Κίνδυνοι και ευκαιρίες για την Αριστερά

Η φετινή ΔΕΘ και οι διαδηλώσεις που τη συνόδευσαν, ήταν μια φωτογραφία των ευκαιριών, των δυσκολιών και των προβλημάτων της περιόδου.
Η ακροδεξιά κινητοποίηση
Ήταν καταρχήν η πρώτη ΔΕΘ όπου έγινε προσπάθεια να αμφισβητηθεί από την ακροδεξιά το μονοπώλιο της Αριστεράς και των συνδικάτων στην οργάνωση των διαμαρτυριών. Η διαδήλωση στη ΔΕΘ ξεκίνησε χάρη στον εμβληματικό αγώνα της ΕΑΣ και από τότε διατηρεί εργατικό, αριστερό και κινηματικό χαρακτήρα. Οι συγκεντρώσεις «για τη Μακεδονία», που ηγεμονεύτηκαν από τη δεξιά και την ακροδεξιά, παρότι το μέγεθός τους δεν πλησίαζε στο ελάχιστο την εικόνα των συλλαλητηρίων στο παρελθόν, έδειξαν ότι υπάρχει χώρος για την καλλιέργεια εθνικιστικών και φασιστικών ιδεών. Οι λίγες χιλιάδες συμμετέχοντες ήταν αρκετοί, χωρίς στην πραγματικότητα να αποτελούν άμεση απειλή για την κυβέρνηση, για να δώσουν την εικόνα –που ενισχύθηκε με την απλόχερη βοήθεια των ΜΜΕ– ότι η κυβέρνηση έχει αντιπολίτευση και από τα δεξιά. Κάτι που βέβαια αξιοποιεί η κυβέρνηση Τσίπρα, μια που βάζει πίεση σε κομμάτι κόσμου της Αριστεράς. Ο κίνδυνος όμως της ακροδεξιάς είναι υπαρκτός. Δεν είναι τυχαίο ότι αποθρασυμένες ομάδες ακροδεξιών τραμπούκων προσπάθησαν, χωρίς αποτέλεσμα, το βράδυ να εισβάλουν σε στέκια και καταλήψεις του αντιεξουσιαστικού χώρου και να επιβάλουν τρομοκρατία στο κέντρο της πόλης. Είναι ένα ακόμα αποτέλεσμα της μνημονιακής στροφής της κυβέρνησης Τσίπρα, που άνοιξε το δρόμο στη δεξιά και ακροδεξιά δημαγωγία.
Μαζικές διαδηλώσεις
Όμως, ο κύριος και πολιτικά συγκροτημένος όγκος των διαδηλωτών παρέμεινε με την πλευρά του κινήματος. Οι τέσσερις συγκεντρώσεις που  έγιναν, πλησίασαν τις 12.000 διαδηλωτές. Η μεγαλύτερη συγκέντρωση ήταν του ΚΚΕ, που πορεύτηκε μόνο του προς το Βελλίδειο. Οι άλλες τρεις συγκεντρώσεις, που πορεύτηκαν ακολουθώντας η μία την άλλη, συγκέντρωσαν κάτι λιγότερο από 5.000 διαδηλωτές. Τα μπλοκ της Αριστεράς και των αντιεξουσιαστών διαδήλωσαν με αξιοπρόσεκτη αυτοπειθαρχία. Ειδικά για τον αντιεξουσιαστικό χώρο μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι η στάση του καθορίστηκε από δύο απόψεις. Από τη μια,την κυριαρχία στην άποψή τους του αντεθνικιστικού χαρακτήρα που έπρεπε να έχει η διαδήλωση. Και από την άλλη, η έντονη ανησυχία για τη δυναμική της ακροδεξιάς.Αλλά και ευρύτερα, επειδή οι πορείες αποτελούνταν από την πολιτική πρωτοπορία του κινήματος και δεν ήταν έκφραση μαζικών κινημάτων, δέχτηκαν και την πίεση που έβαζαν οι κατασταλτικοί μηχανισμοί και η τεράστια αστυνομική κινητοποίηση. Για όλους τους παραπάνω (λάθος) λόγους οι διαδηλώσεις ήταν αποκλειστικά ειρηνικές και δεν προέκυψαν οι συνήθεις αψιμαχίες που μπορεί να είναι ανώδυνες πολιτικά για την κυβέρνηση και τηλεοπτικού χαρακτήρα, αλλά στη συγκεκριμένη κατάσταση που διαμορφώθηκε, εγκυμονούσαν κινδύνους κλιμάκωσης.
