Δημόσια διοίκηση δύο ταχυτήτων

εργασία / Κατερίνα Γιαννούλια / 27.01.2016

«Κάστα» προνομιούχων ανώτερων υπαλλήλων - «αξιολόγηση» και υποβάθμιση για τους υπόλοιπους

Η επίσημη απολογητική της κυβέρνησης για τη μνημονιακή πολιτική στα οικονομικά ζητήματα είναι ότι επιβάλλονται από τους δανειστές ή από «οικονομικές αναγκαιότητες». Όμως, ο μνημονιακός της ζήλος επεκτείνεται και σε ζητήματα καθαρά θεσμικά, όπως αποδεικνύει το νομοσχέδιο για τη Δημόσια Διοίκηση που αφορά την επιλογή γενικών γραμματέων, μελών διοικητικών συμβουλίων Νομικών Προσώπων κ.λπ., προϊσταμένων, αλλά και την αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων. 
Κατά την παρουσίαση του περιεχομένου του νομοσχεδίου από τον Τσίπρα στο Εθνικό Κέντρο Δημόσιας Διοίκησης & Αυτοδιοίκησης (ΕΚΔΔΑ), τηρήθηκε απόλυτα η πεπατημένη των προηγούμενων μνημονιακών κυβερνήσεων: Ξορκίζουμε στα λόγια την υπάρχουσα κατάσταση, θεσμοθετώντας μια «κάστα» επιτελικών και «προσοντούχων» στελεχών με στενές σχέσεις εξάρτησης από τα εκάστοτε πολιτικά-κυβερνητικά επιτελεία. Για τους υπόλοιπους υπαλλήλους, από την άλλη, επανέρχεται η «αξιολόγηση» από τους ιεραρχικά ανωτέρους τους, προβλέπεται «συμβουλευτική συνέντευξη» και καθιερώνεται η «μέτρηση» της ατομικής απόδοσης, ενώ στην Ειδική Επιτροπή Αξιολόγησης, όπου έχουν δικαίωμα να προσφύγουν καταθέτοντας ένσταση, καταργείται η εκπροσώπηση αιρετών από την πλευρά των εργαζομένων, αφού το νομοσχέδιο προβλέπει να παρευρίσκονται ως παρατηρητές, χωρίς δικαίωμα ψήφου.
Η ομιλία Τσίπρα στο ΕΚΔΔΑ περιλάμβανε πολλές φορές τη λέξη «εκλεπτυσμένη» για να χαρακτηρίσει τη μέχρι τώρα κατάσταση στενής σχέσης ορισμένων υπαλλήλων και πολιτικής ηγεσίας. Μόνο που το νομοσχέδιο της δικής του κυβέρνησης αντί να εξαλείψει αυτή τη «συνήθεια», τη θεσμοθετεί σε πιο χοντροκομμένη εκδοχή!
Οι «προσοντούχοι» του Εθνικού Μητρώου Επιτελικών Στελεχών
Για να τα πάρουμε με τη σειρά, το πρώτο μέρος του νομοσχεδίου ασχολείται με τη σύσταση Εθνικού Μητρώου Επιτελικών Στελεχών Δημόσιας Διοίκησης, στο οποίο έχουν δικαίωμα εγγραφής οι «προσοντούχοι» υπάλληλοι και όσοι έχουν υπηρετήσει σε θέσεις αυξημένης ευθύνης (γενικού διευθυντή) για κάποια χρόνια (έτσι είναι σε πλεονεκτική θέση όσοι πρόλαβαν να τοποθετηθούν από τις προηγούμενες κυβερνήσεις, άρον-άρον, πριν τις εκλογές).
Από αυτήν τη δεξαμενή των «προσοντούχων», για λόγους «αξιοκρατίας» υποτίθεται, θα επιλέγονται από γενικοί γραμματείς υπουργείων και πρόεδροι φορέων του δημόσιου τομέα έως αποσπασμένοι υπάλληλοι στα πολιτικά γραφεία των υπουργών, υφυπουργών, αναπληρωτών υπουργών κ.λπ. Με αυτό τον τρόπο ωθούνται όλοι οι υπάλληλοι να προσπαθήσουν να βρεθούν σε πολιτικό γραφείο, για να έχουν τα οφέλη που απορρέουν από αυτές τις θέσεις…
Από την άλλη, η υποτιθέμενη «αξιοκρατία» εξαντλείται στην πρόταση των  επικρατέστερων υποψηφίων από το Εθνικό Μητρώο, που συντάσσει το Ειδικό Συμβούλιο Επιλογής (ΕΣΕ), στο οποίο συμμετέχει μέλος του ΑΣΕΠ προσδίδοντας -θεωρητικά-  επιστημονική «αντικειμενικότητα» και «ουδετερότητα» στην κρίση. Ωστόσο, η περίφημη «δομημένη συνέντευξη» δεν προσφέρει καμία εγγύηση αντικειμενικότητας, όπως και η τελική επιλογή που γίνεται από τον υπουργό δεν εξασφαλίζει κάποιου είδους ουδετερότητα…
Επιπρόσθετα, προβλέπεται ότι αν κριθεί πως στο Εθνικό Μητρώο Επιτελικών Στελεχών δεν υπάρχουν υπάλληλοι του δημόσιου τομέα που πληρούν τις προϋποθέσεις, τότε θα καλούνται στελέχη του ιδιωτικού τομέα. 
