Και σαν τέτοια πρέπει να την εκλάβουμε.

Η κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου είναι μια κυβέρνηση ταξικής μονομέρειας. Η συζήτηση για νέο δάνειο και νέο μνημόνιο δείχνει ότι αυτός ο δρόμος δεν έχει τέλος. Ένα μόνο καθήκον υπάρχει. Να ανατραπεί αυτή η κυβέρνηση.

Το πρώτο σημαντικό βήμα σε αυτή την κατεύθυνση είναι ότι οι εκπαιδευτικοί υλοποιούν την απόφαση του συνεδρίου της ΟΛΜΕ και ξεκινούν απεργία διαρκείας τον Σεπτέμβρη, πυροδοτώντας ένα κλίμα γενικού ξεσηκωμού.