Δημόσιο: Ο αγώνας τώρα δικαιώνεται;

εργασία / Κατερίνα Γιαννούλια / 19.02.2015

Σε αυτό το δύσκολο και κρίσιμο ερώτημα δεν θα απαντήσουμε εμείς και μάλιστα τώρα. Θα περιμένουμε από τους αρμόδιους υπουργούς και κυβερνητικά στελέχη να αντιμετωπίσουν τα χρόνια ζητήματα του Δημοσίου που «φορτώθηκαν» άκομψα και βάρβαρα στους εργαζόμενούς του από τις προηγούμενες κυβερνήσεις.

Η θέση των εργαζομένων μετά τη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ, για την οποία πάλεψαν πολλοί εξ αυτών, εμπεριέχει σαφώς χαρά, ανακούφιση, ελπίδα πως τελειώνουν τα μεγάλα βάσανα. Εμπεριέχει επίσης φόβο (αν μπορεί η κυβέρνηση να κάνει όσα είχε πει), αμφιβολία (μήπως τελικά «είναι όλοι ίδιοι» και μας ξεγέλασαν) και ερωτηματικά (εμείς και το κίνημα τι πρέπει να κάνουμε τώρα;).
Ιδιαιτέρως οι συριζαίοι δημόσιοι υπάλληλοι ακροβατούν, από την πρώτη μέρα της ιστορικής νίκης ενός αριστερού-ριζοσπαστικού κόμματος στη μνημονιακή Ελλάδα, ανάμεσα στο πόση πρέπει να είναι η αναμονή, πότε και πόσα να διεκδικήσουμε.
Ανασύνταξη
Διαφωνώντας 100% στα μέτρα που εφαρμόστηκαν με ένταση τα τελευταία 5 χρόνια, για να διαλύσουν το Δημόσιο υπέρ των ιδιωτών και για να κατεδαφιστεί κάθε εργατικό δικαίωμα και κατάκτηση, προκειμένου να εδραιωθεί η πλήρης επισφάλεια όλων των σχέσεων εργασίας (σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα), βρεθήκαμε πλέον σε μια πιο «άνετη» θέση, που μας επιτρέπει, τουλάχιστον, να ανασυντάξουμε το εργατικό κίνημα και τις συλλογικότητές του.
Σωρεία αντεργατικών και συχνότατα αντισυνταγματικών νόμων θεσπίστηκαν: ο ν. 4024/2011 (εφεδρείες, δήθεν «ενιαίο» μισθολόγιο), ο ν. 4057/2012 (πειθαρχικά και κατάργηση του τεκμηρίου της αθωότητας, με προκαταβολική απόλυση), ο ν. 4172/2013 (διαθεσιμότητα-κινητικότητα), ο ν. 4250/2014 («αξιολόγηση» με προδιαγεγραμμένη την τύχη τουλάχιστον του 15% των «αξιολογούμενων»)! Επιπλέον των παραπάνω, καταργήθηκαν οργανισμοί (ΟΣΚ, ΟΕΚ κ.λπ.), αυξήθηκε το ωράριο των εκπαιδευτικών, υποβιβάστηκαν εργαζόμενοι, πάγωσαν οι 3ετίες εξέλιξης, χάθηκαν υπερωρίες, έξοδα κίνησης, επιδόματα, 13ος-14ος μισθός, ασφαλιστικά-συνταξιοδοτικά δικαιώματα, μεγάλο ποσοστό του εφάπαξ και δεν θυμάμαι τι... ξεχνάω!
Το τελευταίο διάστημα δύο ζητήματα αποτελούσαν το βασικό αγώνα στο Δημόσιο.
Το ένα ήταν η «αξιολόγηση» και ο επανέλεγχος των συμβάσεων με νέα κριτήρια, που θα οδηγούσαν στην ανεργία κι άλλους ανθρώπους, ενώ θα εγκαθιστούσαν την ανθρωποφαγία μεταξύ συναδέλφων. Ο αγώνας αυτός νίκησε καθαρά, αφού πριν πέσει η λαομίσητη συγκυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ ο Κυρ. Μητσοτάκης δήλωσε την απόσυρση της συγκεκριμένης αξιολόγησης, για να φέρει άλλη.
Το άλλο ζήτημα ήταν οι διαθεσιμότητες.
Πολλοί εργαζόμενοι βρέθηκαν στην καλύτερη περίπτωση σε πρόωρη και μειωμένη σύνταξη, άλλοι απολύθηκαν και χιλιάδες εργαζόμενοι πληρώνονται εδώ και καιρό με το 75% του πενιχρού πλέον βασικού μισθού, και αυτό, ωστόσο, ήταν κατόρθωμα των αγώνων του δημοσιοϋπαλληλικού κινήματος, με μπροστάρισσες τις καθαρίστριες του υπ. Οικονομικών, τους σχολικούς φύλακες, τους «διαθέσιμους» εκπαιδευτικούς και τους διοικητικούς των ΑΕΙ. Η καθυστέρηση της οριστικής απόλυσης θεωρείται ένα μικρό αλλά κρίσιμο επίτευγμα, που δίνει τώρα τα περιθώρια επανάκαμψης των εργαζομένων στις δουλειές τους και διόρθωσης των αδικιών.