Δημιουργείται, λοιπόν, μια ξεχωριστή «κάστα» ανώτερων υπαλλήλων, για τους οποίους το νέο μισθολόγιο προβλέπει και καλύτερη αμοιβή. Η δημόσια διοίκηση θα δουλεύει πλέον με την κάστα αυτή των επιτελικών στελεχών και «προσοντούχων» υπαλλήλων που θα εναρμονίζουν τη συμπεριφορά τους με τις απαιτήσεις της εκάστοτε πολιτικής ηγεσίας.  
«Αξιολόγηση» για τους υπόλοιπους
Στο δεύτερο μέρος του νομοσχεδίου, όπου περιγράφεται η «αξιολόγηση» των υπαλλήλων, η διενέργειά της από τους δυο ιεραρχικά ανώτερους δεσμεύει την υπηρεσιακή στάση του κάθε υπαλλήλου στις όποιες επιλογές των ανωτέρων του.
Τα κριτήρια που τίθενται (ατομική στοχοθεσία, συμπεριφορά, ικανότητα άσκησης πολλαπλών καθηκόντων, απόδοσης και ικανότητα αναβάθμισης του εργασιακού περιβάλλοντος!!!), εντατικοποιούν τις συνθήκες εργασίας (τις οποίες μάλιστα ζητούν από τους υπαλλήλους να τις αναβαθμίσουν… ατομικά), κρίνουν τον υπάλληλο ως άτομο κι όχι ως μέρος ενός συνόλου και ως τμήμα μιας κρατικής δομής που βαίνει συνεχώς προς χειροτέρευση σε όλα τα επίπεδα, ενώ ο υπάλληλος, ιδιαίτερα επί μνημονίων, απαξιώνεται συστηματικά. Οι δομές και οι συνθήκες δουλειάς δεν κρίνονται, αλλά μόνο τα «άτομα» ως τέτοια. Την ώρα που οι δημόσιες υπηρεσίες έχουν εξαιρετικά μειωμένη χρηματοδότηση, ακόμα και τα αναλώσιμα υλικά τύπου… στυλό είναι δυσεύρετα και το Δημόσιο δουλεύει πια με 5μηνίτες, οι εργαζόμενοι καλούνται να θέσουν ατομική στοχοθεσία και να κριθεί η απόδοσή τους ανεξαρτήτως συνθηκών! 
Η «συμβουλευτική συνέντευξη» αποτελεί μέρος της αξιολόγησης, διενεργείται από τον αξιολογητή και είναι πασιφανές ότι δεν μπορεί να εγγυηθεί αντικειμενικότητα και ανεξαρτησία από τις σχέσεις υπαλλήλου-προϊσταμένου-διευθυντή.
Η βαθμολογία από 90 και πάνω απαιτεί τεκμηρίωση, όπως και η βαθμολογία από 60 και κάτω, αλλά η ένσταση που δικαιούται να ασκήσει ο υπάλληλος γι’ αυτές τις περιπτώσεις εξετάζεται από την Ειδική Επιτροπή Αξιολόγησης, που δεν συμπεριλαμβάνει δικαίωμα ψήφου από αιρετούς αντιπροσώπους των εργαζομένων. 
Βαθμολογική κατάταξη και προαγωγή
Στο τρίτο και τέταρτο μέρος του νομοσχεδίου, που ασχολείται με τη βαθμολογική κατάταξη των υπαλλήλων και την προαγωγή τους σε θέσεις προϊσταμένων,  επανεμφανίζεται το κριτήριο της συνέντευξης, η οποία αποτελεί το 20% της συνολικής βαθμολογίας προκειμένου να γίνει κάποιος προϊστάμενος τμήματος, το 25% για να γίνει κάποιος διευθυντής και το 30% για να γίνει γενικός διευθυντής. Τα τυπικά προσόντα λαμβάνουν ίδιο ή και χαμηλότερο ποσοστό της συνολικής βαθμολογίας, όπως αντίστοιχα και η εργασιακή-διοικητική εμπειρία και η «αξιολόγηση». Έτσι, τα υποκειμενικά κριτήρια της «αξιολόγησης» και της συνέντευξης βαραίνουν ιδιαίτερα και, τελικά, κρίνουν την τελική προαγωγή.
Τα περιεχόμενα αυτού του νομοσχεδίου για τη δημόσια διοίκηση, σε συνδυασμό με το νέο μισθολόγιο που προβλέπει μεγάλες αυξήσεις για τους μετακλητούς υπαλλήλους και αυξημένα επιδόματα για τις θέσεις ευθύνης, δημιουργούν δυο κατηγορίες εργαζομένων στο δημόσιο: τους «προσοντούχους» (που οπωσδήποτε δεν αρκούν τα «προσόντα» τους, αλλά χρειάζεται να είναι και διατεθειμένοι να ικανοποιήσουν τα αιτήματα της πολιτικής ηγεσίας και άρα, των ιδιωτών που την πιέζουν, ώστε να έχουν πιθανότητες να αναβαθμιστούν και να πληρωθούν καλύτερα) και τους υπόλοιπους, που θα αξιολογούνται διαρκώς ως άτομα και θα δουλεύουν σε συνθήκες που οι ίδιοι θα οφείλουν να βελτιώνουν, αλλιώς θα κρίνονται ανεπαρκείς.
Αυτό είναι το «όραμα» της μνημονιακής κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ για τη δημόσια διοίκηση! Αποδεικνύοντας έτσι πως ούτε στα θεσμικά ζητήματα θέλει και μπορεί να διαφοροποιηθεί στοιχειωδώς από τον κυρίαρχο νεοφιλελευθερισμό των «θεσμών» και των αγορών.