Οι προσπάθειες για ενότητα
Παρότι οι τέσσερις διαδηλώσεις εκφράζανε λιγότερο ή περισσότερο μια αντιπολίτευση στην κυβέρνηση από τα αριστερά, η δυναμική τους είναι καταδικασμένη να είναι περιορισμένη σε μικρό κομμάτι της κοινωνίας και αναποτελεσματική, όσο δεν γίνονται τα απαραίτητα βήματα από τις οργανώσεις και τα κόμματα της Αριστεράς προς την κατεύθυνση της κοινής δράσης. Με αυτό το σκεπτικό η Λαϊκή Ενότητα κάλεσε σε συμπόρευση τις οργανώσεις της Ριζοσπαστικής Αριστεράς. Στις συναντήσεις που προηγήθηκαν, δεν έγινε δυστυχώς εφικτή μια τέτοια συμπόρευση, παρότι από τη μεριά μας έγιναν όλες οι δυνατές υποχωρήσεις που όμως θα εξασφάλιζαν μια πορεία με αντικυβερνητικά, αντιιμπεριαλιστικά και αντιφασιστικά χαρακτηριστικά. 
Είναι φανερό ότι η ενότητα των δυνάμεων της Αριστεράς έχει μια βασική προϋπόθεση. Να γίνει κατανοητό ότι, αν δεν υπάρξει, οι μνημονιακές πολιτικές, η λιτότητα και η ανεργία έχουν έρθει για να μείνουν. Και δεν θα υπάρχει τέλος στα δεινά που θα πέσουν επάνω στους εργαζόμενους και τα λαϊκά στρώματα. Μαζί με τον κίνδυνο πολέμου που έχει μεγαλώσει μετά την πρόσδεση της Ελλάδας στο άρμα του ΝΑΤΟ, ώστε να υλοποιηθούν οι φιλοδοξίες των βιομηχάνων, των εμπόρων και των τραπεζιτών. Αν τα παραπάνω γίνουν κατανοητά, τότε η θεμιτή προσπάθεια των πολιτικών δυνάμεων να ηγεμονεύσουν στο κίνημα μπορεί να μπει στη σωστή βάση. Αυτή δεν είναι άλλη από το να μετρηθούν με το καθήκον να βοηθήσουν στο να αναπτυχθεί το κίνημα, αξιοποιώντας το μοναδικό εργαλείο που μπορεί να το πετύχει αυτό και που δεν είναι άλλο από τη συμπόρευση των δυνάμεων της Αριστεράς. Αλλιώς οι λογικές της πρωτοκαθεδρίας, που δεν εξυπηρετούν την ανάπτυξη του κινήματος, κάνουν ζημιά και δεν προσφέρουν τίποτα. Κανείς δεν μπορεί μόνος, αλλά όλοι μαζί έχουμε σοβαρές πιθανότητες να τα καταφέρουμε.