Η αγωνία και οι φυσιολογικές προσδοκίες των διαθέσιμων εκφράστηκαν από την πραγματική κοσμοσυρροή (πάνω από 700 άτομα, σωματεία και φορείς από όλη τη χώρα) στο αμφιθέατρο του ΕΚΔΔ, στις 13/2, όπου έγινε η ανοιχτή διαβούλευση που κάλεσε ο αν. υπουργός Δημ. Διοίκησης, Γ. Κατρούγκαλος.
Η δέσμευση του Γ. Κατρούγκαλου ότι θα τους πάρει όλους πίσω είναι καθησυχαστική κατ’ αρχάς. 
Ωστόσο, το γεγονός ότι το νομοσχέδιο θα κατατεθεί σε 1,5 μήνα για την πρώτη «φουρνιά» που θα επιστρέψει, η σύνδεση της «μίνι» κινητικότητας με την επιστροφή των υπολοίπων, οι «γκρίζες ζώνες» για την ακριβή τύχη όσων βρίσκονται σε οριστικούς και τελικούς πίνακες κατάταξης, η εμπλοκή των συναρμόδιων υπουργείων για να καθοριστούν οι αναγκαίες θέσεις εργασίας ή για να επανασυσταθούν φορείς και υπηρεσίες και άρα ολόκληροι κλάδοι που καταργήθηκαν, δημιουργούν μεγάλες καθυστερήσεις και εύλογη ανησυχία, έως και αμφιβολία, όσων ταλαιπωρούνται πολύ καιρό ως «διαθέσιμοι» ή ως απολυμένοι.
Η πρόταση του ΚΚΕ να αποζημιωθούν για όλα όσα έχασαν οι «διαθέσιμοι» αλλά και όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι αυτά τα χρόνια σίγουρα δεν θα επιτευχθεί με τον υπεροπτικό τρόπο του διαχωρισμού των εργαζομένων σε ΠΑΜΕ και μη ΠΑΜΕ και με την αποχή από τις νέες κινητοποιήσεις των «πλατειών», ούτε θα ξεσηκωθεί ο κόσμος της δουλειάς βάζοντας ως αιτήματα «τα πάντα όλα», αφού καταλαβαίνει καθένας ότι δεν είναι δυνατόν αμέσως να καλυφθούν όσα μας πήραν.
Η αναμονή και η καλή διάθεση των εργαζομένων που κατανοούν τις δυσκολίες, πάντως, δεν πρέπει να ερμηνευτεί ως παροχή μόνιμης ανοχής και παραμονής στην υπάρχουσα κατάσταση.
Αν το μάξιμουμ δεν είναι εφικτό άμεσα, το μίνιμουμ υπάρχει.
Και σε αυτό το μίνιμουμ δεν χωράνε «γκρίζες ζώνες» διαθέσιμων, δεν χωράει αναβολή της κάλυψης του κουτσουρεμένου, έστω, 75% του μισθού όσων δεν πληρώνονταν καθόλου, ούτε «μίνι» κινητικότητα (πριν από τα μνημόνια υπήρχε θεσμικό πλαίσιο μετακίνησης δημοσίων υπαλλήλων και αυτό συμπεριλάμβανε τις μετατάξεις, μεταθέσεις, αποσπάσεις). «Άλλη αξιολόγηση» με συνέντευξη δημιουργεί αμφιβολίες για την αντικειμενικότητά της. Ούτε οι τριετίες για την εξέλιξη μπορεί να παραμένουν «παγωμένες».
Συμψηφισμός;
Επίσης, αν η επιστροφή των διαθέσιμων, έστω μέρος αυτών, συμψηφιστεί με τις 15.000 νέες προσλήψεις που είχε ψηφίσει η προηγούμενη κυβέρνηση, θα στερηθούν κρίσιμο δυναμικό κοινωνικές υπηρεσίες που έχουν ρημάξει.
Οι νόμοι που θέσπισαν πειθαρχικά, «αξιολόγηση», εφεδρεία, διαθεσιμότητα-κινητικότητα, μείωση εφάπαξ και συντάξεων, κατάργηση χρήσιμων και φτηνών για το Δημόσιο υπηρεσιών (ΟΣΚ, ΟΕΚ, ΟΕΕ κ.λπ.) όλο το εργατικό κίνημα περιμένει άμεσα να καταργηθούν.
Η ελευθερία που μας δίνει η νέα κυβέρνηση, η ανάσα που πήρε ο κόσμος της εργασίας, η παύση των συνδικαλιστικών διώξεων, μαζί με τα συμπεράσματα από τους αγώνες που δόθηκαν αυτά τα 5 δύσκολα χρόνια, μας δίνουν την ευκαιρία και τη δυνατότητα για πραγματική αναζωογόνηση των σωματείων, των συνδικαλιστικών και πολιτικών παρατάξεων της Αριστεράς, των συλλογικών διεκδικήσεων.
Αν κάτι είναι περισσότερο ρεαλιστικό από ποτέ είναι ότι μπορούμε να ξαναλειτουργήσουμε μαζικά και δυναμικά τα σωματεία μας, να καλλιεργήσουμε τη συναδελφικότητα, σε κοινούς, νέους αγώνες.