Σε κάθε περίπτωση, παρά την αδυναμία συμπόρευσης στη διαδήλωση της ΔΕΘ, έμεινε ανοικτή η πόρτα του διαλόγου για την επόμενη φορά.  Και μόνο που επιχειρήθηκε στα σοβαρά κάτι τέτοιο είναι ένα δείγμα ότι κάτι αρχίζει να αλλάζει.Άλλωστε είχε προηγηθεί το κοινό ψήφισμα των οργανώσεων που συμμετείχαν και στις διαβουλεύσεις για τη ΔΕΘ, ενάντια στην αναγόρευση των ΗΠΑ ως τιμώμενη χώρα στα πλαίσια της Έκθεσης, που μάλιστα διακινήθηκε σε δύο κοινές εξορμήσεις στην πόλη ανατολικά και δυτικά. Όσο η περίοδος θα βαραίνει και το δίπολο Τσίπρας ή Μητσοτάκης θα βάζει πιέσεις για τη δημιουργία ενός πόλου της Αριστεράς, το να υπάρχει ένα παράθυρο επικοινωνίας είναι σημαντικό. Η πολιτική απόφαση για συμπόρευση και σε κεντρικό πολιτικό επίπεδο είναι αυτό που θα μπορεί να εξασφαλίσει συστηματικά και την κινηματική συμπόρευση στις μικρές ή μεγάλες μάχες του κινήματος. Και οι πολιτικές δυνάμεις που έχουν την ευθύνη να παίξουν τον κεντρικό ρόλο μιας τέτοιας συμπόρευσης είναι η ΛΑΕ και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Όσο κάτι τέτοιο δεν γίνεται, η κυβέρνηση έχει όλα τα περιθώρια να μας εγκλωβίζει στο δίπολο Τσίπρας–Μητσοτάκης.
Κίνδυνοι και ευκαιρίες
Η ΔΕΘ ήταν λοιπόν μια φωτογραφία των πολιτικών και κοινωνικών συσχετισμών.
Αποτυπώθηκε ο κίνδυνος της ακροδεξιάς που, οργανώνοντας τις αντιδράσεις στη συμφωνία για το Μακεδονικό, αύξησε τα ακροατήρια για τις ιδέες της. Παρότι το συγκριτικά μικρό μέγεθος του συλλαλητηρίου δείχνει ότι δεν μπορούμε να μιλάμε για κάποιου είδους σαρωτική επέλαση, η παρουσία της με διαδηλώσεις ακόμα και μέσα στο καλοκαίρι, αλλά και η επίθεση σε μετανάστες στο Ναυαρίνο, δείχνει ότι το μέτωπο με το φασισμό παραμένει ανοικτό.
Αποτυπώθηκε η απροθυμία των συνδικάτων, που δεν θέλουν να συγκρουστούν πραγματικά με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και έχουν ηγεσίες εγκλωβισμένες στο μνημονιακό μονόδρομο. Προτιμούν να δίνουν «μάχες» με αποσπασματικό χαρακτήρα, υπονομεύοντας  οποιαδήποτε σύγκρουση που μπορεί να πάρει κεντρικά χαρακτηριστικά. Η διαδήλωση για την υγεία, που έγινε την προηγούμενη μέρα, συγκέντρωσε περίπου 400 εργαζόμενους. Η παρουσία των συνδικάτων στη διαδήλωση του Σαββάτου ήταν σαφώς μικρότερη από την περσινή.
Αποτυπώθηκε ακόμα η ύπαρξη ενός σημαντικού δυναμικού στο χώρο της Αριστεράς, που καλείται να παίξει ηγεμονικό ρόλο στην προσπάθεια για την ανάπτυξη των αγώνων του κινήματος. Η κοινή του δράση είναι η προϋπόθεση για κάτι τέτοιο.
Η χρονιά που έρχεται, είναι αντικειμενικά προεκλογική. Η Αριστερά, οργανώνοντας την αντίσταση στις μνημονιακές πολιτικές, καλείται να αναμετρηθεί με το καθήκον να κερδίσει ένα μεγάλο κομμάτι από τη φθορά του ΣΥΡΙΖΑ και ταυτόχρονα να φράξει το δρόμο στη νεοφιλελεύθερη επέλαση της ΝΔ. Κάτι τέτοιο δεν είναι μόνο αναγκαίο. Είναι και εφικτό.